Αρματολίκι και διοίκηση στη Βλάστη

Του Γιάννη Τσιαμήτρου
Η θέση και το φυσικό περιβάλλον της Βλάστης είναι κατάλληλο για δράση των κλεφτών και κάποια στοιχεία για έδρα αρματολικιού εκεί διασώθηκαν από τον Κασομούλη στο οικείο κεφάλαιο στα ‘Ενθυμήματά’ του. Τα βουνά γύρω από τη Βλάστη συνδέονται με ένδοξες
σελίδες της κλεφτουριάς παλιότερων χρόνων, που είναι άγνωστες μέχρι τη σύγχρονη εποχή. Τα δείγματα διαμαρτυρίας στα μέσα του 17ου αιώνα προς την εξουσία (Τούρκους) των κατοίκων στη περιοχή του Σινιάτσικου επέβαλαν την ανάγκη λήψης μέτρων. Έτσι έγινε ανάθεση εποπτείας της περιοχής στους αρματολούς, πρώην κλέφτες, όπως παντού.
Ο Σ. τονίζει ότι δεν έχει απαντηθεί το ερώτημα από πότε η εποπτεία της περιοχής ανατέθηκε σε υπηρεσία αρματολών αναγνωρισμένων από τη τουρκική διοίκηση, όπως τότε συνηθίζονταν. Ωστόσο, διαβεβαιώνει ότι η κλεφτουριά στη περιοχή ήταν έντονη.
Ταξιδιωτικά Εβλιγιά Τσελεμπή

Γύρω στο 1661 δρούσε ένα σημαντικό σώμα κλεφτών από 500-600 άντρες. Ο Τούρκος περιηγητής και συγγραφέας του 17ου αιώνα Εβλιγιά Τσελεμπή ανέβηκε στα ορεινά και συναντήθηκε με τον αρχηγό του σώματος αυτών των κλεφτών Πάνο ή Μπάϊο από ότι φαίνεται στο έργο του ‘Ταξιδιωτικόν’. 

Ο Σ. χαρακτηρίζει περίεργη την ανάβαση του Τσελεμπή (σ.σ. το έργο των ‘περιηγητών’ εκείνης της εποχής ήταν πολυσήμαντο). Αυτός ήταν εντεταλμένος από τον προστάτη του Μελέκ Αχμέτ Πασά (αρχιμπέη) να εισπράξει τον έκτακτο φόρο ‘αξίας ζωοτροφών’ και στις ορεινές περιοχές, εκτός των πεδινών. Γίνεται γλαφυρή περιγραφή της συνάντησης του Εβλιγιά με τον κλέφτη Πάνο στο λημέρι του, το οποίο ήταν στο Ζυγό, όρος μαζί με το Σινιάτσικο (Άσκιο) και το Μουρίκι. Το στρατόπεδο του Πάνου ήταν σε ένα πυκνό δάσος και είχε ζωή (πολλούς μαχητές και δουλευτές, ράφτες κ. ά.).

Τελικά στη περιγραφή του, ο Εβλιγιά έπεισε τον Πάνο και πήρε αυτό που ζητούσε και με το παραπάνω (αποδείχθηκε παλιά τους μεταξύ γνωριμία). Πάντως, ο Σ. αναρωτιέται και θεωρεί περίεργο γιατί στη διήγησή του ο Τσελεμπή δεν αναφέρει ονόματα χωριών, μιας και πήρε φόρο, σύμφωνα με το ‘τεφτέρι του καδή’. Έχει και άλλες απορίες, θεωρεί ότι η αναφορά του στη διήγηση του Τσελεμπή είναι πιο εκτενής από ότι θα έπρεπε και στη σημ. 1 (σελ. 71) επισημαίνει ότι τα στοιχεία στο βιβλίο του Τσελεμπή δεν είναι βάσιμα για ασφαλή συμπεράσματα για τον καπετάνιο Πάνο.

