Την Τρίτη 9 Ιουνίου στην αίθουσα «Μητροπολίτης Σταυροπηγίου Αλέξανδρος» στην Ιερά Μονή Παναγίας Δοβρά Βεροίας πραγματοποιήθηκε στο πλαίσιο των «ΛΒ’ Παυλείων» η Ημερίδα των πνευματικών με θέμα: «Εξομολόγηση: το Βάπτισμα των δακρύων».
Την ημερίδα προλόγισε και παρουσίασε ο Γενικός Αρχιερατικός Επίτροπος της Ιεράς μας Μητροπόλεως Αρχιμ. Αρσένιος Χαλδαιόπουλος και συμμετείχαν κληρικοί που διακονούν με την άδεια και την ευλογία του Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου μας κ. Παντελεήμονος το μυστήριο της Εξομολογήσεως, καθώς και νέοι Ιερείς που χειροτονήθηκαν τα τελευταία έτη.
Πρώτος ομιλητής ήταν ο Κοσμήτορας της Θεολογικής Σχολής του Α.Π.Θ. Πρωτοπρ. Αθανάσιος Γκίκας, ο οποίος ανέπτυξε το θέμα: «Η επιείκεια ως πατερική ποιμαντική πρακτική», ενώ δεύτερος ομιλητής ήταν ο Ομότιμος Καθηγητής της Θεολογικής Σχολής του Α.Π.Θ. Πρωτοπρ. Βασίλειος Καλλιακμάνης, ο οποίος μίλησε με θέμα: «Η μετάνοια ως δεύτερο Βάπτισμα και η εκκλησιολογική διάσταση της».
Δείτε φωτογραφίες και τον χαιρετισμό του Σεβασμιωτάτου:
Στον χαιρετισμό του ο Ποιμενάρχης μας, Σεβασμιώτατος Μητροπολίτης Βεροίας, Ναούσης και Καμπανίας κ. Παντελεήμων, ανέφερε χαρακτηριστικά: Τήν περασμένη ἑβδομάδα συναντηθήκαμε στήν Ἡμερίδα γιά τούς ἱερεῖς τήν ὁποία διοργάνωσε, ὅπως κάθε χρόνο στό πλαίσιο τῶν Παυλείων, ἡ Ἱερά μας Μητρόπολη. Σήμερα ἔχουμε τή χαρά νά συναντώμεθα σέ ἕναν πιό στενό, θά ἔλεγα, κύκλο, αὐτόν τῆς ἐπίσης καθιερωμένης ἀπό πολλῶν ἐτῶν Ἡμερίδος τῶν πνευματικῶν τῆς Ἱερᾶς μας Μητροπόλεως.
Σᾶς καλωσορίζω, λοιπόν, καί ἐγώ ὅλους μέ πολλή ἀγάπη, καί ἰδιαιτέρως καλωσορίζω καί εὐχαριστῶ ἀπό καρδίας τούς ἐκλεκτούς προσκεκλημένους ὁμιλητές μας, δύο διακεκριμένους κληρικούς καί πανεπιστημιακούς διδασκάλους, τούς ὁποίους γνωρίζω ἀπό πολλῶν ἐτῶν: τόν αἰδεσιμολογιώτατο πρωτοπρεσβύτερο π. Βασίλειο Καλλιακμάνη, ὁμότιμο καθηγητή τῆς Θεολογικῆς Σχολῆς τοῦ Ἀριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, καί τόν αἰδεσιμολογιώτατο πρωτοπρεσβύτερο π. Ἀθανάσιο Γκίκα, καθηγητή ἐπίσης τῆς Θεολογικῆς Σχολῆς τοῦ Ἀριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης καί Κοσμήτορά της.
Τούς εὐχαριστῶ θερμά γιά τήν πρόθυμη ἀνταπόκριση καί τήν παρουσία τους ἀλλά καί γιά ὅσα θά μᾶς ποῦν τόσο μέ βάση τίς ἐπιστημονικές τους γνώσεις ὅσο καί ἀπό τήν πολυετῆ ἐμπειρία τους στή διακονία τοῦ ἱεροῦ μυστηρίου τῆς μετανοίας.
