«Μουσείο» ετοιμάζεται να κάνει όλη τη Βέροια το Υπουργείο;

«ΦΥΛΛΟ» ΔΕ ΘΑ ΚΟΥΝΙΕΤΑΙ ΧΩΡΙΣ ΕΓΚΡΙΣΗ ΑΠΟ ΤΗΝ ΑΡΧΑΙΟΛΟΓΙΑ
Το Υπουργείο Πολιτισμού και Αθλητισμού με έγγραφό του γνωστοποίησε στο Δήμο Βέροιας την κίνηση της διαδικασίας οριοθέτησης - αναοριοθέτησης του αρχαιολογικού χώρου της πόλεως Βέροιας. Μέχρι σήμερα δεν είχε οριοθετηθεί ως αρχαιολογικός χώρος
η πόλη της Βέροιας και η ευρύτερη εκτός σχεδίου περιοχή, πλην κάποιων οικοδομικών τετραγώνων που βρίσκονται πλησίον μνημείων εντός της πόλης.
Η εν λόγω αναοριοθέτηση, όπως αυτή αποτυπώνεται στο σχετικό έγγραφο, περιλαμβάνει το σύνολο σχεδόν του πολεοδομικού συγκροτήματος του Δήμου Βέροιας και μεγάλο τμήμα εκτός του εγκεκριμένου ρυμοτομικού σχεδίου.

Το δημοτικό συμβούλιο καλείται στην προσεχή συνεδρίαση της Τετάρτης 20/7 να γνωμοδοτήσει σχετικά με την επικείμενη οριοθέτηση - αναοριοθέτηση του αρχαιολογικού χώρου της πόλεως Βέροιας. Διαβάστε αναλυτικά το εισηγητικό του θέματος, που θα συζητηθεί πρώτο και τι προβλέπει η οριοθέτηση - αναοριοθέτηση:

Θέμα: Οριοθέτηση - αναοριοθέτηση αρχαιολογικού χώρου πόλεως Βέροιας

Σχετ: Το με αριθμό πρωτοκόλλου ΥΠΠΟΑ/ΓΔΑΠΚ/ΔΙΠΚΑ/ΤΠΚΑΧΜΑΕ/Φ37/177531/106717/7263/2014/30-5-2016 έγγραφο του Υπουργείου Πολιτισμού και Αθλητισμού


Οι αρχαιολογικοί χώροι διέπονται από τις διατάξεις του Ν. 3028/2002 (ΦΕΚ 153Α/28-6-2002) «Για την προστασία των αρχαιοτήτων και εν γένει της πολιτιστικής κληρονομιάς».
Ως αρχαιολογικοί χώροι νοούνται εκτάσεις στην ξηρά ή στη θάλασσα ή στις λίμνες ή στους ποταμούς, οι οποίες περιέχουν ή στις οποίες υπάρχουν ενδείξεις ότι περιέχονται αρχαία μνημεία ή αποτελούν ή υπάρχουν ενδείξεις ότι αποτέλεσαν από τους αρχαιοτάτους χρόνους έως και το 1830 μνημειακά, οικιστικά ή ταφικά σύνολα. Οι αρχαιολογικοί χώροι περιλαμβάνουν και το απαραίτητο ελεύθερο περιβάλλον που επιτρέπει στα σωζόμενα μνημεία να συντίθενται σε ιστορική αισθητική και λειτουργική ενότητα.

Για τους εκτός οικισμών αρχαιολογικούς χώρους προβλέπονται τα εξής:
«Άρθρο 13
1. Στους χερσαίους αρχαιολογικούς χώρους που βρίσκονται εκτός σχεδίου πόλεως ή εκτός ορίων νομίμως υφισταμένων οικισμών, η άσκηση γεωργίας, κτηνοτροφίας, θήρας ή άλλων συναφών δραστηριοτήτων, καθώς και η οικοδομική δραστηριότητα είναι δυνατή μετά από άδεια, που χορηγείται με απόφαση του Υπουργού Πολιτισμού ύστερα από γνώμη του Συμβουλίου. Οι όροι άσκησης γεωργίας, κτηνοτροφίας, θήρας ή άλλων συναφών δραστηριοτήτων μπορεί να τίθενται και κανονιστικά με απόφαση του Υπουργού Πολιτισμού.

