Τι γράφει για τους Βλάχους ο Απόστολος Ε. Βακαλόπουλος, ο «Νέστορας» της Ιστορίας του Νέου Ελληνισμού

Γράφει ο Γιάννης Κ. Τσιαμήτρος
Για το θέμα της καταγωγής των Βλάχων - μας λέει ο Συγγραφέας - έχουν διατυπωθεί πολλές και διάφορες θεωρίες: απόγονοι Ρωμαίων αποίκων ή Ρωμαίων αναμειγμένων με Θράκες, εκλατινισμένων Δακών, Θρακών ή μόνο
Βησσών(φύλου Θρακών), Ιλλυριών και τέλος εκλατινισμένων εντόπιων του ελληνικού χώρου. Στη τελευταία περίπτωση, πρόκειται για εντόπιους εκλατινισθέντες από τους Ρωμαίους αποίκους, στους οποίους παραχωρήθηκαν τόποι για εγκατάσταση και καλλιέργεια. Αυτήν την άποψη (σ.σ. την τελευταία) υποστήριξε με απλούς και πειστικούς συλλογισμούς ο Έλληνας ιστορικός και λόγιος Κωνσταντίνος Κούμας (1777-1836) και μάλιστα τονίζει ο Συγγραφέας ότι, ‘μολονότι πολύ ενδιαφέρουσα και αξιοπρόσεκτη, πέρασε ως σήμερα απαρατήρητη’.

