• http://www.veriotis.gr/
  • http://www.veriotis.gr/
  • http://www.veriotis.gr/

Η ταράτσα που έβλεπε στον κάμπο της Βέροιας

Γράφει η Ελένη Δημητριάδου
Μεγάλη φαρδιά, δέσποζε στο κέντρο της Βέροιας στη Μητροπόλεως. Απέναντι ο κάμπος, να απλώνεται μακριά, μέχρι που φτάνει το μάτι σου. Πάνω από τα σπίτια, πάνω και από το «αρχοντικό» Τσικερδάνου. Κάγκελα μπροστά να βλέπουν στη Μητροπόλεως, ένα υπερυψωμένο τοιχάκι να

περιβάλλει τις υπόλοιπες πλευρές της, πίσω το πλυσταριό και οι αποθήκες, και στη μέση η γυάλινη σκεπή του φωταγωγού. Το πλυσταριό είχε πολλαπλές χρήσεις. Πρώτα-πρώτα ήταν πλυντήριο. Ζεστό νερό στο καζάνι, πλύσιμο στις τσιμεντένιες γούρνες, τα ασπρόρουχα με λουλάκι να γίνουν τριζάτα. Η μαμά προτιμούσε να πλένει τα ρούχα στο σπίτι, αλλά το άπλωμα γινόταν πάντα στην ταράτσα.
Κι εκείνα τα σχοινιά, ατέλειωτα σχοινιά, να διασταυρώνονται και να ανεβαίνει η μαμά με την μεγάλη τσίγκινη λεκάνη γεμάτη πεντακάθαρα ρούχα να τα απλώνει, κι εγώ να της δίνω τα μανταλάκια, στην αρχή μεταλλικά σαν φιογκάκια και μετά ξύλινα. Αυτή την τελευταία συνήθεια την κράτησε για πολλά χρόνια. Και όταν άρχισα κι εγώ με τη σειρά μου να απλώνω για να τη βοηθήσω, οι ρόλοι αντιστράφηκαν, και ήταν αυτή τότε που μου έδινε τα μανταλάκια. Ήταν ο χώρος που οι μαμάδες ετοίμαζαν τις κομπόστες από κεράσι και ροδάκινο για τις κρύες μέρες του χειμώνα. Θυμάμαι στοίβες κεράσια πάνω στο τραπέζι της κουζίνας να τα καθαρίζουμε με τη φουρκέτα για να βγει το κουκούτσι τους και τα δακτυλάκια μας να γίνονται μαύρα και τα δόντια μας μελιτζανιά γιατί δεν αντέχαμε στον πειρασμό και μπουκωνόμασταν. Κι εκείνες τις υπέροχες κομπόστες ροδάκινο με το πορτοκαλί τους γυαλιστερό περιεχόμενο από καθαρισμένες φέτες του φρούτου, που μόνο που το σκέφτομαι τρέχουν τα σάλια μου.
Η μαμά δεν είχε ιδέα από κομπόστες. Ας είναι καλά οι υπόλοιπες φίλες συγκάτοικοι, κυρίες γεωπόνων – συναδέλφων του μπαμπά οι περισσότερες, που την εκπαίδευσαν κατάλληλα εκεί πάνω. Με τα ξύλα να καίγονται και να σκορπούν τη μυρωδιά τους ολούθε, τη φωτιά να μπουμπουνίζει για να βράσει το νερό στο καζάνι, όπου θα βυθιζόταν βάζα με το πολύχρωμο περιεχόμενο και μετά λέει να κουμπωθούν με εκείνα τα γυάλινα καπάκια και το σύρμα που εφάρμοζε στις εγκοπές τους. 
Ενίοτε το πλυσταριό χρησίμευε και ως αυτοσχέδιο βαφείο. Μάλιστα! Οι κυρίες που ήθελαν να φρεσκάρουν τα ρούχα τους, να ξαναβάλουν δηλαδή τα ίδια αλλά να φαίνονται καινούργια, τα έβαφαν βουτώντας τα στο καζάνι, και με ένα μεγάλο ξύλο τα ανακάτευαν για να πάει η μπογιά παντού και να βαφούν ομοιόμορφα.

