picasion.com
http://picasion.com/

Ο Παύλος Κοντογιαννίδης σε μια χειμαρρώδη συνέντευξη - Το ξεκίνημα από τη Βέροια και η διαδρομή του μέχρι σήμερα

Μίλησε για όλα στο Magazine 
Oταν αρχίζει να μιλάει ο Παύλος Κοντογιαννίδης μπορείς μόνο να του πετάξεις κάποιες σκόρπιες λέξεις και αναμνήσεις, μήπως και καταφέρεις να τον στρέψεις προς κάποια κατεύθυνση, αλλά μέχρι εκεί, δεν μπορείς να κάνεις τίποτα περισσότερο. Χείμαρρος. Και ξεκάθαρος. Απ’ το πρώτο λεπτό μου το ‘πε. “Εγώ είμαι της σχολής του Ομήρου, μιλάω πολύ. Δες εσύ μετά πώς θα τα γράψεις όλα αυτά”. Και εκείνο το μεσημέρι της Παρασκευής στην Αλεξάνδρας, πράγματι ήταν ασταμάτητος. Και ευτυχώς.

Είπαμε από τους στίχους που έχει γράψει στον Σωκράτη Μάλαμα και τον ρόλο του στο “Φτάσαμε!...” του Τσιώλη, μέχρι τους “Απαράδεκτους”, τον “Ρούχλα”, τη Λαμπέτη, την ΑΕΚ, ακόμα και για τον σωσία του στο “Chernobyl”. Και όπως θα δεις, για όλα μιλούσε με την ίδια ανεξάντλητη διάθεση.






Θέλω να ξεκινήσουμε λίγο με το guest στους “Απαράδεκτους”.

Α, τον Τζακ; Κοίτα, εγώ περίμενα η Δήμητρα να με πάρει στο μόνιμο cast, παρεξηγήθηκα λίγο, γιατί είχαμε δουλέψει μαζί, είχαμε γράψει κείμενα, και όταν έμαθα ότι θα κάνει ένα σίριαλ, λέω “γιατί; Δεν θα μπορούσα να παίξω εγώ έναν ρόλο εκεί μέσα;”. Τέλος πάντων, δεν πειράζει.

Με παίρνει, λοιπόν, η Δήμητρα τηλέφωνο και μου λέει “έχουμε γράψει ένα επεισόδιο που είναι ένας σχιζοφρενής, εσύ δηλαδή, που το ‘χει σκάσει απ’ το ψυχιατρείο και φέρνει του Τζακ Νίκολσον...”. Γιατί είχε βγει κι αυτό στην πιάτσα μας, ότι είμαι “ο Τζακ Νίκολσον της Ελλάδας”, ξέρεις, επειδή έχω το μάτι αυτό (σ.σ. παίζει το μάτι του και γελάει).

Από εκεί δηλαδή και το όνομα του χαρακτήρα.

Ε ναι, τι σου λέω. Και της απαντάω “γουστάρω, εντάξει”. Είχα δει και τα προηγούμενα επεισόδια, ήταν και ο Βλάσης πολύ καλό παιδί και μάγκας να πούμε... Στα Μελίσσια γινόταν τότε το γύρισμα, πάω, φορούσα και μια μπλούζα τότε εγώ περίεργη που είχα φέρει από Αμερική, μου δώσανε και μια καπαρντίνα... Ε, κι εκεί γίνανε τα τρομερά. Για το αποτέλεσμα που βγήκε, έφταιγε και η επαφή με τα παιδιά που ήταν άψογη.

Αυτές οι ατάκες, τα “είμαι Θεός” κλπ, ήταν αυτοσχεδιασμός;

Εντάξει, υπήρχαν και τέτοια αλλά βέβαια υπήρχε και κείμενο. Για παράδειγμα το “εγώ έφτιαξα τους κάμπους, τις λίμνες κτλ” ήτανε κείμενο, αλλά κάτι άλλα όπως “φέρτε μου ένα μαχαίρι να κόψω το μήλο”, και κάτι τέτοια τρελά, ε βγαίνανε και λίγο από μόνα τους. Ή στο τέλος που λέω “φεύγω” και βουτάω απ’ την τζαμαρία.

Σ’ αυτό επέμεινα εγώ γιατί ήταν ένας σκηνοθέτης ο οποίος δεν ήταν και τόσο μέσα στο πνεύμα να πούμε και εφόσον το συμβατικό είναι ένας κανονικός άνθρωπος να φεύγει απ’ την πόρτα, του λέω εγώ “όχι, θα φύγω απ’ τη τζαμαρία”.

Και μου λέει “και πώς θα το κάνουμε αυτό, πρέπει να αλλάξουμε κάμερες κλπ”... Μισή ώρα δεν κάναμε τη σκηνή. Του λέω “αν δεν φύγω απ’ τη τζαμαρία, δεν κάνω το φινάλε”. Και τελικά λέει “άντε να το κάνουμε ρε παιδιά να τελειώσει το επεισόδιο” και του εξηγώ ότι ”θα φύγω εγώ πίσω απ’ την κουρτίνα και θα βάλεις off έναν ήχο που θα κάνει “τζανκ”, σαν να σπάνε τζάμια”, και έτσι βγήκε αυτό το ωραίο.

ΑΝΤΙ ΓΙΑ ΣΟΥΗΔΙΑ ΚΑΙ ΑΜΕΡΙΚΗ, ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ

Μου είχε κάνει εντύπωση κάτι που είχατε πει, ότι θέλατε μετά το Γυμνάσιο να πάτε στην Αμερική, αλλά δεν πήγατε για χάρη της μάνας σας.

Ναι, μου ‘χε πει “άμα πας, εγώ θα πεθάνω”. Αλλά για να τα πάρουμε απ’ την αρχή, πρώτα από όλα εγώ ήθελα να σπουδάσω ιατρική. Τότε όμως ήταν χούντα, και με κόψανε, ενώ είχα γράψει καλά, επειδή η αδερφή μου η μεγάλη ήταν αντάρτισσα -και στον ΕΛΑΣ και στον ΔΣΕ μετά- και αυτό ήτανε γραμμένο σε φάκελο.

Και μου ‘κανε εντύπωση γιατί όταν γύρισα στη Βέροια από τη Θεσσαλονίκη που είχα πάει για εξετάσεις, μια κομμώτρια εκεί στη γειτονιά, μού λέει “πέντε μέρες σε ψάχνουν κάτι τύποι, ντυμένοι με πολιτικά”. Πάω μετά στο Μετόχι στο χωριό, μού λέει η μάνα μου “αφού σε ψάχνανε από την Ασφάλεια, να πας”.

