Το σημερινό μου άρθρο έχει ως θέμα την αυτοκτονία (με αφορμή την χθεσινή απόπειρα ηλικιωμένης να πνιγεί στα νερά του Τριπόταμου και ότι τα τελευταία τρία χρόνια έχουμε πέντε επιβεβαιωμένες αυτοκτονίες στην Ημαθία). Ξεκινώ λοιπόν αναφέροντας τον ορισμό της ως η πράξη κατά την οποία ένα άτομο εσκεμμένα δίνει τέλος στη ζωή του. Οι λόγοι που μπορούν να οδηγήσουν κάποιον στην αυτοκτονία είναι πολλοί και διάφοροι, ωστόσο ένα κοινό χαρακτηριστικό των αυτοχείρων είναι η κατάθλιψη. Τι είναι όμως η κατάθλιψη; Στην καθημερινή ζωή με τον όρο κατάθλιψη εννοούμε μία κατάσταση θλίψης και μελαγχολίας. Στην ψυχιατρική ο όρος κατάθλιψη αναφέρεται ως ψυχική ασθένεια, ενώ αποτελεί και το τέταρτο στάδιο του μοντέλου της Elisabeth Kübler-Ross για την αποδοχή του θανάτου. Τα υπόλοιπα στάδια είναι η άρνηση, ο θυμός, η διαπραγμάτευση και – μετά την κατάθλιψη – η αποδοχή του θανάτου. Αυτό δε σημαίνει βέβαια σε καμία περίπτωση πως όποιος υποφέρει από κατάθλιψη τελικά θα επιλέξει να δώσει τέλος στη ζωή του, αλλά ότι ένας λυπημένος, απεγνωσμένος, αποθαρρυμένος και απογοητευμένος άνθρωπος έχει περισσότερες πιθανότητες να το κάνει. Εναλλακτικά, ένας καταθλιπτικός δε γίνεται απαραίτητα αυτόχειρας, αλλά ένας αυτόχειρας υποφέρει σίγουρα από μία μορφή κατάθλιψης. Οι παράγοντες που οδηγούν στην κατάθλιψη είναι παρόμοιοι με αυτούς που οδηγούν εν τέλει και στην αυτοκτονία ή σε οποιαδήποτε άλλη μορφή βίας. Η κατάθλιψη μπορεί να εξετασθεί υπό το πρίσμα της κοινωνιολογίας, της κοινωνικής ψυχολογίας, της ψυχολογίας, της ψυχιατρικής κ.α. Από την άλλη, η αυτοκτονία αποτελεί αμιγώς αντικείμενο κοινωνικής μελέτης (με μοναδική ίσως εξαίρεση παθολογικές περιπτώσεις ή και λόγω κληρονομικότητας).
Αφού λοιπόν η αυτοκτονία αποτελεί κοινωνικό ζήτημα, μήπως τελικά και η κατάθλιψη που οδηγεί σε αυτή αποτελεί επίσης κοινωνικό ζήτημα; Κατά τη γνώμη μου η απάντηση είναι «ναι». Τα οικονομικά προβλήματα δεν αποτελούν από μόνα τους λόγο αυτοκτονίας. Ωστόσο αυτά μπορούν να μας δημιουργήσουν έντονο άγχος το οποίο με τη σειρά του ίσως μας οδηγήσει στην κατάθλιψη και τέλος, στην αυτοκτονία. Ποιοι είναι όμως οι κοινωνικοί παράγοντες που οδηγούν σε αυτή; Θεωρώ πως μπορεί να είναι οτιδήποτε άπτεται της κοινωνικής μας ζωής ή του περιβάλλοντός μας, οτιδήποτε μας επηρεάζει ή αλληλεπιδρά μαζί μας. Και αυτό εξάλλου είναι που καθιστά την αυτοκτονία κοινωνικό ζήτημα.