Αυτό το ιστορικό καζάνι έμελλε να γίνει η τελευταία κατοικία των δίσκων του Θεοδωράκη που φιλοξενούνταν στη δισκοθήκη του πικάπ μας. Μεγάλο μακρόστενο έπιπλο, από τα πρώτα που κυκλοφόρησαν στη δεκαετία του ’60, γερμανικής προέλευσης, από γυαλιστερό σκούρο ξύλο που χωριζόταν σε δύο μέρη, δεξιά η δισκοθήκη και αριστερά το ραδιόφωνο και από κάτω το πικάπ. Έλα όμως που ήρθε η Δικτατορία και βγήκε διαταγή να παραδώσουν στην Ασφάλεια όσοι κατείχαν δίσκους του συνθέτη. Κι η μαμά, «καλή μαμά», για να προφυλάξει τον μπαμπά και να μη στιγματιστεί που άκουγε Θεοδωράκη, ανέβηκε μια μέρα στην ταράτσα με τους δίσκους αλά μπρατσέτα, τους έσπασε και πέταξε στη φωτιά τα κομματάκια τους, που έλιωσαν τελικά κάτω από το καζάνι. Αργότερα μας περιέγραφε πόσο ανθεκτικοί ήταν και δεν έσπαζαν με τίποτε! «Πήρα το τσεκούρι και τους έσπασα!», έλεγε παραστατικά και εγώ τη θαύμαζα για το θάρρος και τη δύναμή της, αν και ανατρίχιαζα λιγάκι γιατί πολύ τους λυπόμουν αυτούς τους δίσκους που τόσο άδοξα κατέληξαν στην πυρά. Στην ταράτσα ανέβαινε η μαμά για να σφάξει τις κότες. Μάλιστα! Η ταράτσα μας σφαγείο! Τότε τις αγοράζαμε ζωντανές και πουπουλένιες όχι τεμαχισμένες και τσίτσιδες όπως τώρα. Με τα δυο τους ποδαράκια δεμένα να μη μας φύγουν, έμεναν για λίγο στο μπαλκόνι μέχρι να ευκαιρήσει η μαμά, και μετά ίσα επάνω στην ταράτσα, τις ξάπλωνε σε ένα πεζουλάκι και τις καρατομούσε. Και ερχόταν η ταλαίπωρη η κότα κάτω στο διαμέρισμα αποκεφαλισμένη κι εμείς έπρεπε να την ξεπουπουλίζουμε μια ώρα μέχρι να μπει στην κατσαρόλα. Και ήταν τόσο νόστιμη η σούπα της! Μερικά πούπουλα, τα πιο απαλά, κατέληγαν μέσα στα μαξιλάρια που διακοσμούσαν τους καναπέδες και τα ντιβάνια μας. Και δεν ήταν λίγες οι φορές που τρυπούσαν το ύφασμα και έσκαζαν τη μυτούλα τους προσπαθώντας να βγουν στον αέρα και να πετάξουν.

Ήταν η ταράτσα ο παιδότοπος της κοριτσοπαρέας, όπου παίζαμε τις κυρίες κουμπάρες. Ανέβαινε η Έλλη από τον τρίτο όροφο, εγώ από το δεύτερο, ερχόταν και η Μαριάννα που έμενε στη γειτονιά μας, πρώτα στο μεγάλο σπίτι προς την Ιεραρχών και αργότερα σε ένα διαμέρισμα στη Μητροπόλεως λίγο πιο πάνω. Μαζί μας και η αδελφή της Έλλης, η Υακίνθη – Σύντια τη φωνάζαμε τότε, μια σταλιά (5-6 χρόνια μικρότερη), που χρησίμευε ενίοτε ως μωρό στα παιγνίδια μας. Η έγνοια μας ήταν πώς θα μοιράσουμε τα σπιτάκια μας, πώς θα ρίξουμε η μια την άλλη για να πάρουμε το καλύτερο μέρος, εγώ από την πλευρά μου πώς να προσπαθήσω να μη με ξεγελάσουν γιατί ήμουν και η μικρότερη (κατά ένα χρόνο!) και δεν τολμούσα να φέρω και πολλές αντιρρήσεις, πώς θα αραδιάσουμε τα κουζινικά μας, πώς θα επισκεφτούμε η μια το σπιτάκι της άλλης ως κουμπάρα. Και ώσπου να τα καταφέρουμε όλα αυτά, η ώρα τελείωνε και ακούγαμε τις φωνές των μαμάδων να μας καλούν να κατέβουμε.