Και τελικά πάω εκεί, ήταν ένας κύριος με το κουστουμάκι, μού λέει “ο Κοντογιαννίδης; Καθίστε”. Λέω “γιατί με ψάχνετε;”, λέει “κοίταξε να δεις, έδωσες εξετάσεις στην ιατρική, έτσι;”. Λέω “πού το ξέρετε εσείς”. “Όλα τα ξέρουμε εμείς”, μού κάνει. “Λυπάμαι που θα στο πω, αλλά δεν πέρασες”. “Πώς δεν πέρασα, του απαντάω, αφού χθες δώσαμε εξετάσεις”. Μού λέει “να, έχω τη βαθμολογία εδώ”. Και βλέπω κάτι 18άρια, αλλά στην Έκθεση που εγώ κανονικά πέταγα, βλέπω ότι έχω 8. Λέω “τι έγινε, έχω βγάλει όλο το λύκειο με 19 στην έκθεση, τόσο χάλια έγραψα;”. Λέει “μην την ψάχνεις τώρα κτλ”, και τελικά ήταν στημένο.

Λέει “κοίταξε, εμείς έχουμε μία πολύ καλή πρόταση για σένα. Θέλουμε να 'ρθεις στο σώμα”. Γενίτσαρος δηλαδή. “Σε ένα ειδικό σώμα με πολιτικά θα είσαι, ούτε στολές ούτε τίποτα”. Του απαντάω “ευχαριστώ πολύ, αλλά όχι. Γεια σας”.

Τέλος πάντων, η δουλειά έγινε έτσι, αλλά εμείς ήμασταν μια παρέα 4-5 καλά φιλαράκια, αφηνιασμένοι γιατί κοπήκαν κι αυτοί, και λέμε “θα παμε Σουηδία” να σπουδάσουμε. Τα ψάξαμε, αλλά τότε η σύμβαση ήτανε όποιος πάει σε τέτοια κράτη, σοσιαλιστικά κλπ, επειδή εδώ ήτανε χούντα, δεν μπορούσε να επιστρέψει πίσω.

Το λέω εδώ στη μάνα μου ότι “θα κάνουμε τα χαρτιά μας να πάμε Σουηδία”, λέει “είναι μακριά αυτό;”. (σ.σ. γέλια)





Της εξηγήσατε ότι δεν βοηθάει το ΚΤΕΛ.

Πόντια αγράμματη, αλλά θεάρα. Λέω “ναι, αλλά έχει ένα πρόβλημα, όσο είναι η χούντα εδώ δεν μπορώ να γυρίσω πίσω. Και μου λέει “κι εγώ τι θα κάνω;”. Εγώ ήμουν ο μικρότερος, αλλά ήμουν ο στυλοβάτης, τους φρόντιζα όλους, 13ων χρονών όργωνα όλον τον κάμπο του χωριού μου με το τρακτέρ. Λέει “εντάξει, άμα πας εσύ, τελείωσα εγώ” κι άρχισε να κλαίει και λέω “εντάξει ρε μάνα, δεν πάω...”.

Ε, περνάει ένας χρόνος, παίζω εν τω μεταξύ ένα θεατρικό για να πάμε αυτήν την πενταήμερη, κάνω τον Τούρκο πασά στο “Ηφαίστειο” του Πρεβελάκη, όπου ήταν η ανατίναξη της μονής του Αρκαδίου, και στο φινάλε πήρα 30 λεπτά χειροκρότημα, μιλάμε απογείωση. Και λέω της μάνας μου “θα φύγω, θα πάω Αμερική να σπουδάσω ηθοποιός στο Actor’s Studio”. “Α, εντάξει, σε πέντε μέρες εγώ θα πεθάνω”, μου λέει. “Ε ρε μάνα, Αμερική δεν θες, Σουηδία δεν θες…”. “Εδώ κοντά, λέει, δεν έχει τίποτα;”. Ε, και έτσι πήγα Θεσσαλονίκη.

Ισχύει ότι σας έγραψαν σε δραματική σχολή σχεδόν με το ζόρι;

Ήμασταν εκεί μια τσακαλοπαρέα απ’ το λύκειο, πολλή δεμένη τότε, επαρχιωτόπουλα, δεν είχαμε ιδέα από την πόλη. Κατεβήκαμε μια μέρα κάτω στο λιμάνι εκεί που ήτανε παλιά η Ολυμπιακή, και όπως χαζεύουμε, χάνουμε τον Λευτέρη. Λέω “να κάτσουμε εδώ που τον χάσαμε, θα ‘ρθει, πού θα πάει”.

Οπότε στο τέταρτο πάνω έρχεται, μου λέει “έλα, πάμε μαζί κάπου, σε θέλει μια κοπέλα”. Μπαίνουμε σε ένα κτίριο, ανεβαίνουμε στον δεύτερο, και μια πολύ ωραία γραμματέας, ευγενέστατη, λέει “συγγνώμη, εσείς είστε ο κύριος Κοντογιαννίδης”, λέω ναι, “βάλτε μία υπογραφή και σε 15 μέρες θα έρθετε να δώσετε εξετάσεις”. Λέω “πού;”. Λέει “στη δραματική σχολή”.

Με είχε γράψει ο Λευτέρης (σ.σ. πνίγει το βραχνό χαρακτηριστικό του γέλιο όσο μιλάει).

Πάμε δίνουμε εξετάσεις, εγώ είμαι ένα φεύγα, η φαντασία μου είναι οργιώδης, δεν μπορείς να τη χαλιναγωγήσεις. Βγαίνω και λέω το “μάνα με τους εφτά σου γιους και τη μια σου θυγατέρα” και βάζω τα κλάματα πάνω στη σκηνή, και παραμυθιάζονται όλοι από κάτω.

Και μετά από αρχαία τραγωδία έχω διαλέξει να κάνω την Αντιγόνη και να πω τον μονόλογο της -μη ξεχνάμε ότι στην αρχαιότητα άντρες παίζανε και τους γυναικείους ρόλους, αλλά εγώ τότε δεν το ήξερα αυτό, απλά μου άρεσε το κείμενο.

Και λέω Αντιγόνη, μεγάλε, και πάθανε ζημιά όλοι. Κι έτσι πέρασα στη δραματική.






Και από εκεί πήρατε το πτυχίο σας;

Όχι, έφυγα απ’ αυτήν τη σχολή, δεν μ’ άρεσε το κλίμα, πήγα στο Θεατρικό Εργαστήριο Θεσσαλονίκης, όπου ήταν ένα κίνημα μεταπολιτευτικό τρομερό, το οποίο δεν θα σου πω ότι ήταν ισάξιο με του Καρόλου Κουν, γιατί είναι λίγο ύβρις, αλλά ήταν η αντεργκράουντ σκηνή του τότε. Έβλεπες, μιλάμε, παράσταση με 200 φοιτητές και 100 ασφαλίτες, γιατί ήταν αριστερής προέλευσης το σχήμα όλο.

