«Ο πατέρας μου τραγουδούσε και γενικά όλοι στο σπίτι. Ήταν καλή φωνή. Η μάνα μου μοιρολογούσε. Έχω ακούσει πάρα πολύ μοιρολόι. Κεντούσε στην κουζίνα ή μάνταρε. Ήταν συγκλονιστικό για μένα. Εγώ ήμουν στο δίπλα δωμάτιο και υποτίθεται διάβαζα. Δεν μπορούσα ποτέ να συγκεντρωθώ στο διάβασμα.
Τα μοιρολόγια ήταν η εκτόνωσή της γιατί είχε αδέρφια στην εξορία, χαμένους μες στον πόλεμο, διάφορα πράγματα που την πονούσαν. Και εγώ έμενα κάγκελο, ας πούμε. Ξεχνούσα, βέβαια, ό,τι είχα μπροστά μου και βυθιζόμουν σε αυτό το μοιρολόι. Ο ένας αδερφός μου ήταν ράφτης, ο άλλος ελαιοχρωματιστής και ο άλλος σιδεράς. Αυτές οι δουλειές έχουν πολύ τραγούδι. Θυμάμαι τον αδερφό μου τον Γιάννη, ο οποίος ήταν με ανοιχτό το παράθυρο, έραβε μέσα στο σπίτι και τραγουδούσε και τα κορίτσια ήταν μαζεμένα στα κάγκελα, λίγο πιο μακριά και τον χάζευαν».
«Έτσι άρχισα να βρίσκω τον εαυτό μου»
«Καζαντζίδης, λαϊκό τραγούδι, Τσιτσάνης. Αυτά ήταν τα ακούσματά μου. Μέχρι τη στιγμή που μια ξαδέρφη μου, της οποίας οι γονείς ήταν στη Γερμανία, είχε γνωρίσει τη ροκ μουσική. Και έρχεται και με ρωτάει: Νίκο, σ' αρέσουν τα ξένα τραγούδια. Λέω, τι ξένα μου τσαμπούνας; Με ρωτούσε κάτι το οποίο εγώ δεν ήξερα. Η ροκ μουσική με μάγεψε στην κυριολεξία και αυτή ήταν η αφορμή που έφυγα από τη Βέροια και κατέβηκα στην Αθήνα με σκοπό να μοιάσω στα ινδάλματά μου και άρχισα έτσι να βρίσκω τον εαυτό μου».
Έπεσα κάτω γονατιστός κλαίγοντας
«Από την Γ’ Γυμνασίου στη Βέροια είχαμε συγκρότημα και παίζαμε Σάββατο και Κυριακή. Πληρωνόμουν και μεταπήδησα από το κρατικό σχολείο γιατί έμεινα μία χρονιά. Δεν μπόρεσα ποτέ να το δικαιολογήσω μέσα μου. Πήγα σπίτι και λέω: μάνα δυστυχώς έμεινα και μου λέει: διάλεξε τη δουλειά θα κάνεις, ή σιδεράς, ή ελαιοχρωματιστής ή ράφτης. Εγώ έπαθα σοκ. Έπεσα κάτω γονατιστός κλαίγοντας και της είπα: μάνα, σε παρακαλώ πολύ, όχι. Θα συνεχίσω το σχολείο και θα το πληρώνω μόνος μου. Αυτό ξεκαθάρισε και την κατάσταση. Είδε και η μάνα μου ότι ήμουν πολύ αποφασισμένος. Και γι' αυτό και όταν έφυγα μετά δεν έφερε κάποια αντίσταση. Δεν έμπλεξα ποτέ με ουσίες. Δεν ήθελα ποτέ να πέσω χαμηλά και να βάλω τους γονείς μου σε τέτοια περιπέτεια».
«Γράφτηκε για μια γκαρσόνα»
«Το τραγούδι "Σαν σταρ του σινεμά" γράφτηκε για μια κοπέλα γκαρσόνα και εγώ ήμουνα μπάρμαν. Είχε έρθει από την Κοζάνη. Δεν ξέραμε για αυτήν πολλά πράγματα. Κάτι άκουγα ότι ήταν παντρεμένη. Πολύ όμορφη. Μου πήρε κανένα μήνα, 40 μέρες, συνήθως τόσο παίρνει για να ωριμάσει κάτι. Το πήρα απόφαση και λέω λοιπόν φίλε, γιατί δεν ήμουν ο τύπος που κάνει το πρώτο βήμα. Άφηνα να έρχονται σε μένα.
Στην προκειμένη περίπτωση έπρεπε να κάνω εγώ το βήμα γιατί η ίδια δεν κουνιόταν με τίποτα. Τραβάω ένα σφηνάκι και πάω μου με φόρα και της λέω: ρε εσύ έλεος, είμαι πολύ ερωτευμένος μαζί σου! Η κοπέλα οπισθοχώρησε λέγοντας: σοβαρά, να το συζητήσουμε! Με έλουσε κρύος ιδρώτας και έφυγε, εξαφανίστηκε Γι' αυτό και πήγα στο σπίτι και μέσα σε 10 λεπτά έγραψα το τραγούδι. Ήταν πολύ καλή συγκυρία και την ευχαριστώ πάντα να είναι καλά. Δεν ξέρω αν το ξέρει. Από που να το ξέρει δεν νομίζω, γιατί έφυγε ξαφνικά. Όπως ήρθε έτσι και έφυγε. Η Φανή…».