Σε πολλές περιπτώσεις η κατάθλιψη και οι αυτοκτονίες αναφέρονται ως «φαινόμενα». Αυτό είναι ένα τεράστιο λάθος από ετυμολογικής άποψης, αλλά και μία διαστρέβλωση της αντίληψής μας γύρω από αυτό το θέμα. Η κατάθλιψη όπως και η αυτοκτονία, όντας κοινωνικά ζητήματα, δεν είναι στην πραγματικότητα φαινόμενα που απλώς εμφανίζονται – μία άποψη που μεταφέρει την ευθύνη για την εμφάνισή τους στα ίδια τα άτομα και όχι στους κοινωνικούς παράγοντες που τα δημιουργούν. Παρόλα αυτά η αντίληψή μας για τα δύο αυτά ζητήματα διαστρεβλώνεται καθώς συνηθίζουμε να τα βλέπουμε υπό το πρίσμα ενός στερεοτύπου που θέλει τους αυτόχειρες και τους καταθλιπτικούς ανθρώπους να είναι κατά κάποιο τρόπο προβληματικοί, ελαττωματικοί ή έστω αδύναμοι. Το ίδιο φυσικά ισχύει και για περιπτώσεις βουλιμικών, σε ανθρώπους που νοιώθουν άβολα με το σώμα τους, την προέλευσή τους, τη μόρφωσή τους, σε ανθρώπους που βιώνουν έντονο στρες (π.χ. στον στρατό, στις φυλακές, στις ψυχιατρικές κλινικές) κ.ο.κ. Το γεγονός, λόγου χάρη, πως ένας αμόρφωτος άνθρωπος ενδέχεται να νοιώθει άβολα μέσα σε μία παρέα ακαδημαϊκών δεν αποτελεί ούτε ανθρωπολογικό ελάττωμα, ούτε κληρονομική ιδιαιτερότητα, μα ούτε και οποιαδήποτε παθολογική παρενέργεια. Η διάκριση όμως από τη μία ή ο φθόνος από την άλλη που γεννάται από το στερεότυπο πως ένας μορφωμένος είναι ανώτερος – έστω πνευματικά – από έναν αμόρφωτο, μπορεί να ωθήσει κάποιον σε πράξεις βίας οι οποίες θα αποσκοπούν στην εδραίωση ή στη ρήξη αυτού του στερεοτύπου αντίστοιχα. Το πρόβλημα στο παραπάνω παράδειγμα, αλλά και σε κάθε άλλη περίπτωση που αναφέρθηκε, είναι η αντίληψή αυτών των ζητημάτων μέσα από στερεότυπα δεκαετιών ή ακόμη και αιώνων που ουδεμία σχέση έχουν με την ορθολογική αντίληψη που έχει ως επίκεντρο τον άνθρωπο. Βεβαίως, ένας αμόρφωτος άνθρωπος δε θα φτάσει στην αυτοκτονία επειδή νοιώθει άβολα μέσα σε μία παρέα ακαδημαϊκών, αλλά ένας στρατιώτης, λόγω των συνθηκών που επικρατούν στο περιβάλλον του, μπορεί να προχωρήσει ευκολότερα στην πράξη της αυτοκτονίας ή σε άλλες πράξεις βίας.
Το αν θα μείνουμε στη σημερινή μας επίσημη θέση το ότι η αυτοκτονία είναι απλώς ένα αναμενόμενο κοινωνικό φαινόμενο, αν θα ψάξουμε τον ηθικό αυτουργό ώστε να του αποδοθεί το μερίδιο ευθύνης ή και τιμωρίας που του αναλογεί ή αν θα δώσουμε όλη μας την έμφαση στη σωστή μόρφωση των ανθρώπων για την εξάλειψη των σημερινών στερεοτύπων που οδηγούν στην εκμετάλλευση, στις διακρίσεις, στην αδικία κ.ο.κ. – παράγοντες που μπορεί να αποτελούν τη βαθύτερη αιτία για οποιαδήποτε πράξη βίας – είναι ένα άλλο μεγάλο ζήτημα.
Όσο για το αν η αυτοκτονία μπορεί να αποτελεί πολιτική πράξη, πράξη-μήνυμα με συγκεκριμένο αποδέκτη, δεν είναι κάτι που αποκλείεται (βλ. αυτοκτονίες λόγω άδικης καταδίκης, λόγω ατίμωσης, αυτοκτονίες μέσω πράξεων διαμαρτυρίας κ.ο.κ.). Παρόλα αυτά αυτές οι περιπτώσεις είναι σπάνιες, γεγονός όμως που δεν αναιρεί σε καμία περίπτωση την άποψη περί ηθικού αυτουργού της πράξης.
Αφού λοιπόν η αυτοκτονία αποτελεί κοινωνικό ζήτημα, μήπως τελικά και η κατάθλιψη που οδηγεί σε αυτή αποτελεί επίσης κοινωνικό ζήτημα; Κατά τη γνώμη μου η απάντηση είναι «ναι». Τα οικονομικά προβλήματα δεν αποτελούν από μόνα τους λόγο αυτοκτονίας. Ωστόσο αυτά μπορούν να μας δημιουργήσουν έντονο άγχος το οποίο με τη σειρά του ίσως μας οδηγήσει στην κατάθλιψη και τέλος, στην αυτοκτονία. Ποιοι είναι όμως οι κοινωνικοί παράγοντες που οδηγούν σε αυτή; Θεωρώ πως μπορεί να είναι οτιδήποτε άπτεται της κοινωνικής μας ζωής ή του περιβάλλοντός μας, οτιδήποτε μας επηρεάζει ή αλληλεπιδρά μαζί μας. Και αυτό εξάλλου είναι που καθιστά την αυτοκτονία κοινωνικό ζήτημα.