Και μετά φεύγω και από εκεί και πάω στη σχολή Σταυράκου, από όπου παίρνω και το πτυχίο του ηθοποιού με άριστα.

ΜΠΡΕΧΤ ΚΑΙ ΣΟΚΟΛΑΤΑ ΜΕ ΟΝΟΜΑΤΕΠΩΝΥΜΟ

Αθήνα πότε κατεβήκατε;

Κοίτα, μετά πήγα στο Θεσσαλικό, με κονέ από την Ελένη Γερασιμίδου. Και τότε ήρθε και ο Λάκης Λαζόπουλος, μέχρι τότε ήτανε στη Νομική, κι έγραφε κάτι κειμενάκια θυμάμαι, έκανε μιμήσεις τότε, σαν αυτά που έκανε ο Χάρρυ Κλυν, γιατί ο Χάρρυ ήταν στο απόγειο του τότε.

Και μετά ανεβάζουμε την περιβόητη παράσταση, που χτυπούσαμε τα αθηναϊκά θέατρα, το “Χαιρέτα μου τον Πλάτανο”.

Εκεί έβγαινα με μία τηλεόραση ανάποδα και επί πέντε λεπτά δεν έλεγα τίποτα, την κοιτούσα και γινόταν από κάτω πανικός. Αυτό κατά τον Μπρεχτ λέγεται “παραξένισμα”, δηλαδή τους δίνεις μία αφορμή και τους αφήνεις να σκέφτονται.

Το χρησιμοποίησα και στη Lila Pause, όπου ο διάλογος είναι ένα κοντινό και εσύ νομίζεις από τις πρώτες ατάκες ότι την πέφτω σε μια γκόμενα, έχεις συγκεντρωθεί εκεί και μετά λέω “Lila; Σοκολάτα…”. Κι εκεί έγινε το σουξέ το μεγάλο. “Παραξένισμα”.

Δηλαδή σε αυτήν τη διαφήμιση το σενάριο ήταν δικό σας; Και είχε και κάτι από Μπρεχτ;

Έφερε ένα σενάριο η κοπέλα που πάει ένας σε ένα περίπτερο και λέει “δώστε μου μια σοκολάτα” και κάτι τέτοια χαζά και εγώ την παίρνω, τη δοκιμάζω και λέω “Lila Pause”. Και τους απαντάω “γιατί να πληρώσεις πέντε εκατομμύρια δραχμές και δεν παίρνεις ένα μοντέλο να του δώσεις 200 δραχμές να το κάνει;”. Και της λέω “θα το κάνουμε αλλιώς. Θα κάνω εγώ τον γκόμενο, όπως ακριβώς κάναμε στον στρατό, που μας βάζανε και κάναμε ερωτική εξομολόγηση στο χαρτί υγείας. Και έτσι έγινε.

ΟΤΑΝ ΤΟΥ ΕΠΙΤΕΘΗΚΑΝ ΑΚΡΟΔΕΞΙΟΙ

Είχατε και προβλήματα όμως με αυτήν την παράσταση από ακροδεξιούς.


Γι’ αυτήν την παράσταση δεχτήκαμε επίθεση από μια χριστιανοφασιστική οργάνωση της Λάρισας -δεν ξέρω ποιος ήταν ο δεσπότης τότε- μιλάμε για πανικό.

Είχε γράψει ο Λάκης τότε ένα ομαδικό νούμερο που το κάναμε στο τέλος, όπου εγώ έκανα τον παπά εξομολογητή, ο Λάκης έκανε το παπαδοπαίδι, κι ερχόντουσαν κάτι πουτάνες και ζητούσαν διάφορα, για παράδειγμα “σε παρακαλώ, έλεγε, πάτερ θέλω μια δέηση να γίνει το στρατηγείο του ΝΑΤΟ στη Λάρισα να κονομάμε” και έκανα εγώ “υπεεεεέρ του ΝΑΤΟ στρατηγείο” κλπ…

Και φτάσανε μια βραδιά κάτι τύποι οργανωμένοι…

Μπήκανε μέσα;

Μπήκανε μέσα και βγάλανε και εισιτήριο. Και την ώρα που φτάνω εγώ στο “υπέρ του στρατηγείου δεηθώμεν”, γίνεται ένας πανικός, μεγάλε, θα πάθεις πλάκα, με καδρόνια με αυτά, να μας πλακώσουν, βρισιές, ο Λάκης να λιποθυμάει, να τρέχουμε στα νοσοκομεία... Εγώ πήγα να πάρω ένα μαδέρι, μου λένε “μην το κάνεις, ο άλλος είναι με τη φωτογραφική μηχανή, θα το βγάλουνε στην εφημερίδα”...

Τόση ώρα αυτοί δηλαδή κάθονταν ήσυχοι;

Ήσυχοι, μούγκα, περιμένανε. Είχε αυτήν τη σιωπή πριν τον σεισμό, ξέρεις. Και μόλις ξεκινάνε την επίθεση, ευτυχώς πέφτουν κάτι τηλέφωνα, έρχονται κάτι κνίτες οικοδόμοι, κάτι πασόκοι απ’ την κλαδική, κάτι γομάρια, και μας σώσανε απ’ το ξύλο.

Δεν έφαγε κανείς τίποτα;

Ο Λάκης που λιποθύμησε κάτι πρέπει να ‘φαγε, και εγώ κάτι πρέπει να ‘φαγα, αλλά έδωσα και δυο τρεις.

Είχα και το θυμιατό στα χέρια, ξέρεις, και μου ‘λεγε η Άννα η Βαγενά “μη Παύλο, αυτοί περιμένουνε την αφορμή”. Πετάξανε κι αμπούλες υδροθείου, αυτά που βρωμάνε σαν το αυγό το κλούβιο.

Και παίρνουμε την παράσταση τότε και την κατεβάζουμε και Αθήνα.







Η ΜΕΤΑΦΥΣΙΚΗ ΣΥΝΑΝΤΗΣΗ ΜΕ ΤΗ ΛΑΜΠΕΤΗ

Στο θέατρο της Έλλης Λαμπέτη. Έχετε μιλήσει για μία “σχεδόν μεταφυσική συνάντηση” που είχατε μαζί της κάποια στιγμή.

Ναι, ήταν η περίοδος που είχε διακόψει τις παραστάσεις της γιατί ήταν άρρωστη. Έπαιζε αυτήν τη φοβερή “Τα παιδιά ενός κατώτερου Θεού” και μάς δίνει την αίθουσα -”Super Star” λεγόταν τότε το θέατρο.