Ἄν ἡ ἱερωσύνη εἶναι, ὅπως λέγει ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Θεολόγος, «τέχνη τεχνῶν καί ἐπιστήμη ἐπιστημῶν», εἶναι ἀκόμη ὑψηλότερη καί δυσκολότερη τέχνη καί ἐπιστήμη ἡ διακονία τοῦ μυστηρίου τῆς ἱερᾶς Ἐξομολογήσεως καί τό ἔργο τοῦ πνευματικοῦ. Γι᾽ αὐτό καί παρότι ὁ Κύριός μας ἔδωσε χωρίς καμία προϋπόθεση ἤ διάκριση στούς μαθητές του τή χάρη τῆς ἀφέσεως τῶν ἁμαρτιῶν τῶν ἀνθρώπων, λέγοντας «λάβετε πνεῦμα ἅγιον, ἄν τινων ἀφεῖτε τάς ἁμαρτίας ἀφίενται αὐτοῖς, ἄν τινων κρατεῖτε κεκράτηνται», ἡ Ἐκκλησία μας ἔχει ὁρίσει γιά ποιμαντικούς λόγους νά δίδεται ἡ δυνατότητα τῆς διακονίας τοῦ ἱεροῦ μυστηρίου τῆς Ἐξομολογήσεως στούς ἱερεῖς μέ ἰδιαίτερη εὐχή καί κατά τήν κρίση τοῦ Ἐπισκόπου. Καί αὐτό, γιατί, ὅπως εἶναι προφανές, ἡ εὐθύνη τῆς καθοδηγήσεως ἑνός ἀνθρώπου μέσα ἀπό τό μυστήριο τῆς ἱερᾶς ἐξομολογήσεως ἀπαιτεῖ καί ἐμπειρία καί γνώση καί εἶναι μία μεγάλη καί σοβαρή εὐθύνη.
Τό θέμα τῆς σημερινῆς μας Ἡμερίδας, ὅπως ἤδη γνωρίζετε καί ἀκούσατε, ἐντάσσεται στό γενικότερο θέμα τῶν ΛΒ´ Παυλείων, πού εἶναι «Ὁ ἀπόστολος Παῦλος καί τό Βάπτισμα», καί εἶναι «Ἐξομολόγηση: τό Βάπτισμα τῶν δακρύων».
Ἡ συσχέτιση τῆς ἐξομολογήσεως μέ τό βάπτισμα δέν εἶναι συμπτωματική. Εἶναι διαχρονική, ἐφόσον τό βάπτισμα συνεδέετο ἐξ ἀρχῆς μέ τή μετάνοια καί τήν ἐξομολόγηση καί ἐπισφράγιζε πάντοτε τήν ἄφεση τῶν ἁμαρτιῶν, πού παρείχετο μετά τή μετάνοια καί τήν ἐξομολόγηση.
Πρίν ἀκόμη ἀπό τό χριστιανικό βάπτισμα, ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Πρόδρομος ἐπισφράγιζε μέ τή βάπτιση στόν Ἰορδάνη τήν ἐξομολόγηση τῶν ἀνθρώπων οἱ ὁποῖοι ἐξομολογοῦντο τίς ἁμαρτίες τους.
Τό ἴδιο συνέβαινε καί μέ τό χριστιανικό βάπτισμα πρίν ἀπό τήν καθιέρωση τοῦ νηπιοβαπτισμοῦ. Οἱ κατηχούμενοι ἐξομολογοῦντο πρίν ἀπό τό βάπτισμα, καί τό βάπτισμα καθάριζε τίς ψυχές τους ἀπό ὅλες τίς ἁμαρτίες πού εἶχαν διαπράξει μέχρι τότε, ἀφοῦ προηγεῖτο μετάνοια.
Τό μυστήριο τοῦ βαπτίσματος τελεῖται ὅμως ἅπαξ, μία φορά στή ζωή τοῦ ἀνθρώπου καί δέν μπορεῖ νά ἐπαναληφθεῖ. Ὁ ἄνθρωπος ὅμως συνεχίζει νά ἁμαρτάνει ἐξαιτίας τῆς φυσικῆς ροπῆς τῆς ἀνθρωπίνης φύσεως πρός τήν ἁμαρτία. Δέν στερεῖται ὅμως τή δυνατότητα νά λάβει τήν ἄφεση τῶν ἁμαρτιῶν του, ἐφόσον μετανοήσει, ἀξιοποιώντας τή χάρη πού ἔδωσε ὁ Κύριός μας στήν Ἐκκλησία του. Καί ἔτσι ἡ εἰλικρινής μετάνοια μέσα στό ἱερό μυστήριο τῆς Ἐξομολογήσεως, χαρίζει τήν ἄφεση καί ἀνανεώνει τή χάρη τοῦ μυστηρίου τοῦ βαπτίσματος, ἐνῶ τά δάκρυα τῆς μετανοίας ἀντικαθιστοῦν τό ὕδωρ τοῦ βαπτίσματος καί ἀποπλύνουν τόν λευκό χιτώνα τοῦ βαπτίσματος ἀπό τούς ρύπους τῆς ἁμαρτίας.
