http://picasion.com/
http://picasion.com/
http://picasion.com/
http://picasion.com/

Σέλι, Αύγουστος 1967: Ένα καλοκαίρι που έμεινε στη φωτογραφία

Τότε που οι διακοπές ξεκινούσαν πάνω στην καρότσα ενός φορτηγού, τα ρούχα ταξίδευαν σε μπόγους και τα καλοκαιρινά βράδια τελείωναν γύρω από τη φωτιά στην πλατεία του χωριού

Μια παλιά ασπρόμαυρη φωτογραφία. Ένας δρόμος στο Σέλι. Μια παρέα νέων ανθρώπων και πίσω τους μια ολόκληρη εποχή που μπορεί να πέρασε, αλλά για όσους την έζησαν παραμένει ολοζώντανη.

Αύγουστος του 1967 στο Σέλι. Στη φωτογραφία του Πέτρου Φάκα, μαζί με τον ίδιο, διακρίνονται ο Νίκος Γκουντής, η Ζωή Τσαλκιτζίδου, ο Αντώνης Κύρτσος, ο Μάκης Μπέκας, ο Γιώργος Τσαρτσάνης, ο Νίκος Πίτσης, ο Αντώνης Τσαπάρας και άλλα πρόσωπα μιας νεανικής παρέας.

Ένα στιγμιότυπο που σήμερα αποκτά διαφορετική αξία. Όχι μόνο επειδή αποτυπώνει ανθρώπους στα νιάτα τους, αλλά επειδή μας μεταφέρει στο Σέλι μιας άλλης εποχής. Σε χρόνια πολύ πιο δύσκολα από τα σημερινά, αλλά γεμάτα εικόνες που όσοι τις έζησαν θυμούνται με νοσταλγία.

Τότε, η καλοκαιρινή μετακίνηση προς το χωριό δεν είχε αυτοκίνητα γεμάτα αποσκευές, βαλίτσες και όλες τις σύγχρονες ανέσεις. Ολόκληρες οικογένειες ανέβαιναν στο Σέλι με φορτηγά αυτοκίνητα. Τα ρούχα ήταν μαζεμένα σε μπόγους, τα πράγματα στοιβαγμένα στην καρότσα και μικροί και μεγάλοι έπαιρναν θέση για το ταξίδι προς το βουνό.

Και δεν πήγαιναν για λίγες ημέρες. Από τον Ιούνιο, όταν έκλειναν τα σχολεία, μέχρι τον Σεπτέμβριο που άνοιγαν ξανά, το Σέλι γινόταν το καλοκαιρινό τους σπίτι. Σχεδόν τρεις ολόκληροι μήνες στο βουνό, με παρέες, παιχνίδια στους δρόμους, βόλτες και βραδιές που έμοιαζαν να μην τελειώνουν.

Με τα ίδια φορτηγά γίνονταν και οι μετακινήσεις στα Εννιάμερα της Παναγίας στα Πριόνια. Η διαδρομή αποτελούσε από μόνη της μέρος της γιορτής. Άνθρωποι στριμωγμένοι στην καρότσα, γέλια, φωνές και μια απλότητα που σήμερα μοιάζει σχεδόν βγαλμένη από κινηματογραφική ταινία.

Το Σέλι εκείνων των χρόνων ήταν πολύ διαφορετικό. Οι σκεπές των σπιτιών ήταν ακόμη σκεπασμένες με πέτρες. Σε αρκετά παράθυρα υπήρχε νάιλον αντί για τζάμι. Το ηλεκτρικό ρεύμα και οι ανέσεις που σήμερα θεωρούνται αυτονόητες δεν καθόριζαν την καθημερινότητα. Οι γκαζόλαμπες φώτιζαν τα σπίτια και τις νύχτες, ενώ το βράδυ οι παρέες και οι οικογένειες μαζεύονταν γύρω από τη φωτιά.

Εκεί ήταν το «σαλόνι» τους. Γύρω από μια φωτιά λέγονταν ιστορίες, γεννιούνταν φιλίες, ακούγονταν πειράγματα και περνούσαν οι ώρες. Χωρίς κινητά τηλέφωνα, χωρίς τηλεοράσεις σε κάθε δωμάτιο, χωρίς τη βιασύνη της σημερινής καθημερινότητας. Ίσως γι' αυτό οι αναμνήσεις εκείνης της εποχής έχουν τόσο μεγάλη δύναμη.

Η φωτογραφία του Αυγούστου του 1967 είναι ένα μικρό κομμάτι της κοινωνικής ιστορίας του Σελίου. Μια μαρτυρία για το πώς περνούσαν τα καλοκαίρια οι προηγούμενες γενιές και για ένα χωριό που άλλαξε πολύ μέσα στις δεκαετίες.

Οι άνθρωποι μεγάλωσαν, τα σπίτια άλλαξαν, οι πέτρινες σκεπές λιγόστεψαν, τα νάιλον στα παράθυρα έδωσαν τη θέση τους στα σύγχρονα κουφώματα και τα φορτηγά με τους παραθεριστές στις καρότσες ανήκουν πλέον σε μια μακρινή εποχή. Έμειναν όμως οι φωτογραφίες. Και μαζί τους έμειναν οι ιστορίες. Και μια φωτογραφία του 1967 αρκεί, σχεδόν έξι δεκαετίες αργότερα, για να τους γυρίσει όλους ξανά εκεί.

1 σχόλιο:

  1. Το κείμενο ήταν πολύ συγκινητικό, μου θύμισε τα παλιά ωραία χρόνια που οι Σελιώτες έκοβαν τον πατσά με δανεικά ψαλίδια από το Ξηρολίβαδο.

    ΑπάντησηΔιαγραφή

Παρακαλούμε τα σχόλια να είναι σύντομα και να χρησιμοποιείτε nickname για τη διευκόλυνση του διαλόγου. Ο «Βεροιώτης» δεν υιοθετεί τις απόψεις των σχολιαστών, οι οποίοι και είναι αποκλειστικά υπεύθυνοι για αυτές.

ΔΗΜΟΦΙΛΕΙΣ ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