2. Με απόφαση του Υπουργού Πολιτισμού, η οποία εκδίδεται ύστερα από γνώμη του Συμβουλίου και η οποία διατυπώνεται ύστερα από την πραγματοποίηση αυτοψίας, από κλιμάκιο μελών του ή επιτροπή που συγκροτείται από μέλη του και ειδικούς επιστήμονες, συνοδεύεται από σχετικό διάγραμμα και δημοσιεύεται μαζί με αυτό στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, είναι δυνατόν να καθορίζεται μέσα στους χώρους της προηγούμενης παραγράφου περιοχή στην οποία απαγορεύεται παντελώς η δόμηση (Ζώνη Προστασίας Α΄). Στην περιοχή αυτή μπορεί να επιτρέπεται με ειδικά αιτιολογημένη απόφαση του Υπουργού Πολιτισμού, ύστερα από γνώμη του Συμβουλίου, μόνο η κατασκευή κτισμάτων ή προσθηκών σε υπάρχοντα κτίρια που είναι αναγκαία για την ανάδειξη των μνημείων ή χώρων καθώς και για την εξυπηρέτηση της χρήσης τους. Με την απόφαση αυτή καθορίζεται και η θέση του κτίσματος στην περιοχή ή το μέρος του κτιρίου στο οποίο γίνεται η προσθήκη. Με απόφαση του Υπουργού Πολιτισμού, η οποία εκδίδεται ύστερα από γνώμη του Συμβουλίου και η οποία διατυπώνεται ύστερα από την πραγματοποίηση αυτοψίας από μέλη του ή επιτροπή που ορίζεται από αυτό, συνοδεύεται από σχετικό διάγραμμα και δημοσιεύεται μαζί με αυτό στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, είναι δυνατόν να καθορίζεται μέσα στους χώρους της παραγράφου 1, εάν είναι εκτεταμένοι, περιοχή σε μέρος ή στο σύνολο της οποίας θα ισχύουν, δυνάμει της κοινής απόφασης του επόμενου εδαφίου, ειδικές ρυθμίσεις ως προς τους όρους δόμησης ή τις χρήσεις γης ή τις επιτρεπόμενες δραστηριότητες ή και όλους τους πιο πάνω περιορισμούς (Ζώνη Προστασίας Β΄). Με κοινή απόφαση του Υπουργού Πολιτισμού και του κατά περίπτωση αρμόδιου Υπουργού, που εκδίδεται ύστερα από γνώμη των οικείων γνωμοδοτικών οργάνων, καθορίζονται στη συνέχεια οι ειδικοί όροι δόμησης, οι χρήσεις γης, οι επιτρεπόμενες δραστηριότητες, καθώς και η δυνατότητα και οι προϋποθέσεις συνέχισης της λειτουργίας υφιστάμενων νόμιμων δραστηριοτήτων. Η κοινή αυτή απόφαση εκδίδεται μέσα σε τρεις (3) μήνες από την αποστολή του σχεδίου από το Υπουργείο Πολιτισμού στα συναρμόδια Υπουργεία.

3. Τα όρια των ζωνών προστασίας μπορεί να ανακαθορίζονται με την ίδια διαδικασία με βάση τα δεδομένα της αρχαιολογικής έρευνας και τις συνθήκες προστασίας των αρχαιολογικών χώρων ή μνημείων. Ακίνητα, στα οποία υπάρχουν ορατά αρχαία και εντάσσονται σε Ζώνη Προστασίας Α΄, απαλλοτριώνονται εάν εμπίπτουν στην παρ. 3 του άρθρου 19.»