Ἡ μετάνοια βεβαίως εἶναι ἕνα προσωπικό βίωμα, εἶναι μία διαδρομή πού δέν εἶναι εὔκολη οὔτε αὐτονόητη, ἀφενός γιατί ὁ ἄνθρωπος πρέπει νά γνωρίζει γιατί πρέπει νά μετανοεῖ, ἀλλά καί πῶς πρέπει νά μετανοεῖ. Ἀσφαλῶς ὑπάρχουν θέματα καί ἁμαρτίες, γιά τίς ὁποῖες δέν χρειάζεται νά διευκρινίσει κανείς ὅτι ὑπάρχει ἀνάγκη μετανοίας.
Ὑπάρχουν ὅμως πάρα πολλά ἄλλα θέματα, τά ὁποῖα καί πρέπει νά γνωρίζει κανείς ὅτι ἔχει ἀνάγκη μετανοίας, ἐάν πέσει σέ αὐτά, ἀλλά καί πρέπει νά μάθει νά τά ἀναγνωρίζει μέσα στήν ψυχή του, μέσα στήν καθημερινότητά του. Καί γι᾽ αὐτό χρειάζεται καθοδήγηση ἀπό τόν πνευματικό καί μάλιστα ἀπό ἕναν κληρικό πού ἔχει καί ἐμπειρία καί γνώση καί τόν κατάλληλο τρόπο νά διαχειρισθεῖ καταστάσεις καί νά βοηθήσει τόν ἄνθρωπο πού εἴτε προσέρχεται εἴτε θέλει νά προσέλθει στό μυστήριο τῆς ἱερᾶς ἐξομολογήσεως.
Αὐτή ἡ βοήθεια καί ἡ καθοδήγηση πού προσφέρεται μέσα ἀπό τό μυστήριο τῆς ἱερᾶς ἐξομολογήσεως, προσφερόταν κατά τούς πρώτους αἰῶνες μέσα ἀπό τήν κατήχηση. Διότι, ὅπως εἶπα προηγουμένως, ἀφενός ὁ ἄνθρωπος δέν μπορεῖ νά γνωρίζει πάντοτε τί εἶναι σφάλμα ἤ τί εἶναι ἁμαρτία καί ἀφετέρου διότι ὁ πονηρός, προκειμένου νά μήν τόν ἀφήσει νά μετανοήσει, ἐπιχειρεῖ συχνά νά καλύψει καί νά δικαιολογήσει γεγονότα καί καταστάσεις γιά τά ὁποῖα χρειάζεται ὁ ἄνθρωπος νά μετανοήσει.
Ὑπάρχει ὅμως καί ἡ ἄλλη πλευρά τοῦ θέματος: πῶς καί πόσο χρειάζεται νά μετανοήσει ὁ πιστός.
Ἡ ἐξομολόγηση εἶναι τό βάπτισμα τῶν δακρύων, ἀλλά πολλές φορές καί αὐτό παρανοεῖται ἤ καί παρεξηγεῖται, καί ὁ πνευματικός θά πρέπει νά τό κατανοήσει καί νά βοηθήσει τόν ἐξομολογούμενο.
Γιά νά ἀποτελοῦν τά δάκρυα βάπτισμα, θά πρέπει νά εἶναι δάκρυα εἰλικρινοῦς μετανοίας. Νά μήν εἶναι δάκρυα πού ἐκφράζουν ἁπλῶς ἕνα συναίσθημα ἤ μία ἀπογοήτευση ἤ μερικές φορές ἕναν πληγωμένο ἐγωισμό.