Η Άννα ήθελε να κατέβουμε να παίξουμε μόνο για δυο τρεις μέρες, αλλά της λέω να πάμε να παίξουμε για μια βδομάδα. Και “πώς μου λέει, άμα δεν τραβήξει το έργο;”. Πιάνουμε τα παιδιά τους λέμε την ιδέα, και πως ό, τι βγάλουμε μοιρασιά, συνεταιρισμός, σοσιαλιστικός ρεαλισμός (σ.σ. γελάει) και τελικά αντί για μια βδομάδα, καθόμαστε μεγάλε, 45 μέρες sold out! Και αν όχι και τις 45, τουλάχιστον τις 40 ήταν εκεί η Έλλη Λαμπέτη στην τελευταία σειρά και μάς παρακολουθούσε.

Γίνεται η πρεμιέρα και από κάτω είναι όλη η κουλτούρα, αλλά και του εμπορικού, από τον Καμπανέλλη μέχρι τη Ροζίτα Σώκου, κόσμος και ντουνιάς, γεμάτο συναδέλφους κι εγώ να ξέρεις τους αγαπώ τους συναδέλφους. Νιώθω μπροστά τους σαν να παίζω στην οικογένειά μου.

Αλλά εγώ τσαμπουκάς, λέω “πάμε ρε, έχουμε τόσους μήνες που παίζουμε στα χωριά, δεν μασάμε”, είχαμε και σκηνοθεσία από Φασουλή, και μουσική από Κηλαηδόνη και κειμενάρες. Θεμέλια.

Και όταν τελείωσε η παράσταση μου συνέβη κάτι σοκαριστικό.

Με τη Λαμπέτη;

Ναι. Κοίτα, εγώ δεν είμαι πολύ των δημοσίων σχέσεων, δεν μ’ αρέσουν. “Έπαιξα, με είδες, γεια σου”. Πάω να φύγω απ’ το θέατρο, γεμάτο κόσμο οι σκάλες, χαμηλώνω το κεφάλι, φτάνω στην εξώπορτα και τσακ μπροστά μου βλέπω τη Λαμπέτη, με τον σκούφο τον άσπρο, με μάτια που ήταν σαν να βλέπω το διάστημα, ένα τέτοιο πράγμα… Παγώνω. Πάω να φύγω, μού λέει “όχι, κάτσε όπως είσαι”. Πάω να πω κάτι, μού λέει ”δεν θα μιλήσουμε, θα κοιτιόμαστε μόνο για πέντε λεπτά”. Σοκ εγώ.

Βέβαια, αυτά που ήθελε να πει τα έλεγαν τα μάτια της, εγώ αποσβωλομένος εννοείται, μην τρελαθούμε. Και μέσα σ’ αυτήν την παύση, εκείνη την ώρα κατεβαίνει ο Λάκης, τσακ χώνεται και πάει να πει κάτι στη Λαμπέτη και του λέει “σσσσ, σε παρακαλώ, δεν μιλάμε τώρα”. Και συνεχίζουμε να κοιταζόμαστε.

Χαλάω την ατμόσφαιρα τώρα, το ξέρω, είναι λίγο πεζό αυτό που ρωτάω, αλλά τι ακριβώς ήθελε να κάνει με αυτό;

Με αυτό ήθελε να μου εκφράσει έναν θαυμασμό, που για μένα ήταν ηφαιστειακής δυναμικής. Τι να μου πουν τώρα οι άλλοι, τα “ήσουν ωραίος κλπ”, μπροστά σε έναν τέτοιον ογκόλιθο;

Και τη ξανασυνάντησα εκείνο το καλοκαίρι όταν την ίδια παράσταση τη δώσαμε να την ανεβάσουν στο Κηποθέατρο άλλοι συνάδελφοι -Βαλαβανίδης, Κοτανίδης κλπ- κι εγώ πήγα να τους τη δείξω, για να βγει γρήγορα σε δέκα μέρες.

Και πάμε την πρώτη μέρα, και στην τέταρτη σειρά είναι πάλι η Έλλη Λαμπέτη. Μου λέει “τι γίνεται;”. “Ε, να συμφωνήσαμε την παράσταση αυτήν να την παίξουν οι συνάδελφοι εδώ στο θερινό, και θα τους κάνω κατά κάποιον τρόπο τη σκηνοθετική επιμέλεια”. Και μου λέει τότε “η θέση η δική σου είναι εκεί πάνω. Εγώ θέλω να σε βλέπω στη σκηνή. Άκουσε τη συμβουλή μου”.





Η ΑΠΟΜΑΚΡΥΝΣΗ ΜΕ ΤΟΝ ΛΑΖΟΠΟΥΛΟ

Σαν να σας είπε δηλαδή τότε, μην το γυρίσετε ποτέ σε σκηνοθέτης, να μείνετε ηθοποιός.

Ναι, αλλά τότε ήταν και που τα σπάσαμε και με τον Λάκη με αφορμή αυτήν την παράσταση, διότι θεώρησα ότι “δεν εφέρθησαν καλά”. Και θα σου πω τον λόγο.

Συνεννοούμαστε με τον Λάκη, και του λέω “κοίταξε, θα μοιράσουμε τα ποσοστά, εγώ θα πάρω τη σκηνοθετική επιμέλεια, εσύ τα κείμενα”, και για οικονομικούς λόγους αλλά και για τι θα μπει στη μαρκίζα. Και λέει “εντάξει”.

Η πλάκα είναι ότι εγώ πάω στο Παρκ -εκείνη τη χρονιά θα έπαιζα εκεί- και αργά κάποιο βράδυ έρχεται ένα γράμμα απ’ το θέατρο Σούπερ Σταρ. Εγώ τρόμαξα, λέω γράμμα τέτοια ώρα, το έχω σε κακό, κάτι θα έγινε. Το ανοίγω και γράφει: “Παύλο λυπούμεθα κλπ, αλλά δεν μπορείς να αναλάβεις τη σκηνοθεσία, θα τα αναλάβει όλα εξ ολοκλήρου ο Λάκης”. Και εκεί τέλος.

Κόψατε επαφές.

Ναι. Βρεθήκαμε όμως πάλι φέτος και κάναμε δύο καταπληκτικά κείμενα στους “Μήτσους”, ειδικά το πρώτο σαρώνει στο YouTube. Ξαναζήσαμε όμορφες στιγμές έστω μετά από τόσες δεκαετίες.