Για τους αρχαιολογικούς χώρους εντός οικισμών προβλέπονται τα ακόλουθα:
«Άρθρο 14
Αρχαιολογικοί χώροι σε οικισμούς Οικισμοί που αποτελούν αρχαιολογικούς χώρους
1. Στους αρχαιολογικούς χώρους που βρίσκονται εντός σχεδίου πόλεως ή των ορίων νομίμως υφισταμένων ενεργών οικισμών είναι δυνατόν να καθορίζονται ζώνες προστασίας σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 13. Σε μη ενεργούς οικισμούς ή σε τμήματά τους που βρίσκονται εντός σχεδίου πόλεως ή των ορίων νομίμως υφισταμένων ενεργών οικισμών και αποτελούν αρχαιολογικούς χώρους, υπό την επιφύλαξη του προηγούμενου εδαφίου, απαγορεύεται η ανέγερση νέων κτιρίων και επιτρέπεται η αποκατάσταση ερειπωμένων κτισμάτων, καθώς και η κατεδάφιση εκείνων που έχουν χαρακτηρισθεί ετοιμόρροπα υπό τους όρους των περιπτώσεων β΄ και γ΄ αντιστοίχως της παραγράφου 2 του παρόντος. Κατά τα λοιπά εφαρμόζονται σε αυτούς οι υπόλοιπες διατάξεις των παραγράφων 2, 3, 4 και 5 του παρόντος.

2. Στους ενεργούς οικισμούς ή σε τμήματά τους που αποτελούν αρχαιολογικούς χώρους απαγορεύονται οι επεμβάσεις που αλλοιώνουν το χαρακτήρα και τον πολεοδομικό ιστό ή διαταράσσουν τη σχέση μεταξύ των κτιρίων και των υπαίθριων χώρων. Επιτρέπεται μετά από άδεια που χορηγείται με απόφαση του Υπουργού Πολιτισμού, η οποία εκδίδεται μετά από γνώμη των οικείου γνωμοδοτικού οργάνου:

α) η ανέγερση νέων κτισμάτων, εφόσον συνάδουν από πλευράς όγκου, δομικών υλικών και λειτουργίας με το χαρακτήρα του οικισμού,

β) η αποκατάσταση ερειπωμένων κτισμάτων, εφόσον τεκμηριώνεται η αρχική τους μορφή και δεν εμπίπτουν σε κοινόχρηστο χώρο του οικισμού ή του εγκεκριμένου ρυμοτομικού σχεδίου

γ) η κατεδάφιση υφιστάμενων κτισμάτων, εφόσον δεν αλλοιώνεται ο χαρακτήρας του συνόλου ή χαρακτηρισθούν ετοιμόρροπα κατά τις διατάξεις του άρθρου 41, ή επικινδύνως ετοιμόρροπα κατά τις διατάξεις του άρθρου 7 του π.δ. 13/22.4.1929 (Κώδικας Βασικής Πολεοδομικής Νομοθεσίας - ΦΕΚ 580 Δ71999, άρθρο 428).

δ) η εκτέλεση οποιουδήποτε έργου στα υφιστάμενα κτίσματα, στους ιδιωτικούς ακάλυπτους χώρους και τους κοινόχρηστους χώρους, λαμβανομένου πάντα υπόψη του χαρακτήρα του οικισμού ως αρχαιολογικού χώρου. Η άδεια δεν απαιτείται σε περίπτωση τεχνικού ή άλλου έργου ή οικοδομικών εργασιών στο εσωτερικό υφισταμένου κτιρίου, οι οποίες δεν επιφέρουν τροποποιήσεις των όψεων αυτού και δεν περιλαμβάνουν εκσκαφές, καθώς και σε περίπτωση εργασιών στους ιδιωτικούς ακάλυπτους χώρους, οι οποίες δεν περιλαμβάνουν εκσκαφές.

ε) η χρήση κτίσματος ή και των ελεύθερων χώρων του, εάν εναρμονίζεται με το χαρακτήρα και τη δομή τους.

3. Σε περίπτωση επείγουσας ανάγκης για την αποτροπή άμεσου κινδύνου είναι δυνατή η εκτέλεση εργασιών αποκατάστασης βλάβης χωρίς την παραπάνω άδεια μετά από ενημέρωση της Υπηρεσίας, η οποία μπορεί να διακόψει τις εργασίες με σήμα της.

4. Η κατά την προηγούμενη παράγραφο απαιτούμενη άδεια εκδίδεται πριν από όλες τις άλλες άδειες άλλων αρχών που αφορούν στην εκτέλεση του έργου, σε κάθε περίπτωση μέσα σε εξήντα (60) ημέρες από την υποβολή της σχετικής αίτησης, τα δε στοιχεία της αναγράφονται με ποινή ακυρότητας σε αυτές. Η άδεια αλλαγής της χρήσης εκδίδεται μέσα σε δέκα (10) ημέρες.