Ὑπάρχει βέβαια καί τό ἀντίστροφο. Δέν θά πρέπει ἡ συνειδητοποίηση μιᾶς ἁμαρτίας, μιᾶς πτώσεως, ἑνός πάθους νά γίνεται ἀφορμή ἤ λόγος πού, ἀντί νά ὁδηγήσει τόν ἄνθρωπο στή μετάνοια καί στή λύτρωση, τόν ὁδηγεῖ στήν ἀπόγνωση ἤ καί στήν κατάθλιψη. Αὐτό κάποιες φορές μπορεῖ νά συμβεῖ, εἴτε γιατί ὁ ἄνθρωπος εἶναι εὐαίσθητος ἤ ἔχει μία τέτοια ροπή εἴτε γιατί πρόκειται γιά μία παγίδα τοῦ πονηροῦ, πού ἐπιχειρεῖ νά ἐμποδίσει τόν ἄνθρωπο νά ζήσει τή χαρά τῆς μετανοίας καί τῆς ἀφέσεως, καί ἀκόμη κάποιες φορές ἀπό λάθος διαχείριση τῆς πνευματικῆς αὐτῆς καταστάσεως καί τῆς ψυχοσυνθέσεως τοῦ ἐξομολογουμένου ἀπό τόν πνευματικό.
Καί ἐδῶ ἔγκειται ἡ μεγάλη εὐθύνη του ἐνώπιον καί τοῦ Θεοῦ καί τῶν ἀνθρώπων. Ὁ πνευματικός διαχειρίζεται τή χάρη τῆς ἀφέσεως τῶν ἁμαρτιῶν τῶν ἀνθρώπων πρός σωτηρία τους, διότι ὁ Θεός πού τήν προσφέρει «πάντας ἀνθρώπους θέλει σωθῆναι καί εἰς ἐπίγνωσιν ἀληθείας ἐλθεῖν».
Πῶς θά φθάσει ὅμως ὁ ἐξομολογούμενος στή σωτηρία εἶναι ἐν μέρει καί εὐθύνη τοῦ πνευματικοῦ, γιά τό πῶς δηλαδή θά βρεῖ τόν τρόπο νά βοηθήσει τήν κάθε ψυχή.
Ἀσφαλῶς ὁ Θεός δέν θά ἀφήσει κανέναν ἄνθρωπο πού προσέρχεται στό μυστήριο τῆς ἐξομολογήσεως μέ ἀγαθή διάθεση, μέ εἰλικρινεῖς προθέσεις καί κυρίως μέ μετάνοια νά χαθεῖ ἀπό κάποια λανθασμένη ἤ ἀδέξια συμπεριφορά τοῦ πνευματικοῦ. Αὐτό ὅμως δέν ἀπαλλάσσει ἐμᾶς ἀπό τήν εὐθύνη οὔτε ἀπό τήν προσπάθεια πού πρέπει νά καταβάλλουμε γιά νά βοηθήσουμε καί νά στηρίξουμε τόν ἄνθρωπο πού μᾶς ἐμπιστεύεται τήν ψυχή του, γιατί δέν θά πρέπει νά ξεχνοῦμε ὅτι κάθε ψυχή ἔχει τίς δικές της ἀνάγκες καί τήν ἰδιαιτερότητά της, τήν ὁποία δέν μποροῦμε νά ἀγνοοῦμε.
Φυσικά δέν θά πρέπει νά θεωροῦμε ὅτι ἡ ψυχή θά φθάσει στή σωτηρία μόνο μέ τίς δικές μας συμβουλές καί τή δική μας καθοδήγηση. Ἡ αὐτοπεποίθηση πού μπορεῖ νά ἔχουμε γιά τίς ἱκανότητές μας ὡς πνευματικοί δέν εἶναι καλός σύμβουλος γι᾽ αὐτό τό ὑψηλό ἔργο πού μᾶς ἔχει ἐμπιστευθεῖ ὁ Χριστός καί ἡ Ἐκκλησία. Χρειάζεται καί ἐμεῖς νά προσευχόμεθα καί νά ζητοῦμε τή χάρη τοῦ Θεοῦ καί γιά νά μᾶς βοηθήσει νά καθοδηγήσουμε μέ τόν ἐνδεδειγμένο τρόπο τόν ἄνθρωπο πού ἔχουμε ἐνώπιόν μας, ἀλλά καί γιά νά φωτίσει καί ἐκεῖνον, ὥστε νά κατανοήσει καί νά ἐφαρμόσει μέ τόν καλύτερο τρόπο ὅ,τι θά τοῦ ποῦμε.