Τότε όμως ήταν που παίξατε και στο “Καφενείον η Ελλάς” με τον Μίμη Φωτόπουλο. Εκείνος πώς ήταν;

Ιερός. Έλεγα “Θεέ μου, αυτόν τον άνθρωπο εγώ τον έβλεπα στο σινεμά και τώρα του γράφω κείμενα”; Ήταν, βέβαια, λίγο αποστασιοποιημένος, δεν ήταν σαν αυτό που έζησα την άλλη χρονιά με τον Κώστα τον Βουτσά, που ήταν πιο ανοιχτός. Ο Φωτόπουλος ήτανε σαν τον Ρίζο -κιμπάρης, βέβαια, ωραίος τύπος κι αυτός- και σαν τον Βέγγο. Όλοι αυτοί είχανε μια απόσταση, χωρίς να σημαίνει ότι ήταν και απόμακροι όμως. Ίσως έτσι να το αισθανόμουν εγώ, να ήμουν ψαρωμένος.

Σας έλεγε ιστορίες για “τότε”;

Και βέβαια μου έλεγε. Κατ’ αρχάς να ξέρεις εμένα μ’ αρέσει πολύ να ακούω ιστορίες. Σκέψου ότι μικρός, στα νυχτέρια που κάνανε τότε όλοι οι πρόσφυγες στο χωριό, με κουβάλαγε και μένα η μάνα μου -το “παιδί της γριάς” με λέγανε, γιατί τότε η μάνα μου με έκανε στα 39-40 της, τώρα στα 40 παντρεύονται- και καθόμουν και άκουγα ιστορίες για τον Τσάρο, τους Μπολσεβίκους, για ό, τι θες.

Για πείτε μου μία ιστορία που σας είπε ο Φωτόπουλος.

Μου ‘πε κάποτε ένα μεγαλειώδες για το πώς λειτουργούσαν οι τότε ηθοποιοί.

Στο Κηποθέατρο, λέει, έπαιζε ο Χατζηχρήστος, και λίγο πιο κάτω στον Μπουρνέλη έπαιζε ο Αυλωνίτης. Ήξερε ο ένας πότε τελείωνε το νούμερό του ο άλλος. Κι έτσι κάποιες μέρες μόλις τελείωνε το νούμερο του ο Αυλωνίτης πήγαινε στο Κηποθέατρο, και την ώρα που ήταν ο Χατζηχρήστος πάνω στη σκηνή, έβγαινε κι αυτός επάνω και κάνανε δικό τους νούμερο, αυτοσχεδιάζανε. Την άλλη μέρα έφευγε ο Χατζηχρήστος και ανέβαινε στη σκηνή του Αυλωνίτη και βγάζανε παπάδες. Αυτή ήταν η σχέση τότε. Ενώ μετά μπήκε και η τηλεόραση, και γεια σας.






ΡΟΥΧΛΑΣ ΚΑΙ ΦΡΟΥΤΟΠΙΑ

Εγώ θέλω να σας πάω κάπου αλλού τώρα, στον Ρούχλα. Ξέρετε η γενιά μου σας αγαπάει πολύ για κάτι τέτοιες συμμετοχές. Πώς προέκυψε;

Ο Ρούχλας, λοιπόν… Πριν απ’ αυτό κάναμε την “Φρουτοπία”, να πούμε λίγο το ιστορικό, πώς πήγα εγώ εκεί.

Παίζω στο θέατρο κι έρχεται μια όμορφη νέα κοπέλα, με ένα πράο ύφος, ήταν η Ήβη Σοφιανού, της οικογένειας Σοφιανών, αυτών των αδερφών που κάνανε όλες αυτές τις κούκλες.

“Εμείς, λέει, θα ανεβάσουμε στην τηλεόραση ένα έργο του Τριβιζά, -εγώ πρώτη φορά τον άκουγα- και θα θέλαμε να ‘ρθειτε να παίξετε έναν ρόλο. Θα κάνετε τον δικτάτορα, τον Μανώλη τον Μανάβη”. Θυμάσαι, που έλεγα κι ένα τραγούδι “τα μισώ τα φρούτα, τα μισώ”; Κι έτσι γνωριστήκαμε με την οικογένεια.

Το οποίο πήγε τρομερά καλά.

Ε, βέβαια και μάλλον τώρα το επαναδιαπραγματεύονται να γυριστεί ξανά αλλά και με τα επεισόδια που κόψανε.

Γιατί κοπήκανε;

Ε, λόγω πολιτικής…

Ακόμα και στη “Φρουτοπία” ήταν ικανοί να λογοκρίνουν δηλαδή.

Αμέ. Και μετά μου λέει θα κάνουμε του “Κουτιού τα Παραμύθια”, κι εκεί θα έχουμε ένα ροκ συγκρότημα, ο ένας θα παίζει τον πιανίστα, ο άλλος τον μπασίστα, εσύ θα κάνεις τον ντράμερ”. Άκου τώρα πώς βγήκε το όνομα “Ρούχλας”. Εκείνη την εποχή γυρίζαμε τον “Βίο και Πολιτεία”, και ήταν και ο Μητσάρας ο Πουλικάκος στην ταινία. Του λέω μια μέρα ότι ψάχνουμε όνομα και μου απαντάει “θα τον “ονομάσουμε “Ρούχλα”. Το λέω στην Ήβη και μένει το “Ρούχλας”. ‘Έτσι απλά.

Αυτήν την Παρασκευούλα που έπαιζε εκεί το μικρό κοριτσάκι, την έχετε συναντήσει ξανά από τότε;

Όχι και δεν συναντιόμασταν και ούτε τότε στα γυρίσματα. Εμείς πηγαίναμε στο στούντιο και γράφαμε τον ήχο, το οποίο ήταν κάπου εδώ στο κέντρο, ενώ το στούντιο με τις κούκλες ήταν στην Παιανία. Εμείς περνάγαμε τα λόγια και αυτοί κουνούσανε τις κούκλες.

Τα παιδιά στον δρόμο σας καταλαβαίνανε απ’ τη φωνή, σας είχε τύχει τίποτα παράξενο;

Τώρα μου έτυχε κάτι, ήμουνα μια φορά στην τράπεζα και ακούω το “φα δίεση ο Φιόγκος και ο Ρούχλας είναι λα”, και γυρίζω το κεφάλι και είναι μια κοπελίτσα με το κινητό και μου λέει “το έχω για ήχο κλήσης”. Μορφή ο Ρούχλας.

Αναφερθήκατε στον “Βίο και Πολιτεία” του Περάκη πριν λίγο.