Καλαρύτες
Παρατίθεται απόσπασμα από το βιβλίο του Κ. Κούμα (‘Ιστορίαι Ανθρωπίνων πράξεων, Βιέννη 1932,τ.12, σ. 520-521), το οποίο καταλήγει ως εξής: «…οι δε κάτοικοι χωρίων και κοιλάδων ανέμειξαν τας εγχωρίους γλώσσας των με την ρωμαϊκήν και ούτω κατασκεύασαν ανάμεικτον τι παραμόρφωμα διαλέκτου, σωζόμενον έτι (σ.σ. = ακόμα) εις πολλά μέρη της Μακεδονίας, Ηπείρου, Θετταλίας και Ελλάδος».
Γεωργάκης Ολύμπιος, Λιβάδι Ολύμπου
Ο Συγγραφέας θεωρεί την άποψη του Κ. Κούμα πιο πειστική (από όλες) για την ελληνική ή μάλλον την ελληνορωμαϊκή καταγωγή των Βλάχων της Μακεδονίας, της Ηπείρου και Θεσσαλίας. Αναφέρει επίσης τη μοναδική και σπουδαία γνωστή (σ.σ. πλέον) σε όλους πηγή - για τη διάδοση της λατινικής γλώσσας στις ευρωπαϊκές (σ.σ. Ευρώπη τότε ήταν η Βαλκανική) επαρχίες της Αυτοκρατορίας - του Ιωάννου Λυδού (6ος αιώνας, ‘Περί αρχών της Ρωμαίων πολιτείας’ βιβλ. ΙΙΙ, 68). Με πολύ λίγα λόγια, η πηγή γράφει ότι οι κάτοικοι των επαρχιών αυτών, αν και ήταν Έλληνες, μιλούσαν λατινικά, «προ πάντων οι δημόσιοι υπάλληλοι». Η τελευταία, μέσα σε εισαγωγικά, έκφραση δείχνει πολύ καθαρά ότι και οι άλλοι οι κάτοικοι των ευρωπαϊκών χωρών μιλούσαν την λατινική ή ήταν δίγλωσσοι, μας λέει ο Συγγραφέας. Η γενική αυτή παρατήρηση του Λυδού ενισχύει τη πιθανότητα ότι κάτοικοι, ιδίως των απομονωμένων της υπαίθρου, να είχαν χάσει τελείως τη γλώσσα τους και μιλούσαν μόνο την λατινική. Και αναρωτιέται ο Α. Ε. Βακαλόπουλος αυτολεξεί: «…Τι απέγιναν αυτοί οι λατινόφωνοι ή οι δίγλωσσοι; Εξαφανίστηκαν δίχως να αφήσουν κανένα ίχνος; Η πρόδηλη, μου φαίνεται, απάντηση στο ερώτημα συμβάλει στη λύση του προβλήματος της καταγωγής των Βλάχων…».
Η Ρωμαϊκή κατάκτηση χωρίς αμφιβολία επηρέασε ισχυρά την ηπειρωτική Ελλάδα (ιδιαίτερα το δυτικό της μέρος) και η ύπαρξη πολυάριθμων λατινικών επιγραφών ή ελληνικών επιγραφών με λατινικά ονόματα είναι σοβαρή μαρτυρία για αυτό. Ωστόσο, σιγά σιγά και ήδη από τον 3ο μ Χ. αιώνα αρχίζει η ελληνική γλώσσα να χρησιμοποιείται σε επίσημα έγγραφα κλπ, μέσα στο εγκάρδιο περιβάλλον των ελληνικών χωρών, οι ξένοι αφομοιώνονται βαθμιαία και ο ελληνισμός επιδρά συνεχώς στο ανατολικό ρωμαϊκό κράτος και το εξελληνίζει σταδιακά.
Μετσοβίτες
Ο ψύχραιμος ιστορικά Α. Ε. Βακαλόπουλος δέχεται ότι είναι αλήθεια ότι μνημονεύεται αργότερα (π.χ. 7ος αιώνας) κάθοδος προς Νότο και άλλων λατινόφωνων πληθυσμών θρακοϊλλυρικής κλπ καταγωγής, ανακατωμένους με Σλάβους, [ίσως οι Βλαχορρυγχίνοι, οι ‘Ναζαρηνοί’ του Λαγκαδά (λείψανα λατινόφωνων), οι σημερινοί Μογλενίτες (ανάμεικτοι με απόγονους των Πατσινακών και Κουμάνων)] από τις βόρειες βαλκανικές χώρες, εξ αιτίας των επιδρομών των Αβαροσλάβων, όμως, η κάθοδος αυτή δεν ήταν εντυπωσιακή και μεγάλη και δεν αναφέρεται ως τέτοια από τις ιστορικές πηγές.
Σαμαρίνα γάμος 1914
Το πρόβλημα της καταγωγής των Βλάχων - μας λέει ο Συγγραφέας - παρουσιάζει ακόμα πιο μεγάλες δυσκολίες, αν λάβουμε υπόψη ότι Σλάβοι και αργότερα Αλβανοί ή Αρβανιτόβλαχοι εγκαταστάθηκαν και στις ίδιες ορεινές περιοχές που υπήρχαν Βλάχοι. Επίσης, με την μετέπειτα τουρκική εισβολή, πεδινοί και ορεινοί ελληνόφωνοι πληθυσμοί της δυτικής ή κεντρικής και ηπειρωτικής Ελλάδας θα κατέφυγαν για άσυλο στους ορεινούς όγκους της Πίνδου και θα επήλθε μια σχετική επιμειξία με λατινόφωνους και με τους λίγους εναπομείναντες Σλάβους.

Όλες αυτές οι κινήσεις, ο εκχριστιανισμός των Βλάχων, η βαθμιαία και συνεχής εξελληνιστική ακτινοβολία των παραπάνω ορεινών όγκων παραμένουν ακόμα και σήμερα σχεδόν ανεξερεύνητα ιστορικά προβλήματα. Γενικά η έλλειψη αξιόπιστων μαρτυριών, δυσκολεύει τόσο τα πράγματα, ώστε είναι αδύνατο σήμερα να διαλευκάνουμε το σκοτεινό παρελθόν των ορεινών αυτών περιοχών. Μια γενική ιστορική εικόνα, την οποία ο Συγγραφέας θεωρεί ανεπαρκή και πρόχειρη, μας δίνουν τα τοπωνύμια (σλάβικα, κουτσοβλαχικά, ελληνικά) της περιοχής της Πίνδου.

