«Ο άστεγος της οδού χαμογέλων»… από τη Βέροια

Γράφει ο Φώτης Κουτσαμπάρης
«Οι λέξεις πήραν τη θέση τους επάνω στο χαρτί» από τον Δημήτρη Παπαστεργίου και από εκεί ξεπηδούν και σεργιανούν στα στενά μονοπάτια της ποίησης, χρόνια τώρα, διαπερνούν το νου μας, αφήνοντας χαραγματιές σκέψης και προβληματισμού. Άλλοτε φωλιάζουν στην καρδιά μας, σκαλίζοντας
συναισθήματα κι άλλοτε πεταρίζουν στον άνεμο, ευωδιάζοντας λογοτεχνική φρεσκάδα. Ο ποιητής από τη Βέροια θαρρώ πως, όπως περιγράφει στο ποίημά του «Πόθος», χαράσσει όχι μόνο το σώμα του για να γράψει όμορφα πράγματα, αλλά και την ψυχή του. Νομίζω ότι έχει μέσα του έναν ολόκληρο κόσμο, που συναντάται μερικές φορές με την καθημερινότητα του γείτονα και της γειτόνισσας και φωτογραφίζεται με φόντο την πραγματικότητα. Άλλες φορές στριφογυρνά στη μικρή χώρα του «εγώ», αναζητώντας διέξοδο δημιουργίας και όταν ο προβολέας της ποίησης φωτίζει, οι λέξεις βάζουν τα χέρια μπροστά στα μάτια, να αντιμετωπίσουν το θάμπος του. Αυτού του «μέσα κόσμου» του Δημήτρη Παπαστεργίου. Βλέπω τις εικόνες του στα δωμάτια και συνεχώς ανοικτή μια μπαλκονόπορτα, απ’ έξω μια σακούλα απορριμμάτων, συνεχώς να νυχτώνει και συνεχώς να χαράσσει.

Οι γονείς κι οι έρωτες, οι εκλιπόντες σε συγκρουόμενες καταστάσεις, εκείνες οι στιγμές του παρελθόντος, ο πόνος, οι απογοητευτικές διαπιστώσεις, οι προσδοκίες του μέλλοντος. Στοιχεία λησμονημένων δημιουργών, διαπρεψάντων λογοτεχνών, αφανών μαχητών της συγγραφής. Πεζό, αφήγημα, λογοτέχνημα, διήγημα, ποίημα, κρυφές μελωδίες ραψωδίας. Πλούσια ποιήματα του Δημήτρη Παπαστεργίου, με την ταυτότητά του, με την μοναδικότητα που μετατρέπει τις προσωπικές περιπλανήσεις σε δημόσια υπόθεση. Αφού ο βεροιώτης ποιητής μετατρέπει τις περιστάσεις σε γεγονότα, τα γεγονότα σε χρονικά, τα χρονικά σε μικρές ιστορίες, σε τέσσερις στίχους, σ’ ένα ποίημα, σε μία συλλογή, σε ένα βιβλίο. Κατέχει την τέχνη να τρυπώνει το κεφάλι από ένα στενό παραθυράκι σε ξύλινη αποθήκη που φυλάσσονται τα μυστικά της ζωής, οι κρυφές λύπες, τα περαστικά χαμόγελα, οι πεθυμιές και οι προσδοκίες. Να κοιτά αριστερά, να κοιτά δεξιά, να περιεργάζεται κι ύστερα να στρέφει το βλέμμα του μέσα του, σε μία βασανιστική ενδοσκόπηση κι ύστερα όλα μαζί, σε μία μυστήρια ζύμωση να μας δίνουν την αλήθεια της γραφής του Δημήτρη Παπαστεργίου.

Εργάτης του «Ποιητικού Πυρήνα», υπερασπίζεται την ποιότητα των διαδικτυακών εκθέσεων λόγου, την οποία προσφέρει στους αναγνώστες αφειδώς. Μεταδίδει τα νικηφόρα αποτελέσματα μίας πάλης αξιών με την αδιαφορία και την απάθεια, όπου ο γόνιμος προβληματισμός και η αισιοδοξία της καρποφόρας ποίησης στέφονται νικητές, φωτίζοντας το βαθύ γκρι των καιρών μας. Είναι μελετηρός μαθητής της έσω-γεωγραφίας των αισθημάτων, άριστος αθλητής στο στίβο της μακρινής ενατένησης και ενορχηστρωτής μελωδιών μοναξιάς, με εικόνες που παράγουν ήχους καθώς χτυπούν στους τοίχους ενός δωματίου μαιευτηρίου στίχων. Είναι ο Δημήτρης Παπαστεργίου, ο κοντινός – απόμακρος κι ο από μακριά – κοντινός μας γραφιάς, με τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά του, που δεν μπορώ να προσδιορίσω με ακρίβεια και να τα περιγράψω σε τούτο το άρθρο. Ίσως γι’ αυτό, σχεδόν δύο χρόνια τώρα που έπιανα την πένα να γράψω για τον Παπαστεργίου, την άφηνα αμέσως. Μου ήταν δύσκολο να μιλήσω για αυτόν που μπήκε αιφνιδίως για τα καλά στην ποίηση και δίνει πρώιμα ώριμους καρπούς!