Η τρομερή εμπειρία εκεί ήταν η γνωριμία μου με τον Περάκη. Εγώ τότε μένω κάπου εδώ κοντά, στην οδό Βαρβάκη στο Γκύζη, και είναι μια Κυριακή που έχει χαλάσει το θερμοσίφωνο, το οποίο είναι πάνω απ’ την τουαλέτα, κι έχει μια πορτούλα τόσο δα. Και είμαι εγώ μέσα στο πατάρι, στριμωγμένος, και μερεμετιάζω να δω γιατί δεν ανάβει το λαμπάκι. Και ξαφνικά χτυπάει το κουδούνι. Έρχεται η Σίσσυ η γυναίκα μου και μού λέει “είναι ο σκηνοθέτης Νίκος Περάκης απ’ έξω, και θέλει να σου δώσει ένα σενάριο”.

Εγώ τώρα δεν μπορώ να κατέβω απ’ το πατάρι και να ξανανέβω, και έρχεται μέσα ο Νίκος και είναι τώρα αυτός από κάτω, εγώ έχω βγάλει το κεφάλι μου απ’ το μικρό πορτάκι και αρχίζουμε και μιλάμε!

Μου λέει “θα κάνω μία ταινία, εδώ δεν μπορείς να καταλάβεις και πολλά γιατί οι διάλογοι είναι ακόμα ελλιπείς. Μου λέει “έχεις δει τη “Λούφα”, θέλω να κάνεις την προέκταση αυτού του τύπου που έκανε ο Σπυριδάκης, και που έχει εξελιχθεί σε πρόεδρο των ταξιτζήδων”. Και λέω “εντάξει, άσε να το διαβάσω”. Εγώ να του μιλάω τώρα απ’ το ταβάνι, πρόσεχε!

Και τον εκτίμησα αυτόν τον άνθρωπο αφάνταστα.

ΤΟ “ΦΤΑΣΑΜΕ!...” ΚΑΙ Η ΣΥΝΕΡΓΑΣΙΑ ΜΕ ΤΟΝ ΤΣΙΩΛΗ

Να μιλήσουμε λίγο για τον Τσιώλη. Έχετε παίξει στο ‘Φτάσαμεε!...”. Μπορεί οι ταινίες του να μην πήγαν πολύ καλά εμπορικά όταν βγήκαν, αλλά με τα χρόνια έχουν αποκτήσει ένα πολύ μεγάλο και φανατικό κοινό.

Και εγώ όταν την πρωτοείδα ήμουν λίγο αποστασιοποιημένος, αλλά μετά που την ξανάδα κατάλαβα ότι ήταν πολύ καλή ταινία. Με είχε φωνάξει και μου είχε δείξει το σενάριο το οποίο ξέρεις ήταν πρωτόλειο, διαμορφωνόταν ακόμη και με είχε ρωτήσει “ποιον ρόλο θες να παίξεις;”. “Του στιχουργού”, του λέω.

Α, θέλατε να παίξετε τον Λάκη.

Σκεφτότανε όμως μήπως τον κάνει ο Καλογερόπουλος και λέω “άμα είναι να τον κάνει ο Νίκος, τότε, εντάξει, πάσο”. Και ο Λάκης σε σχέση με τον μαέστρο που έκανα εγώ ήταν ουρανοξύστης μπροστά σε διώροφο. Ο δικός μου ο ρόλος αν έγινε σημαντικός, έγινε από την ερμηνεία και από τις ατάκες που λέει. Και από το φοβερό τραγούδι.

Πώς ήταν τα γυρίσματα;

Κοίτα, εγώ είχα την πίεση του χρόνου γιατί τα γυρίσματα ήταν στη Λιβαδειά και έπρεπε να γυρίσω Αθήνα γιατί το βράδυ είχα παράσταση. Αλλά εγώ είμαι λοκατζής, τα δίνω όλα, το ότι έχω το άγχος να προλάβω, αυτό δεν πάει να πει ότι δεν θα βγει και καλό.

Και είναι αυτή η σκηνή που είναι στο μπαρ, που λέω “ότι η γυναίκα είναι σαν τον λαγό, κάθεσαι και την περιμένεις”, και άλλες δύο σκηνές, φοβερές, κι εκείνοι είχαν κανονίσει να μας πάρει κανά 8ωρο για να γυριστούν. Εγώ όμως έκανα πρόβα και τις βγάζω σε μιάμιση ώρα. Αυτοί θέλανε το νταβαντούρι, να το συζητήσουμε, να αυτό, να το άλλο... Ρε παιδί μου το θέμα είναι να βγει γαμάτη. Αυτή που βλέπεις η σκηνή, βγήκε σε μια ώρα. Και τελικά αφού το παραδέχτηκαν ότι είναι καλές, τις κρατήσαμε.

Εμένα πιο πολύ μ’ αρέσει η σκηνή, η οποία και βγήκε μονορούφι, αυτή που εξηγεί γιατί η γυναίκα θέλει το αυτοκίνητο. Αυτό ήταν δυόμιση σελίδες κείμενο, που για κινηματογραφικό είναι πολύ μεγάλη σκηνή, και να ξέρεις τη θεωρώ μεγαλειώδη.

Αλλά είχαμε την πίεση του χρόνου. Το ίδιο είχαμε και στο “Τι ψυχή θα παραδώσεις μωρή”, το οποίο κανονικά θα απογειωνόταν. Η πίεση όμως ήρθε και όξυνε κάπως τις διαθέσεις…

Δεν πήρα μία από την ταινία, ήμουν ο μόνος που δεν πληρώθηκα και όταν το είπα στον Σταύρο, μου λέει “δεν σε πλήρωσε ο παραγωγός;” και προς τιμήν του, τού λέει “τα λεφτά που μου έδωσες, πάρτα πίσω, δώστα στον Παύλο”.

Και όπως είπατε είχε κι ένα φοβερό τραγούδι, το “Και τι έγινε που ήρθες”.

Ρε συ, με παίρνανε τηλέφωνο μετά από χρόνια φίλοι και μου λέγανε “ρε έχεις πει μια τραγουδάρα σε μια ταινία, την τραγουδάνε και οι Καραμπάχ τώρα…”, και την πρώτη φορά ρωτάω ένα φίλο “ποια ταινία;”, μού λέει το “Φτάσαμεε!...”. Ένα μπολερό, φοβερό.

Το οποίο μετά όμως εσείς το ξανανεβάσατε στο YouTube σε άλλη εκτέλεση. Γιατί;

Θα σου πω γιατί. Αυτό αρχικά το πήρα σε κασέτα, και μου είχε πει τότε ο Σταύρος, “Παύλο, είναι και αυτό το τραγούδι, το έχει γράψει ο Ζουγανέλης, θα το πείτε υπό τη μορφή πρόβας στην ταινία”.

Αλλά εκεί εγώ τσαντίστηκα λίγο γιατί εγώ όταν γυρίζω μια σκηνή, βάζω την ψυχή μου. Και εδώ μου είχαν κόψει τη μισή.  

