Τοκογλύφοι - σπάσιμο επιταγών - κλεπταποδόχοι υπεράνω υποψίας στην μαφία των ρομά

Εξηγήσεις ενώπιον του ανακριτή δίνουν οι 41 κατηγορούμενοι ως μέλη της σπείρας των Ρομά που «χτυπούσε» τόσο στα Βόρεια Προάστια και την Δυτική Αττική, αλλά και σε περιοχές της Θεσσαλονίκης, της Βέροιας της Ορεστιάδας και της Αλεξανδρούπολης. Η δράση των φερόμενων ως δραστών εντυπωσιακή και η λεία τους, σύμφωνα με τις αρχές , εκατομμύρια ευρώ.
Στόχος τους χρηματοκιβώτια, τιμαλφή και κοσμήματα, που, σύμφωνα με την κατηγορία, τα έδιναν σε κλεπταποδόχους υπεράνω πάσης υποψίας οι οποίοι με τη σειρά τους τα πωλούσαν μέσα σε χρόνο ρεκόρ. Στο στόχαστρό τους εκτός από σπίτια και εταιρίες έμπαιναν ΑΤΜ τραπεζών, τα οποία άδειαζαν χρησιμοποιώντας μπουκάλες οξυγόνου, αλλά και σούπερ μάρκετ, μαιευτήρια, και πρατήρια υγρών καυσίμων.

«Σχεδόν αμέσως μετά την διάπραξη των αδικημάτων, παρέδιδαν τα κλοπιμαία σε κατ'επάγγελμα κλεπταποδόχους, οι οποίοι έχοντας αναπτύξει κατάλληλο δίκτυο πελατών, τα διέθεταν περαιτέρω, αποκομίζοντας με αυτόν τον τρόπο παράνομα οικονομικά οφέλη, τα οποία διαμοίραζαν με τους τροφοδότες τους. Η ως άνω κατ'εξακολούθηση και συστηματική εγκληματική δράση, οικοδόμησε μία διαρκή σχέση αλληλεξάρτησης, μεταξύ των δύο, ώστε ανά πάση στιγμή να διατηρούν την δυνατότητα παράνομης παροχής και ζήτησης. Με αυτόν τον τρόπο, τα μέλη των εγκληματικών οργανώσεων δεν κατείχαν παρά για ελάχιστο χρόνο τα κλοπιμαία, με συνέπεια σε περίπτωση τυχαίου αστυνομικού ελέγχου, να μην μπορούν να συνδεθούν άμεσα με αυτά» αναφέρεται σε έγγραφο της αστυνομίας.

Μάλιστα, τα μέλη της σπείρας είχαν επεκτείνει τις…δουλειές τους καθώς φέρονται , σύμφωνα με πληροφορίες, να συνεργάζονταν με τοκογλύφους και να «σπάνε» επιταγές.

Αυτό που προκαλεί αίσθηση στις αρχές είναι η δομή και ο επαγγελματισμός της πολυμελούς «εγκληματικής οργάνωσης» καθώς, σύμφωνα με το κατηγορητήριο, τα μέλη της είχαν συγκεκριμένους ρόλους με σκοπό να μειώνουν στο ελάχιστο τα λάθη άρα και την πιθανότητα να πιαστούν στην τσιμπίδα του νόμου. Η εγκληματική οργάνωση ήταν χωρισμένη στα δύο και στη συνέχεια «έσπαγε» σε υπο-ομάδες για να χάνονται τα ίχνη των μελών της. Οι αρχηγοί συντόνιζαν τις επιχειρήσεις δίνοντας τις απαραίτητες εντολές.

Οι κινήσεις τους ήταν τόσο καλά σχεδιασμένες που συγγενικό πρόσωπο του φερόμενου ως αρχηγού εμφανίζεται να συντόνιζε την ομάδα από το… σπίτι του όπου παρακολουθούσε μέσω ασυρμάτου τις συχνότητες της αστυνομίας. Είναι χαρακτηριστικό πως ένα από τα φερόμενα ως μέλη της οργάνωσης που δρούσε στη Βόρεια Ελλάδα μέσω της «ομάδας πόλης» που είχαν συστήσει πηγαινοερχόταν στην Βουλγαρία όπου και διέμενε τις περισσότερες ημέρες του μήνα θεωρώντας πως με αυτό τον τρόπο δεν θα εντοπιστεί από την αστυνομία.

Πολλά από τα μέλη της οργάνωσης είχαν αποκτήσει εξειδίκευση στους συναγερμούς, τους οποίους ξήλωναν και τοποθετούσαν σε κουβάδες με νερό ενώ έκοβαν τα τηλεφωνικά καλώδια των σπιτιών για να μην υπάρχει πρόσβαση με εταιρία φύλαξης.