Πρέπει να θεωρηθεί βέβαιο - μας λέει - ότι μαζί με τους Αλβανούς και ίσως παλιότερα με τους Σλάβους εγκαταστάθηκαν στην Πελοπόννησο και Βλάχοι ή Αρβανιτόβλαχοι (πληροφορία του ιστορικού Χαλκοκονδύλη). Αυτό πρέπει να έγινε, γιατί οι Βλάχοι ήταν νομάδες από παλιά και έψαχναν για νέες βοσκές. Ενισχυτική είναι - μας λέει - η είδηση που βρήκε από τον Γάλλο λόγιο & διπλωμάτη Cousinéry (Voyage, 1 σελ. 8) ότι στα ορεινά της Αργολίδας ορισμένοι πληθυσμοί - εκτός από τα ελληνικά - μιλούσαν και την ίδια σχεδόν γλώσσα με τους Βλάχους της Μακεδονίας.

Ο Συγγραφέας στη τελευταία παράγραφο του υποκεφαλαίου ‘Οι Βλάχοι’ (γενικό κεφάλαιο ‘Το πρόβλημα της καταγωγής των Νέων Ελλήνων’) καταλήγει:

«Οι Βλάχοι της Πίνδου, οι «Γραικοβλάχοι», όπως τους ονομάζει ο αγωνιστής του 21 Κασομούλης, κατά τους τελευταίους βυζαντινούς χρόνους παρουσιάζονται ενωμένοι μαζί με τους Έλληνες (σ.σ. ελληνόφωνους ή αλλιώς Γραικούς) για να αντιμετωπίσουν τους Τούρκους. Αργότερα, κατά τη διάρκεια της τουρκοκρατίας συμπράττουν επίσης με τους Έλληνες στον κοινό αγώνα, κινούμενοι από τα ίδια φιλελεύθερα αισθήματα, έρχονται σε επιμειξίες μαζί τους και πρωτοστατούν στην ίδρυση ελληνικών σχολείων και στη διάδοση της ελληνικής παιδείας. Από τους «Γραικοβλάχους», τους Σαρακατσάνους, δηλαδή τους ελληνόφωνους νομάδες, καθώς και από τους άγριους κατοίκους της Ακαρνανίας βγήκαν οι πιο μεγάλοι αρματωλοί και κλέφτες, οι πυρήνες της ελληνικής ανεξαρτησίας. Γενικά εκεί επάνω στα ψηλά βουνά της Δυτικής Ελλάδας, σε όλη την έκτασή τους από τον βορρά ως τον νότο, αναχωνεύθηκε και αναγεννήθηκε μεγάλο μέρος του Ελληνισμού. Μέσα από εκείνο το χωνευτήρι ξεχύθηκαν γεμάτοι ορμή και δύναμη προς τις πεδιάδες και ακόμη πέρα μακριά, στα ξένα, οι πολεμιστές, οι βιοτέχνες και οι πραματευτάδες».

Πηγή: Απόστολος Ε. Βακαλόπουλος, ‘Ιστορία του Νέου Ελληνισμού’, τόμος Α΄, Αρχές και διαμόρφωσή του, Εκδοτικός Οίκος Αντ. Σταμούλη, 2003, σελίδες 34-40.

Σημείωση: όπου ‘Συγγραφέας’ = Απόστολος Ε. Βακαλόπουλος και όπου σ.σ. =σημείωση συντάκτη του άρθρου.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Παρακαλούμε τα σχόλια να είναι σύντομα και να χρησιμοποιείτε nickname για τη διευκόλυνση του διαλόγου. Ο «Βεροιώτης» δεν υιοθετεί τις απόψεις των σχολιαστών, οι οποίοι και είναι αποκλειστικά υπεύθυνοι για αυτές.

ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ

ΔΗΜΟΦΙΛΕΙΣ ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