Επειδή έχει βάλει μέσα τον Ζουγανέλη να τη διακόπτει, εκεί που ψήνει τα σουβλάκια και μιλάει;

Ε, μα λέω το πρώτο κουπλέ, λέω το ρεφραίν, και πάνω στο δεύτερο κουπλέ μιλάει ο Γιάννης, και λέει για τα σουβλάκια και “Αμερική βλέπετε;”. Και μετά όλοι ρωτούσανε “ρε ποια είναι τα λόγια στο δεύτερο κουπλέ;”. Δεν τα ήξερε κανείς.

Ε, μη μού το κάνεις τώρα αυτό ρε συ, και με έχεις και δέκα λεπτά πλάνο πλάτη αμόρσα… Και το τραγουδάω και live παρακαλώ, παρά το playback που άκουγα εκείνη την ώρα από ένα κασετόφωνο.

Και λέω τώρα εγώ αυτό το κομμάτι πρέπει να το ξαναγράψω. Και τότε γνωρίζω τον Άλεξ τον Βρέτο, ο οποίος είναι τζαζίστας στο ούτι, ένα όργανο που το αγαπάω πολύ γιατί είναι θλιμμένο, είναι μπλουζ όργανο. Και μου κάνει την ενορχήστρωση, μου βρίσκει και κάτι αετούς μουσικούς, και κάνουμε το κομμάτι έτσι, και το γράφουμε στο στούντιο του Τσέρτου.

Και με όλους τους στίχους αυτήν τη φορά.

Ναι. Πήρα τηλέφωνο την κόρη του Σταύρου, πολύ γλυκό κορίτσι, και αυτή μου έστειλε τους στίχους, τους κανονικούς και φυσικά μού έδωσε και την άδεια να το πω. Της ζήτησα όμως και κάτι ακόμα. Την άδεια να πω και το τραγούδι απ’ το φινάλε, το “Δεν φεύγω από κοντά σου, όσο χτυπάει η καρδιά σου…”(σ.σ. μού το λέει τραγουδώντας).

Κι αυτό σε μουσική Ζουγανέλη;

Όχι, αυτό είναι της Κατερίνας. Μου έδωσε την άδεια αλλά μου λέει, “σε παρακαλεί ο πατέρας μου εδώ να βάλεις κλαρίνο γιατί του έχει αδυναμία”. “Εννοείται της λέω, δεν υπάρχει περίπτωση, μόνο κλαρίνο θα παίζει!”. Ήταν άρρωστος τότε ο Σταύρος…

ΤΑ ΑΝΕΚΔΟΤΑ ΤΡΑΓΟΥΔΙΑ ΜΕ ΤΟΝ ΝΙΚΟ ΠΑΠΑΖΟΓΛΟΥ

Πάμε στον Μάλαμα τώρα. Πώς τον κατάφερες να γράψει τραγούδι με στίχους σου;

Πρώτα θα σου πω για τον Νίκο Παπάζογλου και θα καταλάβεις το πώς.

Αρχές ‘90 έχει γράψει η γυναίκα μου η Σίσσυ Αλατά ένα έργο, το “Κοντσέρτο για ψάρια”, το οποίο βέβαια μας έβαλε μέσα, αλλά ήταν πολύ καλό. Τότε, λοιπόν, ήρθαμε σε επαφή με τον Παπάζογλου, του στείλαμε τους στίχους, γούσταρε πάρα πολύ και έγραψε δέκα τραγούδια για την παράσταση. Ήταν η πρώτη φορά που έγραφε μουσική για θέατρο.

Τότε πήγαμε και να τον βρούμε και σ’ αυτήν τη θρυλική συναυλία στον Λυκαβηττό, η οποία έχει ηχογραφηθεί σε δίσκο. Αν ακούσεις καλά, όταν παίζει το “Πότε Βούδας, Πότε Κούδας”, ακούγεται ένα βουητό από το κοινό... Τι είχε γίνει εκεί;

Είχα πάρει ένα λουλούδι, μια αγριομολόχα, και ανέβηκα στη σκηνή να το δώσω στον Παπάζογλου. Φωνάζει ο κόσμος που βλέπει το σκηνικό και μου λέει ο Νίκος “έχω αφήσει στον δίσκο το βουητό που κάνει το κοινό, όταν ανεβαίνεις πάνω και μετά που χορεύεις και τσιφτετέλι”. Και μου στέλνει ένα παιδί όλη τη συναυλία και με βλέπω εκεί που χορεύω σαν μαλάκας (σ.σ. γελάει πνιχτά). Στο 3.00 φαίνεται καθαρά να χορεύει μαζί του στη σκηνή. 

Όπου κιθάρα στο live έπαιζε ο Μάλαμας...

Α, κάτσε περίμενε, δεν τον γνώρισα εκεί όμως.

Μετά που κατέβαινε ο Νίκος στην Αθήνα και γυρνάγαμε σε διάφορα μπαράκια και ταβέρνες, σε μία από τις κουβέντες που κάναμε, του λέω “ρε συ Νίκο υπάρχει τίποτα καλλιτεχνικό, δημιουργικό, πάνω στη Θεσσαλονίκη; Βγαίνουν συνεχιστές;” και τότε μου είπε “είναι ο Σωκράτης ο Μάλαμας που είναι καλός, αυτός θα κάνει δουλειά. Και ο Ορφέας Περίδης”.

ΣΤΙΧΟΙ ΣΤΟΝ ΜΑΛΑΜΑ

Του είχε γράψει και τραγούδια τότε ο Περίδης για τα “Σύνεργα”.

Μού είπε, λοιπόν, για δύο καλλιτέχνες. Και από τότε το κράτησα το όνομα. Και είχε δίκιο.

Ακούω πια Μάλαμα, γουστάρω κι αυτά, και λέω σε μια φίλη μου που του κάνει πρόμο στα live, να με φέρει σε επαφή μαζί του γιατί “έχω γράψει κάτι στίχους, το “Μαζί σου και στο πουθενά”, έτσι πολύ συναισθηματικό, και θέλω να του το δώσω”. Και πράγματι επικοινωνούμε με τον Σωκράτη, τα διαβάζει και μου λέει “ρε συ αυτά είναι ωραία”.

Περάσανε χρόνια όμως μέχρι να το γράψει και μια μέρα το περνάει σε ένα ντέμο και μου το στέλνει. Εγώ συγκινήθηκα όταν το άκουσα, το ‘βαζα όταν οδηγούσα για τον Βαρνάβα για το σπίτι που έχω εκεί και ήμουν έτοιμος να κλάψω.

