http://picasion.com/
http://picasion.com/
http://picasion.com/

Σε τροχιά ανάπτυξης το κεράσι: O κομβικός ο ρόλος Ημαθίας & Πέλλας

Η ελληνική κερασοκαλλιέργεια βρίσκεται σε φάση ουσιαστικού μετασχηματισμού, με την Πέλλα και την Ημαθία να παραμένουν ο αδιαμφισβήτητος πυρήνας μιας παραγωγικής δραστηριότητας που αποκτά ολοένα μεγαλύτερο οικονομικό ενδιαφέρον.


Όπως αναφέρει το makedonikanea.gr, σε μια περίοδο κατά την οποία το κεράσι συγκαταλέγεται, μαζί με το ακτινίδιο, στα πιο κερδοφόρα δενδροκομικά είδη των τελευταίων ετών, το μεγάλο στοίχημα για τον κλάδο δεν περιορίζεται πλέον μόνο στην αύξηση της παραγωγής. Το μέλλον του ελληνικού κερασιού θα κριθεί από την ικανότητα της χώρας να ενισχύσει την παρουσία της στις εξαγωγές, να οργανώσει καλύτερα την εμπορική της στρατηγική και, ταυτόχρονα, να αξιοποιήσει μια μέχρι σήμερα ανεκμετάλλευτη δυνατότητα: την ανάπτυξη του βιομηχανικού κερασιού.

Στο επίκεντρο αυτής της συζήτησης βρίσκονται και οι δύο ισχυρότερες κερασοπαραγωγικές περιοχές της χώρας, η Πέλλα και η Ημαθία, οι οποίες καλούνται να σηκώσουν το βάρος της επόμενης ημέρας για έναν κλάδο που έχει περιθώρια να αποκτήσει σαφώς μεγαλύτερο αποτύπωμα στην ελληνική οικονομία.

Η δυναμική του κλάδου


Η εκτίμηση του κ. Αθανάσιου Μολασιώτη, Καθηγητή στο Τμήμα Γεωπονίας του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης (ΑΠΘ) και Διευθυντή του Εργαστηρίου Δενδροκομίας του ΑΠΘ για την καλλιέργεια της κερασιάς στην Ελλάδα είναι «πολύ θετική», καθώς, σύμφωνα με όσα δήλωσε στο πλαίσιο του δεύτερου διεθνούς συνεδρίου για το κεράσι στη 10η Freskon, πρόκειται για ένα είδος που τα τελευταία χρόνια έχει προσφέρει σημαντική κερδοφορία στους παραγωγούς και διατηρεί σοβαρές αναπτυξιακές προοπτικές και για τα επόμενα χρόνια.


Η εικόνα της ελληνικής παραγωγής καταδεικνύει ότι η χώρα διαθέτει ήδη μια αξιόλογη βάση. Η καλλιεργούμενη έκταση υπολογίζεται περίπου στα 100.000 στρέμματα, με αυξητική τάση, ενώ η ετήσια παραγωγή κυμαίνεται μεταξύ 40.000 και 60.000 τόνων, ανάλογα σε μεγάλο βαθμό με τις καιρικές συνθήκες. Η Ελλάδα κατατάσσεται 12η παγκοσμίως και 4η στην Ευρωπαϊκή Ένωση στην παραγωγή κερασιών, ενώ οι μέσες αποδόσεις παρουσιάζουν μεγάλες διαφοροποιήσεις: από 400 έως 700 κιλά ανά στρέμμα σε παραδοσιακούς οπωρώνες, έως και πάνω από 2 τόνους σε συστήματα πυκνής φύτευσης. Στην καρδιά αυτής της παραγωγής βρίσκονται η Πέλλα και η Ημαθία, περιοχές που έχουν διαμορφώσει επί δεκαετίες την ταυτότητα του ελληνικού κερασιού και συνεχίζουν να αποτελούν τον πιο κρίσιμο παραγωγικό πόλο του κλάδου.

Περιορισμένες οι εξαγωγές

Η δυναμική αυτή, ωστόσο, δεν αρκεί από μόνη της. Παρά την πρόοδο που έχει επιτευχθεί, οι εξαγωγές παραμένουν περιορισμένες σε σχέση με το παραγωγικό δυναμικό της χώρας. Σύμφωνα με τα στοιχεία που παρουσιάστηκαν, η Ελλάδα εξάγει ετησίως περίπου 6.000 έως 10.000 τόνους, ενώ σε άλλη αποτίμηση της αγοράς τοποθετείται το μέγεθος ακόμη και στους 12.000 τόνους. Σε κάθε περίπτωση, η εξαγωγική επίδοση παραμένει κάτω από το ένα τέταρτο της εγχώριας παραγωγής, γεγονός που αναδεικνύει το περιθώριο ανάπτυξης αλλά και τη βασική αδυναμία του παραγωγικού μοντέλου.

