Η υπόθεση revenge porn που βίωσε η Έλενα Κρεμλίδου, δεν ήταν απλώς μια δικαστική περιπέτεια. Ήταν ένας ψυχικός και κοινωνικός Γολγοθάς, με απειλές, εκβιασμούς, ψεύτικα προφίλ, διαρροές, slut shaming και victim blaming. Δίπλα της στάθηκε η δικηγόρος Σοφία Κατσούλα, σε μια διαδικασία που δεν είχε μόνο νομικές δυσκολίες, αλλά πάνω από όλα ανθρώπινες.
«Στην υπόθεση της Έλενας, η κύρια δυσκολία ήταν η ταυτοποίηση των αγνώστων δραστών και η ταχεία αφαίρεση του υλικού από το διαδίκτυο, καθώς οι πλατφόρμες συχνά καθυστερούν. Επίσης, υπήρχε έντονη κοινωνική έκθεση και προκατάληψη, που έκανε τη διαδικασία ψυχοφθόρα» λέει η ίδια ενώ προσθέτει: «Ως γυναίκα και δικηγόρος, βίωσα έντονα τη συναισθηματική φόρτιση της υπόθεσης, καθώς αγγίζει βαθιά ζητήματα όπως αυτά της ανθρώπινης αξιοπρέπειας και της ανάγκης προστασίας των προσωπικών δεδομένων. Αυτά αποτέλεσαν κινητήριο δύναμη για την εκπροσώπηση της Έλενας στο βέλτιστο βαθμό».
Η καταδίκη του δράστη στην υπόθεση revenge porn της Έλενας Κρεμλίδου, είναι μια απόφαση που μπορεί να μην σβήνει το τραύμα, ανοίγει ωστόσο δρόμους για όσα θύματα φοβούνται να μιλήσουν. Όπως τονίζει η δικηγόρος Σοφία Κατσούλα: «Το μήνυμα πρέπει να είναι σαφές: η ψηφιακή κακοποίηση είναι εξίσου σοβαρή με τη φυσική, και η κοινωνία δεν την ανέχεται. Δεν υπάρχει μάλιστα, τίποτα που να είναι κρυφό στο διαδίκτυο και ο παραβάτης θα βρεθεί».
Η Έλενα Κρεμλίδου, από το κορίτσι που ντρεπόταν και τη μάθαιναν να κρύβει τα πράγματα «κάτω από το χαλί», έγινε η γυναίκα που σήμερα λέει δυνατά: «Μέχρι η ντροπή να αλλάξει μεριά». Μάς θυμίζει πως η φωνή μιας γυναίκας, μπορεί να γίνει η φωνή εκατοντάδων άλλων.
Όσα θα διαβάσεις παρακάτω είναι μια υπενθύμιση: κανένα σώμα, καμία εικόνα, καμία προσωπική στιγμή δεν μπορεί να γίνει όπλο. Κι αν γίνει, δεν θα το δεχτούμε σιωπηλά.
Revenge porn: Πράξη 1η
«Η πρώτη απειλή που έγινε από άλλον άνθρωπο από αυτόν που καταδικάστηκε, ήταν το πιο δύσκολο κομμάτι σε όλη αυτή τη διαδρομή. Όταν εκεί που ήμουν μια μέρα χαλαρή και ωραία μού έρχεται ένα απειλητικό μήνυμα από ένα ψεύτικο προφίλ στο Instagram με μια φωτογραφία μου και μου λέει “Ωραία, είσαι εδώ. Ή μου στέλνεις μια καινούργια ή από αύριο αυτή κυκλοφορεί παντού”.
Είχα ξεχάσει την ύπαρξη αυτής της φωτογραφίας. Σκέψου, ήμουν 22 και τη φωτογραφία αυτή την είχα τραβήξει στα 16. Έμενα ακόμα Θεσσαλονίκη, πήγαινα σχολείο. Καμία σχέση με τη ζωή που είχα χτίσει όταν ήμουν 22 που ήμουν ήδη γνωστή.
Θυμάμαι πού στεκόμουν όταν το είδα αυτό. Ήμουν απόγευμα σπίτι μου τέτοιον καιρό, ήταν Οκτώβρης, Νοέμβρης κι έλεγα πώς θα βγω έξω. Θα το έχουν δει όλοι, θα με έχουν δει όλοι γυμνή, θα περπατάω και θα με κοιτάνε και θα λένε “σε έχουμε δει”».
«Η κολλητή μου τότε που πλέον είναι κουμπάρα μου, ήταν το πρώτο άτομο που πήρα τηλέφωνο στην πρώτη απειλή. Ήταν εκείνη που με ηρέμησε και με κράτησε ουσιαστικά στη ζωή. Ντρεπόμουν να το πω στους γονείς μου. Ήταν από τους τελευταίους που έμαθαν.
Γι’ αυτό θεωρώ τόσο σημαντική αυτή τη λέξη και προσπαθώ να την ξορκίσω. Γιατί είναι η ντροπή που θα οδηγήσει μια κοπέλα να κάνει κακό στον εαυτό της και υπάρχουν κορίτσια που το έχουν κάνει. Εγώ, πραγματικά δεν ξέρω γιατί δεν το έκανα. Αλήθεια, δεν ξέρω. Δεν ξέρω τι με κράτησε.
