Έθιμα Γέννησης στη Βλάστη

Του Γιάννη Τσιαμήτρου
Ο Σ. αρχίζει με αυτά που λέγονται και γίνονται για τις γυναίκες που δεν κάνουν παιδιά και συνεχίζει με γενικά προγνωστικά και ενέργειες πριν τη γέννηση. Κάνουν διάφορα θεραπευτικά (ιλιάτσια) για αυτές που δεν αποχτούν παιδιά, όπως: Ρίχνουν γκαβανούζες
(κουδούνια) στου νουφαλό (αφαλό), βάζουν έμπλαστρα στη μέση, βάζουν τη γυναίκα να κάθεται πάνω σε ζεστά βρασμένα λουλούδια (άboυρο), δωρίζουν διάφορα ρούχα στους αγίους, ‘ανοίγουν’ εκκλησίες, καταβρέχουν τη γυναίκα στη φτερωτή του μύλου, τη βάζουν να ακουμπάει άλλη γυναίκα που γεννάει κ.ά.

Ο κόσμος διατυπώνει διάφορα ‘ειρωνικά’ σχόλια στο γεγονός της εγκυμοσύνης (π.χ. ‘έφαγι φασούλια’) ή χρησιμοποιεί λαϊκές φράσεις για την αποβολή (‘απουβέλνιτι’), το ανεμογκάστρι (‘στρώθκι’) κλπ. Επίσης, έλεγαν: ‘κανα καιρό τις αγκαστρωμένες δεν τις άφηναν να βγουν απ’ τις 9-12 ώσπου να λαλήσν τ’ αρνίθια’. Το μικρό που θα γεννηθεί στις 7 μήνες το λένε ‘ιφτάρκου’.

Υπάρχουν πολλά έθιμα κατά τη γέννα. Συνήθως φωνάζουν τη μαμμή και όταν δυσκολεύεται η γυναίκα να γεννήσει, ρίχνουν επάνω της νερό, για να το ‘κάνει σαν νερό’. Το ύστερο το λένε ‘στρώμα’, τη λεχώνα τη θυμιατίζουν (τη διαβάζει ακόμα και ο παπάς) και κάνουν διάφορα να μη ματιάζεται. Στρώνουν τραπέζι με λαγγίτες, πιλάφι και στέλνουν τα συχαρίκια με παιδιά στο συγγενολόι. Έρχονται οι συγγενείς, λένε τις ανάλογες ευχές και δωρίζουν το μικρό (συνήθως ασημένιο φλωράκι). Το πρώτο δώρο του μικρού η μητέρα το κρατάει επιμελώς για τύχη. Ο Σ. παραθέτει διάφορες δοξασίες και προγνωστικά για το νεογέννητο παιδί (π.χ. αν γεννηθεί κάποιος Κυριακή ή Πάσχα, είναι τυχερός, κ. ά.).

Τη τρίτη ημέρα (τριουμέρι) από τη γέννηση πάλι στρώνουν τραπέζι και η μάνα της λεχώνας έρχεται με τα σπάργανα και με ‘τρανό τινταρλίκι’ (ετοιμασία): κουλούρα, λαγγίτες, στολίδια και ‘τσιγκαλίδια’ (παιχνιδάκια), ‘μπαρμπλίκες’ (άσπρα πανιά προστατευτικά), ρουχαλάκια, ‘μπαρμπούλλια’ (κεφαλόδεσμοι), σαλίστρες, διάφορα αποτρεπτικά (σκόρδο κλπ) της βασκανίας κ. ά. Η μαμή αλλάζει τη λεχώνα, τη βάζει να πατήσει μια πυρουστιά να είναι γερή σαν σίδερο και, με ψωμί στο κεφάλι και κρασί στο χέρι, τη βγάζει έξω να ‘αγναντέψει’ τα βουνά να γίνει δυνατή σαν αυτά. Επίσης, η μαμή φροντίζει το παιδί (πλύσιμο, φάσκιωμα κλπ) και το βάζει στη ‘σαρμάντσα’ (κρεβατάκι, λίκνο), αφού βάλει πάνω του και τα απαραίτητα πραγματάκια για το ‘κακό μάτι’. Τέλος η μαμή μαζεύει από όλους φιλοδωρήματα, που τα ρίχνουν στο ‘λεγένι’ (λεκάνη που πλένουν το μωρό). Το βράδυ βάζουν στο προσκεφαλάκι της σαρμάντσας ένα κομμάτι από την κουλούρα, φλουριά, καλαμάρι και πέννα, γιατί θα ̕ρθουν οι τρεις μοίρες να γράψουν το μέλλον του μικρού· η πρώτη και η δεύτερη ‘λένε’ και η τρίτη ‘γράφει’ (‘τυπώνει’ ή ‘βουλώνει’). Ο κόσμος λέει ότι το μωρό το πρωί θα έχει τάχα σημάδι στη μύτη (δυο ‘τζουγκραντζιές’) από το γράψιμο.