Κατά τον καθηγητή, η ελληνική αγορά έχει σε έναν βαθμό κορεστεί και εκεί ακριβώς εντοπίζεται η μεγαλύτερη πρόκληση της επόμενης περιόδου. Το «brand» της ελληνικής κερασοπαραγωγής, όπως εξήγησε, θα κριθεί στις εξαγωγές. Η ευρωπαϊκή αγορά ζητά κεράσια και μπορεί να πληρώσει για ποιοτικό προϊόν υψηλότερες τιμές από αυτές που αντέχει ο Έλληνας καταναλωτής. Σε αρκετές ευρωπαϊκές αγορές, όπως ανέφερε, οι τιμές φτάνουν στα 8, 9 ακόμη και 10 ευρώ το κιλό, όταν στην Ελλάδα ακόμη και σε ακριβές αγορές, όπως η Αθήνα, διαμορφώνονται χαμηλότερα. Αυτό σημαίνει ότι η χώρα έχει μπροστά της ένα σαφές εμπορικό πεδίο, αρκεί να μπορέσει να το διεκδικήσει με συνέπεια, επάρκεια και σταθερότητα τροφοδοσίας.

Ο ρόλος της Πέλλας και της Ημαθίας

Σε αυτό το σημείο, η Πέλλα και η Ημαθία αποκτούν κομβική σημασία. Δεν είναι μόνο οι δύο μεγαλύτερες παραγωγικές περιοχές της χώρας, αλλά και οι περιοχές που μπορούν να στηρίξουν μια πιο οργανωμένη εξαγωγική στρατηγική, τόσο λόγω όγκου όσο και λόγω συσσωρευμένης τεχνογνωσίας. Για να συμβεί αυτό, όμως, θα πρέπει να αντιμετωπιστούν χρόνιες αδυναμίες του ελληνικού συστήματος.

Ο κ. Μολασιώτης επισήμανε ότι η χώρα διαθέτει αρκετές πρώιμες ποικιλίες και αρκετές όψιμες, όμως εμφανίζεται ένα κρίσιμο κενό στην παραγωγική συνέχεια προς τα τέλη Μαΐου. Το κενό αυτό είναι ιδιαίτερα σημαντικό για τις εξαγωγές, επειδή οι διεθνείς αγορές ζητούν συνεχή τροφοδοσία και σταθερή παρουσία προϊόντος. Η μη ορθολογική κατανομή των ποικιλιών ως προς τον χρόνο ωρίμανσης αποτελεί, συνεπώς, ένα από τα βασικά μειονεκτήματα που πρέπει να διορθωθούν.

Παράλληλα, η καλλιέργεια καλείται να προσαρμοστεί σε ένα πιο απαιτητικό περιβάλλον κόστους και κλίματος. Η καινοτομία σήμερα, όπως τόνισε ο καθηγητής, εστιάζει σε τρία σημεία: στη μείωση του κόστους παραγωγής, στην προσαρμογή στην κλιματική αλλαγή και στη γενετική βελτίωση, τόσο σε επίπεδο ποικιλιών όσο και υποκειμένων. Η μεγάλη επανάσταση της προηγούμενης περιόδου ήρθε από τα υποκείμενα, τα οποία επέτρεψαν χαμηλότερα δέντρα, πυκνότερες φυτεύσεις και καλύτερη διαχείριση της συγκομιδής. Όμως η επόμενη γενιά υποκειμένων θα πρέπει να απαντήσει σε νέες ανάγκες: αντοχή στην ξηρασία, καλύτερη ισορροπία στη διαχείριση του νερού, ανθεκτικότητα σε υψηλές θερμοκρασίες και προσαρμογή σε απαιτητικές εδαφικές συνθήκες.

Η ανάγκη αυτή είναι ιδιαίτερα κρίσιμη για περιοχές όπως η Πέλλα και η Ημαθία, όπου η συγκέντρωση της παραγωγής είναι μεγάλη και οι επιπτώσεις από παγετούς, βροχοπτώσεις ή υδατικό στρες μπορούν να επηρεάσουν καθοριστικά το συνολικό εθνικό αποτέλεσμα. Το κεράσι παραμένει μια ιδιαίτερα ευαίσθητη καλλιέργεια. Η πρωιμότητα φέρνει καλύτερες τιμές, αλλά η πρώιμη άνθηση αυξάνει και τον κίνδυνο ζημιών από ανοιξιάτικους παγετούς. Την ίδια στιγμή, οι βροχοπτώσεις οδηγούν σε σχίσιμο των καρπών, ενώ η αυξανόμενη ξηρασία πιέζει τα πιο ευαίσθητα ριζικά συστήματα των σύγχρονων υποκειμένων.

Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, το ζήτημα δεν είναι μόνο να παράγεται περισσότερο κεράσι, αλλά να παράγεται σωστά, να συντηρείται σωστά και να οδηγείται σωστά στην αγορά. Ο κ. Μολασιώτης στάθηκε ιδιαίτερα στη σημασία της μετασυλλεκτικής διαχείρισης, επισημαίνοντας ότι η ποιότητα ενός κερασιού δεν κρίνεται μόνο στον οπωρώνα. Κρίνεται επίσης στον χρόνο συγκομιδής, στη διαχείριση του καρπού, στη συντήρηση και στη συνολική εμπορική αλυσίδα. Πρόκειται για ένα πεδίο στο οποίο η Ελλάδα έχει ακόμη ουσιαστικά περιθώρια βελτίωσης, αν θέλει να διεκδικήσει μεγαλύτερο κομμάτι από τις απαιτητικές αγορές της Βόρειας Ευρώπης και από νέα κανάλια διάθεσης.