Όταν έγινε η πρώτη απειλή το 2018, ήμουν 22 χρονών. Δεν μιλούσα στην αρχή γι΄ αυτό δημόσια γιατί σκεφτόμουν “για κάποιο λόγο μου λένε να το κρύψω, έχουν δίκιο”. Αλλά αυτό το βάρος όλο και μεγάλωνε κι έλεγα δεν νιώθω καλά να κρύβω κάτι τέτοιο. Και με βάραινε, με βάραινε, με βάραινε… Κάποια στιγμή “μου τα σκάει” και μιλάω στο YouTube σε βίντεο.
Όλοι ήταν πεπεισμένοι ότι “αφού είχε κυκλοφορήσει αυτό, έχει άλλα τόσα”. Μου χρέωναν παράλληλα άλλες φωτογραφίες, άλλα βίντεο. Μου έχουν χρεώσει βίντεο με κοπέλες που κάνουν κάτι με ανήλικα αγόρια. Βίντεο που μπορεί να είχαμε αντίστοιχο σώμα με κοπέλες και δεν ήμουν εγώ. Ένα πολύ συγκεκριμένο είδος κόσμου προσπαθούσε να μου φορτώσει ότι αυτό είμαι.
Αποφάσισα λοιπόν να κάνω ένα βίντεο που εξηγούσα ότι ζω όλο αυτό το πράγμα. Ότι μου κάνουν αυτό και ότι δεν έχω κάνει κάτι λάθος. Παλεύω να βρω το δίκιο μου από τότε. Η αφορμή για να μιλήσω δημόσια λοιπόν, ήταν ότι δεν άντεχα άλλο. Είχα μπουχτίσει και ήθελα να μιλήσω ανοιχτά».
Πράξη 2η: Η δίκη
«Στην ανακοίνωση της καταδίκης ένιωσα κενό. Μπορεί να ακούγεται περίεργο, ήταν τόσο κουραστικό. Το δικαστήριο έγινε σε 2 μέρη και κράτησε πάρα πολλές ώρες. Από τις 10 το πρωί, τελειώσαμε 3 και υπήρχαν πολλά σκαμπανεβάσματα κατά τη διάρκεια. Ειδικά στο 2ο μέρος, απλά καθόμουν και άκουγα. Άκουγα τις αγορεύσεις των δικηγόρων, τους μάρτυρες της άλλης μεριάς. Υπήρχαν φορές που έλεγα “κι αν λέει την αλήθεια”; Δηλαδή υπήρχαν κομμάτια μου που τον λυπόμουν. Έχουν περάσει και 5 χρόνια από τότε που το έκανε και σκεφτόμουν ότι οι άνθρωποι αλλάζουν.
Ταυτόχρονα όμως έλεγα, πρέπει να συμβεί αυτό που πρέπει να συμβεί για να βοηθήσουμε όλους τους υπόλοιπους. Είναι αυτό που παθαίνουμε πολλές γυναίκες, ελπίζω όχι όλες. Μπορεί να μας έχουν κάνει τα 1000 μύρια όσα, πάλι τους δικαιολογούμε και πάλι τους λυπόμαστε, αντί να λυπηθούμε εμάς πρώτα. Εκείνη την ώρα δεν ένιωσα ακριβώς ανακούφιση. Ένιωσα μια μορφή ανακούφισης, αλλά ήμουν πολύ χαμένη.
Τώρα με τη δίκη, μου έστειλαν άνθρωποι που δεν είναι φίλοι μου και μ’ έκαναν να πω “κοίτα να δεις”. Βρισκόμουν με ανθρώπους και μου έλεγαν πρώτα απ’ όλα συγχαρητήρια. Πολύς κόσμος και του χώρου μάλιστα. Γυναίκες που δεν μιλούσαμε, δεν ήμασταν καν γνωστές μού λένε “Έλενα συγχαρητήρια, αυτό που έκανες είναι σημαντικό για τις γυναίκες”.
Υπήρχαν και άλλοι πιο κοντινοί μου που δεν μου στείλανε ούτε μήνυμα. Αλλά μετά λέω “Έλενα μην κρίνεις”, γιατί πολλές φορές βγάζουμε συμπεράσματα που δεν είναι δίκαια. Γιατί δεν ξέρεις ο καθένας τι περνάει και δεν ξέρεις και πώς νιώθει απέναντι στο θέμα. Μπορεί να νιώθει ότι θα σε πιέσει με το να σου στείλει.
Αν τους πετύχω αυτούς θα τους πω “ρε συ, περίμενα ένα μήνυμα”. Και το ΄χω κάνει με μερικούς. Αλλά μέχρι εκεί, προχωράμε. Καταλαβαίνω ότι δεν περιστρέφεται όλη η ζωή γύρω μου».





Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου
Παρακαλούμε τα σχόλια να είναι σύντομα και να χρησιμοποιείτε nickname για τη διευκόλυνση του διαλόγου. Ο «Βεροιώτης» δεν υιοθετεί τις απόψεις των σχολιαστών, οι οποίοι και είναι αποκλειστικά υπεύθυνοι για αυτές.