http://picasion.com/
http://picasion.com/
http://picasion.com/
http://picasion.com/

Κομπόστα ροδάκινου: Νέες αγορές σε Mercosur και Ινδία δίνουν διέξοδο στον κλάδο

Στο επίκεντρο Πέλλα και Ημαθία εν μέσω πιέσεων
Σε μια περίοδο έντονης αβεβαιότητας για τον κλάδο της μεταποίησης ροδάκινου, οι νέες εμπορικές συμφωνίες με τις χώρες της Mercosur και την Ινδία αναδεικνύονται σε κρίσιμους μοχλούς επανεκκίνησης της εξωστρέφειας.

Όπως αναφέρει το makedonikanea.gr, με την παραγωγική βάση να εδράζεται διαχρονικά στην Κεντρική Μακεδονία και ειδικότερα στην Πέλλα και την Ημαθία, όπου συγκεντρώνεται η πλειονότητα της πρώτης ύλης, η αναζήτηση νέων αγορών αποκτά στρατηγική σημασία. Την ίδια στιγμή, ο κλάδος καλείται να διαχειριστεί ένα σύνθετο περιβάλλον που συνδυάζει διεθνή ανταγωνισμό, μεταβαλλόμενες καταναλωτικές τάσεις, πιέσεις στο κόστος και δομικά προβλήματα στην πρωτογενή παραγωγή.

Η ελληνική κομπόστα ροδάκινου παραμένει ένα από τα πιο δυναμικά εξαγωγικά προϊόντα της χώρας, με συνολική αξία που σε καλές χρονιές ξεπερνά τα 600 εκατ. ευρώ, συμπεριλαμβανομένων και των συναφών προϊόντων όπως τα βερίκοκα και τα αχλάδια. Πρόκειται για έναν κλάδο με ιστορία 60 ετών, στον οποίο δραστηριοποιούνται 16 βιομηχανίες, ενώ περισσότεροι από 10.000 παραγωγοί ασχολούνται με την καλλιέργεια συμπύρηνου ροδάκινου.

Οι νέες αγορές αλλάζουν τους όρους του παιχνιδιού


Καθοριστικό ρόλο στις φετινές προοπτικές διαδραματίζουν οι εξελίξεις στο εμπορικό πεδίο. Όπως επισημαίνει ο πρόεδρος της Ένωσης Κονσερβοποιών Ελλάδος (ΕΚΕ), Κωνσταντίνος Αποστόλου, η συμφωνία με τις χώρες της Mercosur δημιουργεί προϋποθέσεις επαναφοράς μιας αγοράς που είχε ουσιαστικά χαθεί λόγω υψηλών δασμών. Συγκεκριμένα, χώρες όπως η Βραζιλία και η Αργεντινή, οι οποίες στο παρελθόν απορροφούσαν 30.000 έως 40.000 τόνους κομπόστας ροδάκινου, είχαν περιορίσει δραστικά τις εισαγωγές όταν οι δασμοί ανήλθαν στο 35%. Με τη νέα συμφωνία, οι δασμοί μειώνονται σταδιακά – από 30% άμεσα, σε 25% από το 2027, με περαιτέρω αποκλιμάκωση τα επόμενα χρόνια. «Εκτιμούμε ότι θα ανοίξει ξανά αυτή η αγορά», σημειώνει ο κ. Αποστόλου, τονίζοντας ότι η συγκεκριμένη εξέλιξη μπορεί να δώσει ανάσα σε έναν κλάδο που αναζητά νέες διεξόδους.

Αντίστοιχα σημαντική θεωρείται και η εμπορική συμφωνία της ΕΕ με την Ινδία, μια αγορά στην οποία η Ελλάδα δεν είχε μέχρι σήμερα ουσιαστική παρουσία, λόγω δασμών που ξεπερνούσαν το 50%. Με τα νέα δεδομένα, οι δασμοί για προϊόντα όπως οι φρουτοσαλάτες και οι χυμοί μηδενίζονται άμεσα, ενώ για την κομπόστα ροδάκινου προβλέπεται πλήρης κατάργηση εντός πενταετίας.

Η εξέλιξη αυτή δημιουργεί νέα δεδομένα για τη διείσδυση ελληνικών προϊόντων σε μια ταχέως αναπτυσσόμενη αγορά με μεγάλο πληθυσμιακό και καταναλωτικό δυναμικό.

Παραδοσιακές αγορές υπό πίεση

Παρά τις θετικές προοπτικές, οι βασικές αγορές εμφανίζουν σημάδια κόπωσης. Η Ευρωπαϊκή Ένωση παραμένει η μεγαλύτερη αγορά σε όγκο, απορροφώντας περίπου το 45% της παραγωγής, ωστόσο καταγράφεται σημαντική μείωση σε χώρες όπως η Γερμανία, όπου οι εισαγωγές έχουν υποχωρήσει σχεδόν στο μισό σε σχέση με το παρελθόν. Αντίθετα, οι Ηνωμένες Πολιτείες αναδεικνύονται στον σημαντικότερο πελάτη σε όρους αξίας, απορροφώντας προϊόντα αξίας περίπου 100 εκατ. ευρώ ετησίως, κυρίως υψηλής ποιότητας και εξειδικευμένων συσκευασιών.

Ωστόσο, η αβεβαιότητα που δημιουργούν οι εμπορικές πολιτικές και οι δασμοί –οι οποίοι διαμορφώνονται πλέον στο 27% από 17% προηγουμένως– καθιστά τη συγκεκριμένη αγορά λιγότερο προβλέψιμη.

