Η Oδύσσεια ενός Αλβανού που πέρασε από τη Βέροια

Η φράση «εσύ δεν μοιάζεις με Αλβανό» πονάει ακόμα
Η εφημερίδα «Καθημερινή» δημοσίευσε ένα άρθρο που περιγράφει την απίστευτη περιπέτεια που έζησε ένας άνδρας από την Αλβανία. Ήταν η δεκαετία του 1990, τότε που χιλιάδες πολίτες της γειτονικής χώρας μετανάστευσαν στην χώρα μας, ελπίζοντας σ' ένα καλύτερο αύριο τόσο για εκείνους όσο και για τις οικογένειές τους. Η συγκινητική περιγραφή εμπεριέχει και ένα κομμάτι από τη Βέροια και τη Νάουσα, που ήταν οι πρώτοι σταθμοί πριν κατέβει στην Αθήνα και από εκεί στην Τρίπολη. Διαβάστε το συγκλονιστικό άρθρο γραμμένο από την δημοσιογράφο Λίνα Γιάνναρου:

«Ποτέ δεν ξεχνάς αυτό που θέλεις να ξεχάσεις. Για τον Αλμίρ είναι οι αυτοσχέδιοι τάφοι. «Σωροί από πέτρες, όπου ήξερα ότι είναι θαμμένοι συμπατριώτες μου. Είτε δολοφονήθηκαν είτε πέθαναν από τις κακουχίες. Είδα τρεις ή τέσσερις τέτοιους σωρούς στο ταξίδι. Ηξερα τι είναι από τα κέρματα και τα τσιγάρα που έβλεπα πάνω τους. Είναι αλβανικό έθιμο αυτό».

Ο Αλμίρ Χότζαϊ είναι σήμερα 38 ετών, παντρεμένος, με μια κορούλα πέντε ετών. Ζει στην Τρίπολη, όπου ασχολείται με τις κατασκευές. Διατηρεί μια τεχνική εταιρεία που πάει καλά, αρκετά για να ζει την οικογένειά του με άνεση. Εχει φίλους, κοινωνική ζωή – ζωή, αυτό ήταν το ζητούμενο. Πριν από λίγες ημέρες, στις 17 Νοεμβρίου, έξω έβρεχε καταρρακτωδώς. Ακόμα και ο καιρός τού θύμιζε την επέτειο. Ηταν 17η Νοεμβρίου του 1997 όταν έφτασε στην Ελλάδα, ακριβώς 20 χρόνια πριν, μια βροχερή μέρα σαν κι αυτή.

Το 1997, ο μικρός του αδερφός, «η δύναμή μου η μεγάλη», ήταν ήδη στην Ελλάδα. «Ηταν πιο ξεπεταγμένος από μένα, αν και μικρότερος, δεν τα έπαιρνε και πολύ τα γράμματα, είχε φύγει με έναν ξάδερφο και είχε έρθει. Ετσι ερχόμασταν τότε εδώ, ο ένας βασιζόταν στον άλλο. Οποιος είχε γνωστούς, μια στέγη να μείνει, έφευγε. Και ο ένας έπαιρνε τον άλλο». Ο Αλμίρ, στα 18 του, είχε μόλις τελειώσει και τον στρατό, όταν πήρε την απόφαση να τον ακολουθήσει. «Το αποφάσισα μέσα σε μια μέρα. Δεν το είπα ούτε στους γονείς μου, σε κανέναν. Μου είχε στείλει ο αδερφός μου, που δούλευε στην Τρίπολη, 15.000 δραχμές και με αυτά τα χρήματα στην τσέπη ξεκίνησα».

Δεν ήταν η πρώτη φορά που το επιχειρούσε. Είχε αποπειραθεί να μπει στη χώρα και άλλες φορές, αλλά άλλοτε τον σταματούσαν κοντά στην Κρυσταλλοπηγή, άλλοτε κοντά στο χιονοδρομικό στο Σέλι. Αλλοτε, απλώς είχε δει τα σκούρα και είχε γυρίσει πίσω μόνος.

Πέντε μέρες χωρίς φαγητό...!

«Την τελευταία φορά έφυγα έτσι, στα κουτουρού. Το σκεφτόμουν ρομαντικά, ότι θα φτάσω στο πρώτο χωριό και από εκεί θα πάρω λεωφορείο για την πιο κοντινή πόλη και από εκεί το τρένο για Αθήνα, όπου θα ’ρθει ο αδερφός μου να με πάρει. Δεν έγιναν ακριβώς έτσι τα πράγματα», θυμάται. Ξεκίνησε από τον Αυλώνα με λεωφορείο για την Κορυτσά. Εφτασε στο τελωνείο όπου και περίμενε μέχρι να νυχτώσει για να μη γίνει αντιληπτός. «Πέρασα τα σύνορα. Θυμάμαι να βλέπω λίγα χιόνια κάτω και να βρέχει συνεχώς. Για όλο το ταξίδι, η βροχή δεν σταμάτησε. Δεν είχα τίποτα μαζί μου φαγώσιμο, μόνο τσιγάρα, κάπνιζα τότε. Είχα φύγει μόνο με τα ρούχα που φορούσα. Σκεφτόμουν ότι θα φάω κάτι στο πρώτο χωριό που θα συναντούσα. Τελικά, πέρασα πέντε μέρες μέχρι να βάλω κάτι στο στόμα μου. Τόσο μου πήρε στα βουνά μέσα στη νύχτα. Είναι δύσκολο να το περιγράψεις, αλλά δεν είναι τόσο δύσκολο όσο το φαντάζεται κανείς. Ολα τα περνάει ο άνθρωπος».