Επίσης, γίνεται ταύτιση αυτού του Πάνου με τον γνωστό Μεγδάνη (χωρίς μικρό όνομα), αρχικώς κλέφτη και μετά αρματολό, που έδρασε περίπου από το 1660 μέχρι το 1685 ή 1690 ή 1700) στην ίδια περιοχή, όπως παραδίδει ο Κασομούλης. Ο Ι. Βασδραβέλλης σε πρόσφατο δημοσίευμα του (Μακεδονικά 13 (1978) 435-436) ομιλεί για Πάνο Μεϊντάνη από το χωριό Ράκοβον των Σερβίων. Με λίγα λόγια αντιλαμβανόμαστε ότι δεν είναι ξεκαθαρισμένα τα πράγματα, όσον αφορά τον καπετάνιο Πάνο (σύμφωνα με τον Σ.).
Κλέφτες και Αρματολοί














Αν και υπάρχει ιστορικό κενό από την εποχή του Εβλιγιά μέχρι τον Αλή Πασά, είναι βέβαιο ότι ο θεσμός του αρματολικιού υπήρχε. Από τον Κασομούλη μαθαίνουμε ότι οι αρματολοί Βράκας και Ντόκος (τέλη 18ου αιώνα) ήταν «Μπλατσιώται». Επίσης ο Σ. τονίζει ότι είναι μύθος ότι ο Γιαννάκης Φαρμάκης εχρημάτισε αρματολός στη Βλάστη (λέχθηκε και γράφτηκε επίσημα ότι ήταν αρματολός). Πρέπει να αναφερθεί ακόμα ότι, τόσο ο Κασομούλης όσο και ο Γιαννάκης Φαρμάκης (θειός του), έχουν άμεση σχέση με τη Βλάστη (μετοικεσία και καταγωγή). 

Η Βλάστη ήταν κεφαλοχώρι και υπαγόταν στη δικαιοδοσία της Σουλτανομήτορος από πολύ παλιά, όπως και άλλες κοινότητες. Λέγεται ότι ο μπέης της Λειψίστας (Νεάπολης) Χουσεϊν αγόρασε το χωριό το 1806 δήθεν από τον Αλή πασά αντί 60.000 γροσίων και το έκανε τσιφλίκι του. Αφού οι χωρικοί πιέστηκαν και ταλαιπωρήθηκαν οικονομικά και από τον Χουσεϊν και τον γιο του, Γιουσούφ (Ισούφ), γύρω στα 1826, αναγκάστηκαν να υπογράψουν χρεωστικό ομόλογο 77.500 γροσίων υπέρ του Ισούφ. Με τη παρέμβαση των τουρκικών αρχών (Βεζύρη) και των χωριανών και σύμφωνα με επίσημη ιεροδικαστική απόφαση το 1828, ο Ισούφ αναγκάστηκε να αποσυρθεί από το χωριό. Ωστόσο, το παλιό χρέος που ζήτησε ο Βεζύρης εξακολουθούσε να βαρύνει τους χωριανούς, οι οποίοι για αρκετά χρόνια το πλήρωναν. Ο Σ. αναφέρει (σελ. 79, σημ. 1) σαφή στοιχεία με αποδείξεις και ονόματα Βλατσιωτών που είχαν πληρώσει το παλιό χρέος (μουκαντέμ μπόρτζι). Πάντως οι προσπάθειες των χωριανών ευοδώθηκαν και αυτοί απηλλάγησαν από τους δυναστικούς όρους του τσιφλικούχου μπέη και των οργάνων του (αποτσιφλικοποίηση).



Η μετατροπή της Βλάστης σε τσιφλίκι και η αποτσιφλικοποίησή του δεν ήταν η μοναδική στο δυτικομακεδονικό χώρο. Βέβαια, η αποτσιφλικοποίηση δεν ήταν γενική και διέφερε χρονικά από χωριό σε χωριό. Ο Σ. κάνει μια, κατά το δυνατόν, λεπτομερή έκθεση των τσιφλικιών και τσιφλικούχων στην ευρύτερη περιοχή (σελ 80-84).

(πηγή: ‘Ο βίος της κοινότητος Βλάτσης επί τουρκοκρατίας’, σελ. 67-84, Μιχ. Αθ. Καλινδέρη, εκδ. της Εταιρείας Μακεδονικών Σπουδών, Θεσ/νίκη 1982)

Σημ: όπου Σ. = συγγραφέας Μ. Καλινδέρης. Το σημείωμα αποτελεί σκιαγράφηση βιβλίου του Μ. Α. Καλινδέρη (‘Πηγή’ στο τέλος του σημειώματος), ο οποίος αποτελεί, κατά τη ταπεινή μας γνώμη, έναν αμερόληπτο και έγκριτο συγγραφέα και επιστήμονα. Η σκιαγράφηση έγινε με απόλυτο σεβασμό στο κείμενο, χωρίς προσωπικές μας παρεμβάσεις.

σ.σ. = Σημείωση εκδότη (δική μου).

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

ΔΗΜΟΦΙΛΕΙΣ ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