Ήθελε όμως να το πει η Μελίνα Κανά στο νέο της άλμπουμ και του είπα “όχι, αυτό πρέπει να το πει άντρας” και έμεινε έτσι το κομμάτι.

Ναι, αλλά στο YouTube υπάρχει σε δική σας εκτέλεση.

Ναι, το ανέβασα στο κανάλι μου, στον δικό του τόνο όμως, δεύτερη εκτέλεση. Φέτος το καλοκαίρι με ξαναπήρε τηλέφωνο, και θέλει τώρα να το πει η Ιουλία Καραπατάκη, και λέω “αφού φαγώθηκες, ας το πει”. Για να το λέει, κάτι θα ξέρει παραπάνω ο καλλιτέχνης.

Παρεμπιπτόντως το κομμάτι αυτό το άκουσε ο Καρράς σε εκείνη τη μακάβρια εκπομπή της Πρωτοχρονιάς του Σπύρου Παπαδόπουλου, που λίγο μετά πέθανε ο Παντελής Παντελίδης. Είχα το CD μαζί μήπως και το πει η ορχήστρα, και μου λέει ο Βασίλης “δώστο μου”. “Είναι με τον Σωκράτη, του λέω, ρε παιδί μου το ντέμο, πρέπει να πάρω την άδεια”. “Δώστο ρε, λέει, είναι φιλαράκι ο Σωκράτης”.

Στις δέκα μέρες μέσα πάει στο στούντιο και το ηχογραφεί. Ε, και κάπου δεν τα βρήκανε, και δεν βγήκε ούτε αυτό. Το έχω δηλαδή και σε εκτέλεση με Καρρά.                       

Δώσατε κι άλλα στιχάκια όμως στον Μάλαμα που δεν τα μελοποίησε τελικά.

Ναι, το ένα που λέγεται “Στη μέση του ωκεανού” το έδωσα μετά στον Νικολόπουλο, και μέσα σε δυο μέρες έκανε μια ζεμπεκιά ο Χρήστος φοβερή.

Και έχω κι ένα άλλο, αυτό δεν του το είχα δώσει, το “Άγνωστο ζώδιο”, αυτοβιογραφικό, γιατί η μάνα μου δεν ήξερε πότε με γέννησε. “Ήταν καλοκαίρι έλεγε και αλωνίζαμε”, και τώρα δεν ξέρουμε αν είμαι γεννημένος Ιούλιο ή Αύγουστο. Αυτό το μελοποίησε ο Γιάννης ο Γιοκαρίνης που είναι φίλος.

Οπότε πάμε για δίσκο.

Ναι, έχω ένα τραγούδι του Σωκράτη, δυο του Nικολόπουλου, δύο του Γιοκαρίνη, έχω τα τραγούδια απ’ το “Φτάσαμεε..” με την άδεια του Ζουγανέλη και της Τσιώλη, συν τρία άπαιχτα τραγούδια από εκείνα του Νίκου του Παπάζογλου.

AEK

Δεν γίνεται να μη ρωτήσω και για την ΑΕΚ. Έχω ακούσει ότι κάποτε διακόψατε μια παράσταση και αρχίσατε να πανηγυρίζετε.

Αυτό έγινε όταν παίζαμε το “Δώρο” του Ρήγα στην Κιβωτό, και έπαιζε η ΑΕΚ εκείνο το φοβερό ματς, το 2-2 με τη Ρεάλ. Και είχα εγώ ένα μικρό τρανζιστοράκι και το ακουστικό εδώ στο αυτί και κάπου κάπου έκλεβα, και κάποια στιγμή όσο είμαι πάνω στη σκηνή βάζει γκολ η ΑΕΚ μέσα στο Μπερναμπέου, και φωνάζω “ΓΚΟΟΟΟΟΛ”, μου λένε “τι έγινε;”, “ΤΟ ΒΑΛΕ Η ΑΕΚ”, τους λέω.

Οι θεατές νομίσανε ότι είναι μέσα στο έργο η ατάκα, σου λέει “εντάξει, τρελός είναι αυτός, ό, τι θέλει κάνει”.

Ξύλο για την ΑΕΚ;

Όχι, ποτέ, εγώ είμαι ιδεολόγος ΑΕΚτζής.

Θέλω να κάνω και μια λίγο χαζή ερώτηση, τελευταία. Πριν μερικά χρόνια βγήκε μία σειρά, το Chernobyl. Εκεί έπαιζε ένας ηθοποιός που ήταν ίδιος με εσάς. Μη μου πείτε ότι κάποιος δεν σας έστειλε τη φωτογραφία του.

(σ.σ. γελάει πνιχτά). Μού στέλνει μία ανιψιά μου που σπουδάζει Ιατρική στη Βουλγαρία μία φωτογραφία μέσω Facebook και μου λέει “θείε, βρήκα τον δίδυμο αδερφό σου”. Και πράγματι, ειδικά σε ορισμένες φάσεις, ειδικά στο μάτι και σ’ αυτά, είναι ολόιδιος. Εν τω μεταξύ εγώ τον έψαξα αυτόν, είναι Άγγλος, πολύ καλός ηθοποιός.

Τόσα χρόνια εδώ δεν είχα βρει έναν που να μου μοιάζει, παρά μόνο έναν φυλακισμένο ο οποίος επειδή του έκανα εγώ δώρα με την Τζέσυ (σ.σ. η Τζέσυ Παπουτσή ήταν κουμπάρα του), ξέρεις, αθλητικά παπούτσια, φανέλες, κλπ, τα μαζεύαμε και τα στέλναμε στις φυλακές, κούτες ολόκληρες, όταν αποφυλακίστηκε, έρχεται και με βρίσκει. Και βλέπω τότε έναν τύπο, ίδιος ο Κοντογιαννίδης στο ξανθό. Έπαθα σοκ!

Απ’ την ντροπή του αυτός ο άνθρωπος που σκότωσε έναν και πέρασε 25 χρόνια μέσα, ενώ ήτανε μπροστά μου, κοίταζε χαμηλά.

“Είσαι ο σωσίας μου του λέω ρε, τώρα που βγήκες απ’ τη φυλακή, έλα να σε έχω δίπλα μου όταν κουράζομαι, να λες εσύ τα λόγια”! Και δεύτερος που βρήκα να μου μοιάζει είναι αυτός απ’ το "Chernobyl".

1 σχόλιο:

Παρακαλούμε τα σχόλια να είναι σύντομα και να χρησιμοποιείτε nickname για τη διευκόλυνση του διαλόγου. Ο «Βεροιώτης» δεν υιοθετεί τις απόψεις των σχολιαστών, οι οποίοι και είναι αποκλειστικά υπεύθυνοι για αυτές.

ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ

ΔΗΜΟΦΙΛΕΙΣ ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