Στις οκτώ ημέρες συνήθως βάπτιζαν το μικρό· αν ήταν άρρωστο, για να μη πεθάνει και κολαστούν, το σήκωναν στον αέρα έξω και του έδιναν ένα όνομα. Τη παραμονή καλούσαν το νούνο με κανίσι ή κανέστρα (σ.σ. πανέρι), κουλούρα, κρασί, λαγγίτες και σφαχτό, ενώ στη κανέστρα προς τη νούνα, την οποία πήγαινε η μαμή μαζί με ένα παιδί, έριχναν μέσα και κριθάρι ή ρύζι να ριζώσει. Εκεί η νούνα τους δώριζε χρήματα, καθώς και μια λαγγίτα και λίγο κρασί για επιστροφή. Η νούνα, επίσης, προσκαλεί τους συγγενείς της, δίνοντας τους κομματάκια από τη κουλούρα. Πρωί πρωί ο νούνος με τον ταϊφά του (ακόλουθούς του) θα πάει στην εκκλησία με τα απαραίτητα για τη βάπτιση πράγματα [δυο γκιούμια νερό (ζεστό - κρύο), λάδι, σαπούνι λαμπάδες, θυμίαμα κλπ], ενώ η νουνά θα έχει έτοιμα τα ρουχαλάκια του μικρού, όταν το βγάλουν από τη κολυμβήθρα.

Έδιναν συνήθως το όνομα του πάππου (παππού), αν ήταν αγόρι, και της νιάνιας (γιαγιάς), αν ήταν κορίτσι (από τη μεριά του πατέρα πάντοτε). Προτιμούσαν το όνομα των πεθαμένων παππούδων· δεν το είχαν για καλό να δίνουν το όνομα των ζωντανών ‘για να μη πεθάνουν’. Στο δευτερότοκο παιδί έδιναν τα ονόματα από το σόι της μητέρας, αντίστοιχα. Μόλις η νούνα πει το όνομα του μικρού στη βάπτιση, τρέχουν τα μικρά παιδιά στο σπίτι για συχαρίκια. Περισσότερα λεφτά έπαιρνε το πρώτο παιδί που θα έκανε την αναγγελία του ονόματος. Μετά τα καθιερωμένα της βάπτισης στην εκκλησία η νουνά με δύο λαμπάδες, κρατώντας στα χέρια της το ντυμένο πλέον μικρό, θα πάει στο σπίτι, όπου περιμένει η μητέρα του παιδιού. Εκεί η μητέρα θα κάνει τρεις μετάνοιες και θα φιλήσει το χέρι του νούνου και της νούνας. Ακολουθεί φαγοπότι ή προσφορά γλυκίσματος για τους καλεσμένους. Η νούνα, όταν φύγει από το σπίτι, δωρίζει χρήματα στο μικρό. Στις οκτώ μέρες από τη βάπτιση μεταλαβαίνουν το μικρό στην εκκλησία. Γενικά το είχαν για καλό να κάνουν κουμπαρούλλια και να βαπτίζουν· παλιότερα μάλιστα η κουμπαριά μεταβιβάζονταν και κληρονομικά.

Η λεχώνα έμενε στο σπίτι 40 μέρες και όσες φορές την αφήναν μοναχή, έβαζαν κάτω από το κρεβάτι μια σκούπα κι έτσι δεν ‘ησκιώνεται’ (σ.σ. αρρωσταίνει/δαιμονίζεται), γιατί τα ‘παίρνει όλα η σκούπα’. Μετά τη δύση του ηλίου δεν δίνουν ποτέ δανεικό και όποιος πάει τότε μέσα στο σπίτι τον θυμιατίζουν στα πόδια· νύχτα μέσα στο δωμάτιο της λεχώνας δεν φωνάζουν δυνατά, γιατί δεν κάνει (ησκιώνεται). Πρόσεχαν τη διατροφή της λεχώνας στην αρχή (χαμομήλι, γάλα και καθάρσιο στις τρεις πρώτες μέρες). Μετά θα αρχίσουν να την ταΐζουν κανονικά για να είναι δυναμωμένη για να βυζάξει το μωρό με δικό της γάλα. Από το δεύτερο με τρίτο μήνα, αν δεν έφτανε το γάλα της μάνας, έδιναν στο μωρό ρύζι κοπανιστό στο χαβάνι (σ.σ. γουδί) κτυπημένο και κοσκινισμένο να είναι πολύ ψιλό ή σιμιγδάλια (αν είχαν - Οι Βλάχες συνήθως δεν είχαν σιμιγδάλι).