Η ζήτηση για το βιομηχανικό κεράσι

Στο ίδιο πλαίσιο, ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η συζήτηση για το βιομηχανικό κεράσι, έναν τομέα που, παρά τις προοπτικές του, παραμένει περιορισμένα αναπτυγμένος στη χώρα. Εδώ εντοπίζεται το δεύτερο μεγάλο στοίχημα του κλάδου, σε άμεση σύνδεση με το εξαγωγικό σκέλος. Η Ελλάδα διαθέτει εμπειρία στη μεταποίηση φρούτων, ιδίως μέσω του ροδάκινου, του βερίκοκου και του αχλαδιού, ωστόσο το βιομηχανικό κεράσι δεν έχει μέχρι σήμερα αποκτήσει την ανάλογη βαρύτητα. Σύμφωνα με τον καθηγητή, πρόκειται για ένα πεδίο που μπορεί να αναπτυχθεί σημαντικά περισσότερο, δίνοντας διέξοδο σε ορεινές περιοχές, αξιοποιώντας υφιστάμενες βιομηχανικές υποδομές και στηρίζοντας ένα πιο ολοκληρωμένο παραγωγικό μοντέλο.

Το βιομηχανικό κεράσι μπορεί να προσφέρει λύσεις τόσο σε οικονομικό όσο και σε κοινωνικό επίπεδο. Από τη μία πλευρά, μπορεί να αξιοποιήσει ποικιλίες που είναι κατάλληλες για μεταποίηση, όπως τα Τραγανά Εδέσσης, και να δημιουργήσει προστιθέμενη αξία εκεί όπου το νωπό προϊόν δεν κατευθύνεται εύκολα στην αγορά υψηλών απαιτήσεων. Από την άλλη, μπορεί να στηρίξει ορεινές ζώνες παραγωγής, όπου οι κλιματικές συνθήκες είναι συχνά ευνοϊκότερες για την κερασιά. Επιπλέον, η δυνατότητα εκμηχάνισης, με χαμηλότερα δέντρα και κατάλληλες ποικιλίες, μπορεί να συμβάλει στη μείωση του κόστους συγκομιδής, που αποτελεί σήμερα μία από τις μεγαλύτερες πιέσεις για τον παραγωγό.

Ο διεθνής ανταγωνισμός

Η ουσία είναι ότι το ελληνικό κεράσι έχει μπροστά του μια πραγματική ευκαιρία αναβάθμισης, αλλά όχι χωρίς σχέδιο. Οι διεθνείς τάσεις είναι ευνοϊκές, καθώς η παγκόσμια αγορά αναπτύσσεται σταθερά και η ζήτηση ενισχύεται, ιδίως στην Ασία, ενώ οι καταναλωτές στρέφονται περισσότερο σε προϊόντα που συνδέονται με την υγιεινή διατροφή. Ωστόσο, ο διεθνής ανταγωνισμός είναι έντονος. Η Τουρκία παραμένει ο βασικός παίκτης στην ευρωπαϊκή αγορά, ενώ χώρες όπως η Χιλή έχουν χτίσει ένα ολόκληρο εξαγωγικό μοντέλο πάνω στο κεράσι, αξιοποιώντας συντονισμένα τις ποικιλίες, τα logistics και τη στόχευση αγορών.

Για την Ελλάδα, και ιδιαίτερα για την Πέλλα και την Ημαθία που αποτελούν τον βασικό κορμό του κλάδου, η επόμενη φάση απαιτεί συνδυασμό παραγωγικής αναδιάρθρωσης, εμπορικής προσαρμογής και επένδυσης στην ποιότητα. Περισσότερες εξαγωγές, καλύτερη οργάνωση ποικιλιών, ισχυρότερη μετασυλλεκτική διαχείριση και ουσιαστική ανάπτυξη του βιομηχανικού κερασιού συνθέτουν τον οδικό χάρτη για τα επόμενα χρόνια. Αν αυτός ο σχεδιασμός προχωρήσει, τότε το ελληνικό κεράσι μπορεί να μετατραπεί από ένα αξιόλογο εθνικό προϊόν σε έναν ακόμη πιο ισχυρό εξαγωγικό και μεταποιητικό πυλώνα της ελληνικής αγροτικής οικονομίας.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Παρακαλούμε τα σχόλια να είναι σύντομα και να χρησιμοποιείτε nickname για τη διευκόλυνση του διαλόγου. Ο «Βεροιώτης» δεν υιοθετεί τις απόψεις των σχολιαστών, οι οποίοι και είναι αποκλειστικά υπεύθυνοι για αυτές.

ΔΗΜΟΦΙΛΕΙΣ ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