Στον δρόμο του συνάντησε αρκετές ομάδες συμπατριωτών του που έκαναν το ίδιο ταξίδι. Ομως κανείς δεν ήθελε να τον πάρει μαζί του. «Τότε δρούσαν συμμορίες Αλβανών στα βουνά, φοβούνταν ότι με έχουν βάλει να τους καθοδηγήσω σε ένα συγκεκριμένο σημείο για να τους ληστέψουν». Τελικά, έπεσε ο ίδιος θύμα των ληστών. «Ηταν μια συμμορία επτά ατόμων. Πάνε και τα 15 χιλιάρικα, πάει και το πορτοφόλι με το σήμα της ΑΕΚ που μου είχε στείλει ο αδερφός μου».

Εφτασε στη Νάουσα, εξαντλημένος και αποθαρρυμένος. «Εκατσα έξω από ένα αστυνομικό τμήμα και περίμενα ώρες να βγουν να με συλλάβουν και να με γυρίσουν πίσω. Αλλά δεν αξιώθηκε κανένας, ούτε μια ματιά δεν μου έριξαν. Σκέφτηκα να χτυπήσω ένα αυτοκίνητο, να κάνω κάτι να με δουν, αλλά φοβήθηκα ότι θα με σάπιζαν στο ξύλο. Τελικά μπήκα στο τρένο και έφτασα Βέροια, δεν με έλεγξε κανείς». Εξω από τον σταθμό ήταν ένα περίπτερο. Δεν ήξερε γρι ελληνικά, ούτε είχε χρήματα στην τσέπη. Λέει «τελεφόν», ο περιπτεράς του δείχνει τη συσκευή. «Τότε δεν είχε ακόμα κινητό ο αδερφός μου. Επικοινωνούσαμε μαζί του στον αριθμό του αφεντικού του. Παίρνω, το σηκώνει, λέω “Νίκος”, μου απαντά “σε δέκα λεπτά” και μου το κλείνει. Εμεινα με το ακουστικό στο χέρι. Ακουσα “λεπτά” και σκέφτηκα ότι θέλει κι αυτός χρήματα!». Τελικά, σε δέκα λεπτά ξαναπαίρνει. Το σηκώνει ευτυχώς ο αδερφός του. «Του λέω “είμαι εδώ, μπορείς να έρθεις ή να πάω στην αστυνομία;”. Μου είπε να περιμένω εκεί και να πω στον περιπτερά που ωρυόταν ότι θα τον πληρώσει εκείνος. Είμαστε πολύ δεμένα αδέρφια». Ο αδερφός του ήταν τότε παράνομος, κινδύνευε ανά πάσα στιγμή να συλληφθεί.

«Ωχ, μας πιάσανε»

Εκείνη τη νύχτα ο Αλμίρ την πέρασε σε ένα βαγόνι παρατημένο στον σταθμό, να τον τρώει το κρύο. «Την άλλη μέρα το πρωί έφτασε ο αδερφός μου ο μαύρος... Πήγαμε σε ένα φαγάδικο όπου έφαγα έπειτα από πέντε μέρες. Είχε μια τηλεόραση που έπαιζε επανάληψη ΑΜΑΝ, δεν ξέρω γιατί το θυμάμαι αυτό. Μετά πήραμε το ΚΤΕΛ και φτάσαμε Τρίπολη. Εκεί πήραμε ταξί για το σπίτι, θυμάμαι την τρομάρα που πήρα όταν άρχισε να ακούγεται μια φωνή από το CB, λέω “ωχ, μας πιάσανε”. Νόμιζα ότι ήταν περιπολικό. “Μη φοβάσαι” μου λέει ο αδερφός μου, “ραδιοταξί είναι!”. Ε, αυτό ήταν το ταξίδι, μετά έστρωσαν τα πράγματα...».

Τρόπος του λέγειν. Δύο φορές απελάθηκε από τη χώρα, για να επιστρέψει και τις δύο με τα πόδια. «Αλλά τα ’χω ξεχάσει αυτά», λέει. Το 2000 έκανε τα χαρτιά του και νομιμοποιήθηκε και η ζωή άρχισε να κυλάει χωρίς το διαρκές άγχος της σύλληψης και της απέλασης. Από την πρώτη στιγμή παθιάστηκε με τη γλώσσα, έγινε η εμμονή του. Σε δύο μήνες έμαθε να διαβάζει, κι ας μην καταλάβαινε τι. Στον ενάμιση χρόνο άρχισε να μαθαίνει γραφή και ορθογραφία μόνος του, με κάτι σχολικά βιβλία γραμματικής. Αν μπορούσε θα πήγαινε να σπουδάσει, αλλά τα τρία πρώτα χρόνια κανείς δεν τον δεχόταν χωρίς χαρτιά. Μετά τα παράτησε, δεν είχε πλέον σημασία.

Ηταν από τους τυχερούς. Δεν βίωσε τον ρατσισμό, τουλάχιστον όχι σε προσωπικό επίπεδο. «Ζούμε σε ένα ήσυχο μέρος, δεν είχαμε θέματα». Σταδιακά έμαθε να μη δίνει σημασία όταν άκουγε πατεράδες να φοβίζουν τα παιδιά τους με το «θα βάλω τον Αλβανό να σε φάει», όταν τα κορίτσια που του άρεσαν δεν μπορούσαν να τα φτιάξουν «με Αλβανό», όταν έπρεπε να εξυπηρετηθούν πρώτα οι Ελληνες στις υπηρεσίες. Αυτά σήμερα έχουν μετριαστεί. Εμεινε το «εσύ δεν μοιάζεις με Αλβανό», που πονάει αλλά κι αυτό συνηθίζεται. «Ολα τα περνάει ο άνθρωπος».

Δημοφιλείς αναρτήσεις