Τα μοιρολόγια ήταν η εκτόνωσή της γιατί είχε αδέρφια στην εξορία, χαμένους μες στον πόλεμο, διάφορα πράγματα που την πονούσαν. Και εγώ έμενα κάγκελο, ας πούμε. Ξεχνούσα, βέβαια, ό,τι είχα μπροστά μου και βυθιζόμουν σε αυτό το μοιρολόι. Ο ένας αδερφός μου ήταν ράφτης, ο άλλος ελαιοχρωματιστής και ο άλλος σιδεράς. Αυτές οι δουλειές έχουν πολύ τραγούδι. Θυμάμαι τον αδερφό μου τον Γιάννη, ο οποίος ήταν με ανοιχτό το παράθυρο, έραβε μέσα στο σπίτι και τραγουδούσε και τα κορίτσια ήταν μαζεμένα στα κάγκελα, λίγο πιο μακριά και τον χάζευαν».
«Έτσι άρχισα να βρίσκω τον εαυτό μου»
«Καζαντζίδης, λαϊκό τραγούδι, Τσιτσάνης. Αυτά ήταν τα ακούσματά μου. Μέχρι τη στιγμή που μια ξαδέρφη μου, της οποίας οι γονείς ήταν στη Γερμανία, είχε γνωρίσει τη ροκ μουσική. Και έρχεται και με ρωτάει: Νίκο, σ' αρέσουν τα ξένα τραγούδια. Λέω, τι ξένα μου τσαμπούνας; Με ρωτούσε κάτι το οποίο εγώ δεν ήξερα. Η ροκ μουσική με μάγεψε στην κυριολεξία και αυτή ήταν η αφορμή που έφυγα από τη Βέροια και κατέβηκα στην Αθήνα με σκοπό να μοιάσω στα ινδάλματά μου και άρχισα έτσι να βρίσκω τον εαυτό μου».
Έπεσα κάτω γονατιστός κλαίγοντας
«Από την Γ’ Γυμνασίου στη Βέροια είχαμε συγκρότημα και παίζαμε Σάββατο και Κυριακή. Πληρωνόμουν και μεταπήδησα από το κρατικό σχολείο γιατί έμεινα μία χρονιά. Δεν μπόρεσα ποτέ να το δικαιολογήσω μέσα μου. Πήγα σπίτι και λέω: μάνα δυστυχώς έμεινα και μου λέει: διάλεξε τη δουλειά θα κάνεις, ή σιδεράς, ή ελαιοχρωματιστής ή ράφτης. Εγώ έπαθα σοκ. Έπεσα κάτω γονατιστός κλαίγοντας και της είπα: μάνα, σε παρακαλώ πολύ, όχι. Θα συνεχίσω το σχολείο και θα το πληρώνω μόνος μου. Αυτό ξεκαθάρισε και την κατάσταση. Είδε και η μάνα μου ότι ήμουν πολύ αποφασισμένος. Και γι' αυτό και όταν έφυγα μετά δεν έφερε κάποια αντίσταση. Δεν έμπλεξα ποτέ με ουσίες. Δεν ήθελα ποτέ να πέσω χαμηλά και να βάλω τους γονείς μου σε τέτοια περιπέτεια».
«Γράφτηκε για μια γκαρσόνα»
«Το τραγούδι "Σαν σταρ του σινεμά" γράφτηκε για μια κοπέλα γκαρσόνα και εγώ ήμουνα μπάρμαν. Είχε έρθει από την Κοζάνη. Δεν ξέραμε για αυτήν πολλά πράγματα. Κάτι άκουγα ότι ήταν παντρεμένη. Πολύ όμορφη. Μου πήρε κανένα μήνα, 40 μέρες, συνήθως τόσο παίρνει για να ωριμάσει κάτι. Το πήρα απόφαση και λέω λοιπόν φίλε, γιατί δεν ήμουν ο τύπος που κάνει το πρώτο βήμα. Άφηνα να έρχονται σε μένα.
Στην προκειμένη περίπτωση έπρεπε να κάνω εγώ το βήμα γιατί η ίδια δεν κουνιόταν με τίποτα. Τραβάω ένα σφηνάκι και πάω μου με φόρα και της λέω: ρε εσύ έλεος, είμαι πολύ ερωτευμένος μαζί σου! Η κοπέλα οπισθοχώρησε λέγοντας: σοβαρά, να το συζητήσουμε! Με έλουσε κρύος ιδρώτας και έφυγε, εξαφανίστηκε Γι' αυτό και πήγα στο σπίτι και μέσα σε 10 λεπτά έγραψα το τραγούδι. Ήταν πολύ καλή συγκυρία και την ευχαριστώ πάντα να είναι καλά. Δεν ξέρω αν το ξέρει. Από που να το ξέρει δεν νομίζω, γιατί έφυγε ξαφνικά. Όπως ήρθε έτσι και έφυγε. Η Φανή…».



.jpg)
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου
Παρακαλούμε τα σχόλια να είναι σύντομα και να χρησιμοποιείτε nickname για τη διευκόλυνση του διαλόγου. Ο «Βεροιώτης» δεν υιοθετεί τις απόψεις των σχολιαστών, οι οποίοι και είναι αποκλειστικά υπεύθυνοι για αυτές.