Μετά τις 40 μέρες η μάνα μαζί με το μικρό της θα πάνε στην εκκλησία να ‘διαβαστούν’ από τον παπά και, αφού αυτή βάλει το παιδί της ‘καταγής’, θα κάνει τρεις μετάνοιες στο εικόνισμα της Παναγίας. Μετά θα πάνε στο σπίτι της μητέρας, όπου θα φτιάξουν το μικρό ‘πάππου ή μπάμπου’. Δηλαδή θα το φέρουν μια φέτα (‘φιλλιότα’) ψωμί βρεγμένο με κρασί και πασπαλισμένη με ζάχαρη, μια δεκάρα σπασμένη και μαλλί άσπρο. Η ζάχαρη είναι για τη μάνα να ‘βγάλει πολύ γάλα’ και το άσπρο μαλλί για το μωρό να ‘ζήσει, να γεράσει’.

Πολλές γυναίκες πήγαιναν μετά το σαράντισμα στην εκκλησία της Αγίας Παρασκευής (μοναστήρι του Δομαβιστίου), άνοιγαν την εκκλησία με δώρα για να έλθει περισσότερο το γάλα της μητέρας (πίστευαν ότι η Αγία Παρασκευή βοηθούσε πολύ σε αυτό).

Συνήθως η μάνα ‘απόκοβε’ το παιδί από το γάλα, χωρίς αυτό να είναι απόλυτο. Για το απόκομμα έβαζε στο βυζί της βούρτσα που βουρτσίζουν τα ρούχα, καφέ ή κινίνο για να αποτραπεί το μικρό. Όταν χρονίσει το παιδί οι νιάνιες (γιαγιάδες) γυρίζουν το παιδί στις κοπριές να μαζέψει τσακνούλλια, που τα βάζουν στις πλάτες του. Με αυτά ψήνουν κουλούρα, που τη μοιράζουν στους συγγενείς. Μετά βάζουν στο σοφρά μια πένα (σ.σ. νυν στυλό), μαχαίρι, φλουριά κλπ και αφήνουν το μωρό να απλώσει το χέρι μόνο του. Αν πρωτοπιάσει πένα, λένε πως θα γίνει γραμματικός, μαχαίρι θα γίνει χασάπης, φλωριά θα γίνει πλούσιος κλπ. Αν ‘κατουργιέται’ το παιδί, το καλύτερο είναι ο παπάς να του διαβάσει τα 12 Βαγγέλια. Απαραίτητα, τέλος, ήταν τα νανουρίσματα για να ‘ξεχνούν το παιδί’.

(πηγή: Μ. Α. Καλινδέρη ‘Ο Βίος της Κοινότητος Βλάτσης επί Τουρκοκρατίας’, εκδ. Εταιρείας Μακεδονικών Σπουδών, Θεσ/νίκη 1982, σελ. 230 - 239).

Σημ: όπου Σ. = συγγραφέας Μ. Καλινδέρης. Το σημείωμα αποτελεί σκιαγράφηση βιβλίου του Μ. Α. Καλινδέρη (‘Πηγή’ στο τέλος του σημειώματος), ο οποίος αποτελεί, κατά τη ταπεινή μας γνώμη, έναν αμερόληπτο και έγκριτο συγγραφέα και επιστήμονα. Η σκιαγράφηση έγινε με απόλυτο σεβασμό στο κείμενο, χωρίς προσωπικές παρεμβάσεις. 

σ.σ. = σημείωση εκδότη (δική μου). 
Μωρό σε οικογένεια Μπλατσιωτών

Κούνια

Μωρό στην Κούνια

Μωρό στην Κούνια

Φυλακτά

Μπλατσιώτικη οικογένεια με μωρό

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Παρακαλούμε τα σχόλια να είναι σύντομα και να χρησιμοποιείτε nickname για τη διευκόλυνση του διαλόγου

ΔΗΜΟΦΙΛΕΙΣ ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