Ήταν και ο θερινός μας κινηματογράφος, πολυχώρος δηλαδή, αφού από δεξιά παρακολουθούσαμε την ταράτσα του σινέ Καπρίνη και φάτσα το Φάρο. Ανέβαινε η Έλλη με την Υακίνθη και έβλεπαν με κιάλια που είχαν αγοραστεί μάλλον επί τούτου – πολύ τις ζήλευα γι’ αυτό τους το απόκτημα. Ανέβαινε και η Ρούλα που ήταν μαθήτρια Γυμνασίου και έκανε παρέα με την αδελφή μου, καμιά φορά και με το Γιάννη τον αδελφό της, για να δουν κανένα ακατάλληλο, και οι μεγάλες δεν με αφήνανε να δω κι εγώ κατιτίς. Τα κορίτσια προτιμούσαμε την ταράτσα για θερινό σινεμά. Αποφεύγαμε έτσι ενοχλητικούς εφαψίες που μπορεί να ήταν είτε αξιοσέβαστοι πολίτες που στο σκοτάδι άλλαζαν και σκοτείνιαζαν κι αυτοί, είτε ξελιγωμένοι φαντάροι. Έτσι δε χρειαζόταν να στριμώχνουμε ζακέτες και παλτά στην πολυθρόνα μας ή να κουβαλάμε πακετάκια με καρφίτσες για την προστασία μας!

Αργότερα στην εφηβεία τους, τις καλοκαιρινές μέρες, τα κορίτσια πασαλείβονταν με Nivea και έκαναν ηλιοθεραπεία μακριά από τα αδιάκριτα βλέμματα. Ευλογημένες εποχές, τότε που ο ήλιος έκανε καλό – αν εξαιρέσουμε βέβαια τα εγκαύματα στην πλάτη όταν δεν βάζαμε αντηλιακό, οπότε έπρεπε να υποστούμε τη διαδικασία του γιαουρτώματος, άσε που μετά ξεφλουδίζαμε – χάλια, χάλια!

Και μετά ήταν και ο χώρος που προσφερόταν για περιπέτεια. Ναι βέβαια. Αν δρασκέλιζες το παράθυρο του πλυσταριού, που έβλεπε στην πίσω όψη του κτηρίου, πατούσες σε ένα γείσο – κάτι σαν στενό μπαλκόνι χωρίς κάγκελα και μια χαρά μπορούσες να κάνεις τον ακροβάτη γύρω - γύρω. Αυτή την περιπέτεια την έζησα μια μέρα με τη αδελφή μου, ήταν τότε περίπου 11 χρονών κι εγώ ίσα με 5. Τη βλέπω να δρασκελίζει το παράθυρο και μάλλον ζηλεύω και ζητώ να με πάρει μαζί της. Τη θυμάμαι ακόμη να με σηκώνει αγκαλιά γιατί δεν έφτανα και να με προσγειώνει στο στενό διάδρομο. Ούτε ίλιγγος ούτε τίποτε. Και 3 ορόφους κάτω να χάσκει το τσιμέντο της αυλής - τότε δεν είχε προστεθεί ακόμη ο τελευταίος όροφος. Ωραία θα περνούσαμε αν δεν μας σταματούσαν οι τσιρίδες που έβγαλαν κάτι κυρίες από τα απέναντι σπίτια - μακριά πολύ μακριά, καλέ πού μας πήραν είδηση! Η επιστροφή ήταν άδοξη και η περιπέτεια έληξε πριν αρχίσει, και όλα θα είχαν ξεχαστεί, αν δεν γνώριζαν τη μαμά μου αυτές οι προδότρες. Καλέ τι μικρή πόλη ήταν αυτή! Όταν το έμαθε η μαμά δεν μας ξέπλυνε ούτε ο «Νιαγάρας ποταμός», αλλά μάλλον τα άκουσε περισσότερο η αδελφή μου που θεωρήθηκε η κύρια υπεύθυνη. Κι εγώ όμως, μη νομίζετε, χρόνια ένιωθα ενοχές για το τολμηρό μας εγχείρημα και είναι και δυστυχώς και η πρώτη ανάμνηση από την ταράτσα μας, τον πρώτο χρόνο της εγκατάστασής μας στην οικοδομή.