Ποιητική περιήγηση

Επιτρέψτε μου να περιηγηθώ στους στίχους του, στη συλλογή «Furor Scribendi» (εκδ. Ars Poetica, 2013), και να μοιραστώ τα συμπεράσματα. «Όλοι στο σπίτι είμαστε άρρωστοι./ Οι πατάτες έχουν γλαύκωμα/ οι μπανάνες προστατίτιδα/ τα μήλα καρκίνους/ το λάχανο στηθάγχη/ κι εγώ με τη βουκαμβίλια/ κατάθλιψη χρόνια», γράφει, γνωματεύοντας τη σύνθεση της ζωής με την ασθένεια. Ο Δημήτρης Παπαστεργίου μάς ταξιδεύει αφού «η ποίηση/ είναι ένα γραφείο τουρισμού/ που μεριμνά για τα ταξίδια των φτωχών ονειροπόλων», κι ο ίδιος ξεκινά το ταξίδι που γέννησε μία γοργόνα, όπως λέει, το ακρόπρωρο. Το ποίημα που έχει χαράξει στη μνήμη μου είναι «το μήνυμα». «Το θυμάσαι το μήνυμα;/ Κάνε με κομμάτια: πες μου ότι με ξέχασες./ Ένωσέ τα: Πες μου ότι θέλεις να βγούμε/ Θυμάσαι δε θυμάσαι, το κομμάτιασα συνεχίζεται». Ο έρωτας με τα σημάδια του καταλαμβάνει σημαντικό χώρο στους στίχους, αλλά «Τελικά, στα μαθηματικά τα χαλάσαμε./ Πρόσθετα./ Αφαιρούσες./Πολλαπλασίαζα./Διαιρούσες».

Ας πάρω το δρόμο που οδηγεί στον «άστεγο της οδού χαμογέλων», την τελευταία ποιητική συλλογή του. «Αν με ξανασηκώσει η δασκάλα/ στον πίνακα/ Θα της δείξω το σακούλι/ Με τα δόντια του δράκοντα/ Να αρχίσει έντρομη ν’ αναρωτιέται/ Αν έρχομαι απ’ τον θερισμό/ Ή πάω για να σπείρω», γράφει στις «σχολικές επιδόσεις» και αριστεύει. Αναμεταδίδω το ποίημα «Η πόλη μου», που έχει αφιερώσει ο ποιητής στον Γιώργο Λιόλιο. «Η πόλη μου/ Δόντια γριάς τα τείχη της/ Τα σπίτια της φαντάσματα/ Στα ιερά της μόνο οι θεοί τους και οι άγιοι/ Η θάλασσα την εγκατέλειψε/ Και στις πλατείες δεν ακούγονται φωνές./ Η πόλη μου/ Τις νύχτες σαν τον αρουραίο/ Τα γράμματα ροκανίζει των παιδιών της/ “Μάνα, καιρό έχεις να μου γράψεις»/ «Μάνα, πώς πάει η θεραπεία;»/. Αυτή η πόλη που σ’ ακολουθεί. Η πόλη του Δημήτρη Παπαστεργίου, την οποία συνάντησα μετά από τριάντα τρία χρόνια ποιητικών περιπλανήσεων.

Σύντομο βιογραφικό

Ο Δημήτρης Γ. Παπαστεργίου γεννήθηκε το 1968 στη Βέροια όπου ζει και εργάζεται. Έχει δημοσιεύσει τις ποιητικές συλλογές: «Η τράπουλα του καλοκαιριού» (εκδ. Ars Poetica, 2012), «Furor Scribendi» (εκδ. Ars Poetica, 2013) και «Ο άστεγος της οδού Χαμογέλων» (εκδ. Σαιξπηρικόν, 2015), ενώ συμμετέχει στα συλλογικά έργα: «Ποιητικός Πυρήνας – Ανθολογία» (εκδ. Ενδυμίων, 2012) και «Ποιητικός και Πεζός Λόγος των Μελών της Εταιρείας Λογοτεχνών Θεσσαλονίκης (1980 – 2015)», (εκδ. Ρώμη, 2016). Είναι πρωτεργάτης του ιστοχώρου «Ποιητικός Πυρήνας».

Δημοφιλείς αναρτήσεις