Σε πολλές περιπτώσεις η κατάθλιψη και οι αυτοκτονίες αναφέρονται ως «φαινόμενα». Αυτό είναι ένα τεράστιο λάθος από ετυμολογικής άποψης, αλλά και μία διαστρέβλωση της αντίληψής μας γύρω από αυτό το θέμα. Η κατάθλιψη όπως και η αυτοκτονία, όντας κοινωνικά ζητήματα, δεν είναι στην πραγματικότητα φαινόμενα που απλώς εμφανίζονται – μία άποψη που μεταφέρει την ευθύνη για την εμφάνισή τους στα ίδια τα άτομα και όχι στους κοινωνικούς παράγοντες που τα δημιουργούν. Παρόλα αυτά η αντίληψή μας για τα δύο αυτά ζητήματα διαστρεβλώνεται καθώς συνηθίζουμε να τα βλέπουμε υπό το πρίσμα ενός στερεοτύπου που θέλει τους αυτόχειρες και τους καταθλιπτικούς ανθρώπους να είναι κατά κάποιο τρόπο προβληματικοί, ελαττωματικοί ή έστω αδύναμοι. Το ίδιο φυσικά ισχύει και για περιπτώσεις βουλιμικών, σε ανθρώπους που νοιώθουν άβολα με το σώμα τους, την προέλευσή τους, τη μόρφωσή τους, σε ανθρώπους που βιώνουν έντονο στρες (π.χ. στον στρατό, στις φυλακές, στις ψυχιατρικές κλινικές) κ.ο.κ. Το γεγονός, λόγου χάρη, πως ένας αμόρφωτος άνθρωπος ενδέχεται να νοιώθει άβολα μέσα σε μία παρέα ακαδημαϊκών δεν αποτελεί ούτε ανθρωπολογικό ελάττωμα, ούτε κληρονομική ιδιαιτερότητα, μα ούτε και οποιαδήποτε παθολογική παρενέργεια. Η διάκριση όμως από τη μία ή ο φθόνος από την άλλη που γεννάται από το στερεότυπο πως ένας μορφωμένος είναι ανώτερος – έστω πνευματικά – από έναν αμόρφωτο, μπορεί να ωθήσει κάποιον σε πράξεις βίας οι οποίες θα αποσκοπούν στην εδραίωση ή στη ρήξη αυτού του στερεοτύπου αντίστοιχα. Το πρόβλημα στο παραπάνω παράδειγμα, αλλά και σε κάθε άλλη περίπτωση που αναφέρθηκε, είναι η αντίληψή αυτών των ζητημάτων μέσα από στερεότυπα δεκαετιών ή ακόμη και αιώνων που ουδεμία σχέση έχουν με την ορθολογική αντίληψη που έχει ως επίκεντρο τον άνθρωπο. Βεβαίως, ένας αμόρφωτος άνθρωπος δε θα φτάσει στην αυτοκτονία επειδή νοιώθει άβολα μέσα σε μία παρέα ακαδημαϊκών, αλλά ένας στρατιώτης, λόγω των συνθηκών που επικρατούν στο περιβάλλον του, μπορεί να προχωρήσει ευκολότερα στην πράξη της αυτοκτονίας ή σε άλλες πράξεις βίας.
Το αν θα μείνουμε στη σημερινή μας επίσημη θέση το ότι η αυτοκτονία είναι απλώς ένα αναμενόμενο κοινωνικό φαινόμενο, αν θα ψάξουμε τον ηθικό αυτουργό ώστε να του αποδοθεί το μερίδιο ευθύνης ή και τιμωρίας που του αναλογεί ή αν θα δώσουμε όλη μας την έμφαση στη σωστή μόρφωση των ανθρώπων για την εξάλειψη των σημερινών στερεοτύπων που οδηγούν στην εκμετάλλευση, στις διακρίσεις, στην αδικία κ.ο.κ. – παράγοντες που μπορεί να αποτελούν τη βαθύτερη αιτία για οποιαδήποτε πράξη βίας – είναι ένα άλλο μεγάλο ζήτημα.
Όσο για το αν η αυτοκτονία μπορεί να αποτελεί πολιτική πράξη, πράξη-μήνυμα με συγκεκριμένο αποδέκτη, δεν είναι κάτι που αποκλείεται (βλ. αυτοκτονίες λόγω άδικης καταδίκης, λόγω ατίμωσης, αυτοκτονίες μέσω πράξεων διαμαρτυρίας κ.ο.κ.). Παρόλα αυτά αυτές οι περιπτώσεις είναι σπάνιες, γεγονός όμως που δεν αναιρεί σε καμία περίπτωση την άποψη περί ηθικού αυτουργού της πράξης.
Κλείνοντας, θα ήθελα να σταθώ στο ότι ένας αυτόχειρας μπορεί να επιλέγει μόνος του την αυτοκτονία, αλλά ωθείται σε αυτή του την επιλογή από το περιβάλλον του. Η αδυναμία προσαρμογής σε αυτό ή το γεγονός ότι μπορεί να υπάρχει κληρονομική προδιάθεση, κάποια ψυχική ασθένεια ή εξάρτηση σε ουσίες δεν πρέπει να αποτελεί επ’ ουδενί πανάκεια για αυτή του την πράξη. Η αυτοκτονία δεν είναι ένα «φαινόμενο» όπως συνηθίζουμε να λέμε, αλλά ένα αποτέλεσμα στο οποίο οι άνθρωποι φτάνουν κάτω από συγκεκριμένες συνθήκες. Κι αυτές τις συνθήκες είναι που πρέπει να αναθεωρήσουμε.