Εκεί πάνω έβρισκε καταφύγιο και μια ταλαίπωρη γιαγιά που έμενε στον όροφό μας με την οικογένεια του γιου της, και έκλαιγε τη μοίρα της και έλεγε τον πόνο της στη μητέρα μου για το πόσο την κακομεταχειριζόταν η νύφη της, με την ανοχή του γιου της. «Φύγε», της έλεγε η μαμά, «Πήγαινε πίσω στο χωριό σου». «Πού να πάω;», έλεγε η ταλαίπωρη «Πίσω εκεί είναι οι γονείς μου (υπερήλικες θυμάμαι, και μου έκανε εντύπωση που εκείνη η μαυροντυμένη γυναίκα είχε εν ζωή τους γονείς της),ποιος θα με φροντίσει, ποιος θα νοιαστεί;».


Στην είσοδο της ταράτσας, στο κεφαλόσκαλο, ανέβαζαν μερικές φορές οι νοικοκυρές κούτες με άχρηστα πράγματα. Πήγαινε τότε πρώτα η αδελφή μου και στο κατόπι της κι εγώ και εξερευνούσε πρώτα εκείνη την πραμάτεια τους, ψάχνοντας για θησαυρούς. Και όταν ήμασταν τυχερές βρίσκαμε παιγνίδια σε άριστη κατάσταση, όπως θυμάμαι κάποια κουζινικά για κούκλες, και γρήγορα-γρήγορα έβρισκαν τα καημένα ένα πιο φιλόξενο σπίτι, το σπίτι μας. Νομίζω αυτό ήταν κάτι σαν μυστικό ανάμεσα σε μένα και στην αδελφή μου, γιατί μάλλον δεν είχαμε την έγκριση της μαμάς για τέτοιου είδους εξερευνήσεις και «μετακομίσεις».

Και φυσικά ήταν και ο χώρος όπου φωτογραφιζόμασταν. Α! όλα κι όλα τέτοια θέα και να μην την τιμήσουμε! Μόλις αποκτήσαμε μηχανή, ανεβήκαμε στην ταράτσα, και να οι πόζες και να τα χαμόγελα, μπροστά εμείς να αγκαλιάζουμε τα κάγκελα και πίσω ο κάμπος, όλα μαυρόασπρα!

Και μετά, όταν φύγαμε από τη Βέροια, η ταράτσα μας στοίχειωσε τα όνειρά μου. Ανεβαίνω λέει και βρέχει ή δεν βρίσκω το κλειδί ή είναι άλλοι που την έχουν καταλάβει και διασκεδάζουν, και εγώ είμαι μάλλον παρείσακτη. Και τριγυρνάω στα τσιμέντα της και ρίχνω μια ματιά στο πλυσταριό και μπουμπουνίζει το καζάνι και έχω και ένα παιδάκι μαζί μου που πρέπει να το προστατέψω, μοιάζει με την Υακίνθη … ή μήπως όχι;

Δημοφιλείς αναρτήσεις