Καί καθώς διανύουμε ἀκόμη τήν Ἑβδομάδα τοῦ ἁγίου Λουκᾶ καί τό μυστήριο τῆς ἐξομολογήσεως εἶναι καί αὐτό ἕνα ἰατρεῖο, ψυχῶν βεβαίως, θά ἤθελα νά σᾶς ὑπενθυμίσω μόνο αὐτό πού εἶπα στήν ὁμιλία μου στήν Ἡμερίδα τῶν ἱερέων γιά τήν ποιμαντική τοῦ ἁγίου Λουκᾶ σχετικά μέ τό μυστήριο τῆς μετανοίας καί τῆς ἱερᾶς ἐξομολογήσεως.
Ὁ ἅγιος Λουκᾶς ἔδινε μεγάλη ἔμφαση σέ αὐτό καί τό θεωροῦσε ὡς ἕνα ἀπό τά ἱερώτερα καί πιό ἀπαιτητικά ἔργα τοῦ ἱερέως. Γι᾽ αὐτό καί πάντοτε τούς συμβούλευε νά μήν τελοῦν ποτέ πρόχειρα τό μυστήριο τῆς ἐξομολογήσεως. Νά μήν τό θεωροῦν μία τυπική διαδικασία, ἰδιαιτέρως στίς περιόδους πρίν ἀπό τίς μεγάλες ἑορτές, στίς ὁποῖες προσέρχονται ἄνθρωποι πού δέν προσέρχονται ποτέ ἄλλοτε. Δέν θά πρέπει ἐπ᾽ οὐδενί ἐξαιτίας τῆς κοπώσεως ἤ ἐπειδή θεωροῦμε ὅτι οἱ ἄνθρωποι αὐτοί δέν ἔρχονται συνειδητοποιημένοι νά ἀντιμετωπίσουμε τήν ἐξομολόγησή τους ἁπλῶς διεκπεραιωτικά. Μπορεῖ αὐτή ἡ μία, ἡ τυχαία φορά νά εἶναι ἡ ἀφορμή τῆς ἀλλαγῆς τῆς ζωῆς τους πρός τόν Θεό ἤ τῆς ἀπομακρύνσεώς τους ἀπό Αὐτόν.
Ὁ ἅγιος Λουκᾶς προέτρεπε τούς πνευματικούς νά μή βιάζονται κατά τήν ἐξομολόγηση οὔτε νά ἀντιμετωπίζουν τό μυστήριο ὡς μιά τυπική ὑποχρέωση. «Ἄς μή λυπόμαστε οὔτε τόν χρόνο οὔτε τόν κόπο. Ὑπάρχουν ἄνθρωποι πού ἔρχονται μέ ἀληθινό φόβο Θεοῦ καί βαθιά μετάνοια.
Ἔρχονται τραυματισμένοι πνευματικά καί περιμένουν ἀπό τόν πνευματικό πατέρα νά τούς βοηθήσει, νά τούς καθοδηγήσει καί νά θεραπεύσει τίς πληγές τῆς ψυχῆς τους. Μέ πόση εὐγνωμοσύνη ἀκοῦν ἕναν ἱερέα πού τούς μιλᾶ μέ ἀγάπη! Καί μέ πόση ἀπογοήτευση φεύγουν, ὅταν συναντοῦν ψυχρότητα, ἀδιαφορία ἤ βιασύνη».
Ἀλλά καί πόση ἀπογοήτευση αἰσθάνονται, ὅταν βλέπουν τόν πνευματικό νά ζεῖ καί νά συμπεριφέρεται μέ διαφορετικό τρόπο ἀπό ὅ,τι τόν ἀκοῦν νά τούς συμβουλεύει νά ζοῦν καί νά ἀγωνίζονται ἐκεῖνοι.
Μέ αὐτές τίς λίγες σκέψεις καί ἀφοῦ εὐχαριστήσω γιά ἀκόμη μία φορά τόσο τόν π. Βασίλειο ὅσο καί τόν π. Ἀθανάσιο, πού θά ἀκούσουμε στή συνέχεια, παραχωρῶ τό βῆμα στόν πρῶτο ὁμιλητή μας.
















Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου
Παρακαλούμε τα σχόλια να είναι σύντομα και να χρησιμοποιείτε nickname για τη διευκόλυνση του διαλόγου. Ο «Βεροιώτης» δεν υιοθετεί τις απόψεις των σχολιαστών, οι οποίοι και είναι αποκλειστικά υπεύθυνοι για αυτές.