Την ίδια ώρα, ο ανταγωνισμός εντείνεται. Η Κίνα ενισχύει τη θέση της ως δεύτερος μεγαλύτερος εξαγωγέας παγκοσμίως, με εξαγωγές που φτάνουν τους 150.000 τόνους ετησίως, ενώ η Ισπανία επανέρχεται δυναμικά, διαθέτοντας πρώτες ύλες σε πολύ χαμηλές τιμές. Ταυτόχρονα, χώρες όπως η Νότια Αφρική και η Αργεντινή λειτουργούν με πιο οργανωμένα και συγκεντρωτικά μοντέλα παραγωγής, επιτυγχάνοντας υψηλότερες αποδόσεις και χαμηλότερο κόστος.

Η κρίση στον χυμό και η αλλαγή καταναλωτικών προτύπων

Ένα από τα πιο ανησυχητικά σημεία αφορά την αγορά του χυμού ροδάκινου. Η παγκόσμια κατανάλωση παρουσιάζει σημαντική κάμψη, με αποτέλεσμα τη συσσώρευση αποθεμάτων και την κατάρρευση των τιμών. Όπως αναφέρεται χαρακτηριστικά, ο συμπυκνωμένος χυμός που πριν από δυόμισι χρόνια πωλούνταν περίπου 1.700 ευρώ, σήμερα δεν φτάνει καν σε τριψήφια επίπεδα, ενώ σε πολλές περιπτώσεις δεν υπάρχει καν αγοραστικό ενδιαφέρον. Αυτό οδηγεί σε εκτιμήσεις ότι φέτος η απορρόφηση ροδάκινων για χυμό θα είναι περιορισμένη, επηρεάζοντας άμεσα την πρωτογενή παραγωγή.

Στο πεδίο της παραγωγής, οι προκλήσεις είναι εξίσου έντονες. Όπως υποστηρίζει ο πρόεδρος του Αγροτικού Συνεταιρισμού «Νέος Απόλλων», Γεώργιος Νεστορόπουλος, ο κλάδος βρίσκεται αντιμέτωπος με γήρανση του αγροτικού πληθυσμού, έλλειψη νέων παραγωγών και αυξανόμενο κόστος. «Δεν υπάρχει παραγωγός κάτω των 35 ετών στον συνεταιρισμό μας», σημειώνει, υπογραμμίζοντας ότι η επόμενη δεκαετία θα είναι κρίσιμη για τη βιωσιμότητα της καλλιέργειας.

Ταυτόχρονα, παρατηρείται εκρίζωση καλλιεργειών και στροφή σε άλλες δραστηριότητες, όπως το ακτινίδιο ή ακόμη και το βαμβάκι, ενώ η κλιματική αλλαγή και φαινόμενα όπως η παραμόρφωση των καρπών εντείνουν την αβεβαιότητα για την ποιότητα και τις τελικές αποδόσεις.

Δομικά προβλήματα και ανάγκη αναδιοργάνωσης

Ένα από τα βασικά ζητήματα που αναδεικνύονται είναι η αποδιοργάνωση του συνεταιριστικού κινήματος. Σε αντίθεση με το παρελθόν, όπου υπήρχε συγκεντρωμένη διαπραγματευτική δύναμη, σήμερα η αγορά χαρακτηρίζεται από πολυδιάσπαση, με αποτέλεσμα η τιμή να διαμορφώνεται κυρίως από τη βιομηχανία.

Στο πλαίσιο αυτό, τόσο η βιομηχανία όσο και οι παραγωγοί επιδιώκουν τη δημιουργία μιας ισχυρής διεπαγγελματικής οργάνωσης, η οποία θα μπορούσε να θέσει κανόνες και να βελτιώσει τη λειτουργία της αγοράς. «Είναι ώριμο πλέον το τοπίο για μια τέτοια πρωτοβουλία», προσθέτει ο κ. Νεστορόπουλος, επισημαίνοντας ότι η επιβίωση του κλάδου εξαρτάται από τη συνεργασία όλων των εμπλεκόμενων.

Το στοίχημα της επόμενης ημέρας

Σε αυτό το σύνθετο περιβάλλον, το άνοιγμα νέων αγορών αποτελεί ίσως τη σημαντικότερη ευκαιρία για τον κλάδο της κομπόστας ροδάκινου. Ωστόσο, όπως προκύπτει από τα στοιχεία και τις τοποθετήσεις των εμπλεκομένων, η αξιοποίηση αυτής της ευκαιρίας προϋποθέτει παράλληλα την αντιμετώπιση βαθύτερων διαρθρωτικών προβλημάτων. Η αναδιάρθρωση της παραγωγής, η ενίσχυση των συνεργατικών σχημάτων, η προσαρμογή στις νέες καταναλωτικές τάσεις και η διαχείριση του κόστους αποτελούν κρίσιμες προϋποθέσεις ώστε η Πέλλα, η Ημαθία και συνολικά η Κεντρική Μακεδονία να διατηρήσουν τον πρωταγωνιστικό τους ρόλο σε έναν κλάδο που παραμένει στρατηγικής σημασίας για την ελληνική οικονομία.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Παρακαλούμε τα σχόλια να είναι σύντομα και να χρησιμοποιείτε nickname για τη διευκόλυνση του διαλόγου. Ο «Βεροιώτης» δεν υιοθετεί τις απόψεις των σχολιαστών, οι οποίοι και είναι αποκλειστικά υπεύθυνοι για αυτές.

ΔΗΜΟΦΙΛΕΙΣ ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