5. Στους παραπάνω αρχαιολογικούς χώρους απαγορεύονται δραστηριότητες, καθώς και χρήσεις των κτισμάτων, των ελεύθερων χώρων τους και των κοινόχρηστων χώρων, οι οποίες δεν εναρμονίζονται με το χαρακτήρα και τη δομή των επί μέρους κτισμάτων ή χώρων ή του συνόλου. Για τον καθορισμό της χρήσης κτίσματος ή ελεύθερου χώρου αυτού ή κοινόχρηστου χώρου χορηγείται άδεια με απόφαση του Υπουργού Πολιτισμού, η οποία εκδίδεται ύστερα από γνώμη του Συμβουλίου.

6. Μέσα στους αρχαιολογικούς χώρους που είναι ενεργοί οικισμοί καθορίζονται, με προεδρικό διάταγμα που εκδίδεται ύστερα από πρόταση των Υπουργών Πολιτισμού και Περιβάλλοντος, Χωροταξίας και Δημόσιων Έργων και του τυχόν άλλου κατά περίπτωση συναρμόδιου Υπουργού, ειδικές ρυθμίσεις όσον αφορά τους περιορισμούς της ιδιοκτησίας, τις χρήσεις γης ή κτιρίων, τους όρους δόμησης ή τις επιτρεπόμενες δραστηριότητες».

Επιπλέον στην παράγραφο 2 του άρθρου 3 προβλέπεται ότι: «2. Η προστασία των μνημείων, αρχαιολογικών χώρων και ιστορικών τόπων περιλαμβάνεται στους στόχους οποιουδήποτε επιπέδου χωροταξικού, αναπτυξιακού, περιβαλλοντικού και πολεοδομικού σχεδιασμού ή σχεδίων ισοδύναμου αποτελέσματος ή υποκατάστατών τους.»

Είναι προφανές ότι, εφαρμογή στο σύνολο του δομημένου ιστού περιορισμών στη δόμηση, στις χρήσεις γης και στη χωροθέτηση και λειτουργία παραγωγικών δραστηριοτήτων, θα επηρεάσει τη λειτουργία και την εξέλιξη της πόλης πολλαπλά.

Ο χαρακτηρισμός ως αρχαιολογικού χώρου του μεγαλύτερου μέρους του εγκεκριμένου ρυμοτομικού σχεδίου της πόλης αλλά και τμημάτων εκτός αυτού, έρχεται σε αντίθεση και ακυρώνει στην ουσία τον μέχρι σήμερα πολεοδομικό σχεδιασμό, δεδομένου ότι αφενός η συγκεκριμένη οριοθέτηση δεν περιλαμβάνεται μέχρι σήμερα σε οποιουδήποτε επιπέδου σχεδιασμό κατά την έννοια της παρ. 2 του άρθρου 3 του Ν. 3028/2002 και αφετέρου θα προκαλέσει αναθεώρηση ακόμα και του υπερκείμενου χωροταξικού σχεδιασμού με αφετηρία την προστασία των αρχαιοτήτων και της πολιτιστικής κληρονομιάς καθιστώντας την ανάπτυξη της πόλης (οικονομικής, κοινωνικής κλπ) μείζονος σημασίας.

Επιπλέον σύμφωνα με τα όσα εκτέθηκαν παραπάνω, για οποιαδήποτε παραγωγική δραστηριότητα (οικοδομική, αγροτική κλπ) θα απαιτείται η έγκριση με απόφαση του Υπουργού Πολιτισμού ύστερα από τη γνώμη του κατά τις διατάξεις των άρθρων 49 έως 51 του Ν. 3028/2002 Συμβουλίου, γεγονός που θα δυσχεράνει και θα δημιουργήσει στρεβλώσεις σε όλους σχεδόν τους τομείς της οικονομικής και όχι μόνο ανάπτυξης της πόλης.

Η προστασία και ανάδειξη των αρχαιοτήτων και της πολιτιστικής κληρονομιάς είναι απαραίτητη και μπορεί να προσδώσει πολλαπλά οφέλη στην πόλη όταν εντάσσεται στον ευρύτερο σχεδιασμό, γίνεται στοχευμένα και συνυπάρχει αρμονικά με όλες τις δραστηριότητες της πόλης και ιδιαίτερα στο δομημένο της τμήμα.