http://picasion.com/
http://picasion.com/
http://picasion.com/
http://picasion.com/

Ένα πραγματικό «μνημόσυνο» σε μια κατάμεστη Ελιά η παρουσίαση του τελευταίου βιβλίου του Γιώργου - Ξάνθιππου Τροχόπουλου

«Οι γειτονιές και τα στενά δεν θα μας δουν ποτέ ξανά»...

Το τελευταίο βιβλίο του αείμνηστου Γεωργίου - Ξάνθιππου Τροχόπουλου, με τίτλο «Ποτέ ξανά: Ελληνικός Εμφύλιος 1946 - 1949 | Μακρόνησος 1947 - 1957 | Η σκιά του εμφυλίου στη ζωή του Νεοέλληνα», παρουσιάστηκε την Κυριακή 18 Ιανουαρίου 2026, μέσα σε μια κατάμεστη αίθουσα στην Ελιά, σαν ένα «πραγματικό μνημόσυνο», όπως χαρακτήρισε την εκδήλωση η σύζυγος του αείμνηστου, Αναστασία Καρακώστα.


Πρόκειται για ένα βιβλίο - κατάθεση ψυχής για τον Εμφύλιο, τη Μακρόνησο και τη διαχείριση της ιστορικής μνήμης. Την εκδήλωση διοργάνωσε ο Σύνδεσμος Φιλολόγων Ημαθίας (Σ.Φ.Η.) και η Εταιρεία Μελετών Ιστορίας και Πολιτισμού Ν. Ημαθίας (Ε.Μ.Ι.Π.Η.). 


Χαιρετισμό απηύθυνε η πρόεδρος του Συνδέσμου Φιλολόγων Ημαθίας, Δέσποινα Καρυπίδου. Στον χαιρετισμό του ο Γραμματέας της Ε.Μ.Ι.Π.Η., χαρακτηρίζοντας το βιβλίο, όχι ένα απλό μυθιστόρημα αλλά μια παρακαταθήκη - θησαυρό για τον τόπο μας, μια καταγραφή προσωπικής εμπειρίας και άποψης για ιστορικά γεγονότα και πρόσωπα. Ενώ μιλώντας για τον συγγραφέα, είπε ότι δεν ήταν ποτέ ακραίος, ποτέ ιδεοληπτικός, ήταν πάντα σκεπτόμενος το κοινό καλό και μας πρόσφερε το βιβλίο αυτό.


Τον λόγο πήρε στη συνέχεια η υποψήφια Διδάκτωρ του Παιδαγωγικού Τμήματος Δημοτικής Εκπαίδευσης του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης
, ιστορικός και μέλος της Ε.Μ.Ι.Π.Η., Έλλη Σαρηγιαννίδου, η οποία έκανε μια εκτενή παρουσίαση του βιβλίου.

Η κυρία Σαρηγιαννίδου είπε, μεταξύ άλλων, πως το «Ποτέ ξανά» του Γεώργιου Ξάνθιππου Τροχόπουλου διαβάζεται ως η τελευταία του πνευματική χειρονομία και μια τελετή μνήμης: ξεκινά από την οικογενειακή ιστορία και την πορεία του πατέρα του στην εξορία, για να αποκτήσει ιστορικό βάθος και να φωτίσει το συλλογικό τραύμα του Εμφυλίου, με τη Μακρόνησο να λειτουργεί ως τόπος-σύμβολο του διχασμού και της βίας.


Τόνισε επίσης ότι, παρότι χαρακτηρίζεται «μυθιστόρημα», το έργο κινείται ανάμεσα στη λογοτεχνική αφήγηση και το ιστορικό ντοκουμέντο, αξιοποιώντας έρευνα, βιβλιογραφία και τεκμήρια, ενώ η γραφή σπάει τη σιωπή γύρω από την εξορία και επιχειρεί κάθαρση και δικαίωση μέσω της μνήμης. Κατά την ίδια, ο τίτλος «Ποτέ ξανά» συμπυκνώνει ένα ηθικό αίτημα συμφιλίωσης και προειδοποίησης, καθώς η «σκιά του Εμφυλίου» παραμένει παρούσα και επηρεάζει, ακόμη και σήμερα, τη συλλογική ταυτότητα (στο τέλος του άρθρου αξίζει να διαβάσετε ολόκληρη την ομιλία της κας Σαρηγιαννίδου).


Τέλος, ο λόγος δόθηκε στη σύζυγο του αείμνηστου Γεώργιου - Ξάνθιππου Τροχόπουλου, Αναστασία Καρακώστα, η οποία, βαθύτατα συγκινημένη, ευχαρίστησε τον κόσμο για την αθρόα προσέλευση, χαρακτηρίζοντας την εκδήλωση ως ένα «πραγματικό μνημόσυνο», αναφέρθηκε στον σύζυγό της και το πνευματικό αποτύπωμα που άφησε πίσω του, όχι μόνο στη λογοτεχνία αλλά και στη μουσική. Αναφέρθηκε στη βράβευσή του από τον δήμο Βέροιας, ενώ -ως μια υπόσχεση για τον τόπο μας- ανέφερε πως ο αείμνηστος άφησε αρκετό ανέκδοτο υλικό που η οικογένεια θα φροντίσει να αξιοποιήσει. Έκλεισε με τα λόγια, «Οι γειτονιές και τα στενά δεν θα μας δουν ποτέ ξανά»...

Δείτε φωτογραφίες και την ομιλία της Έλλης Σαρηγιαννίδου:
























































Η ομιλία της Έλλης Σαρηγιαννίδου:

«Κυρίες και κύριοι,
Όταν ξεκίνησα να γράφω τις πρώτες σκέψεις για το βιβλίο που κρατάω στα χέρια μου, ο χρόνος είχε άλλη υπόσταση. Οι λέξεις μου προορίζονταν για να ακουστούν παρουσία του Γεωργίου Ξάνθιππου Τροχόπουλου, να αποτελέσουν την αρχή ενός διαλόγου μαζί του. Η ζωή, όμως, με τα απρόβλεπτα σενάριά της, άλλαξε τον προορισμό αυτών των λέξεων.

Σήμερα, η παρουσίαση αυτή μετατρέπεται, άθελά μας και ουσιαστικά, σ’ ένα μνημόσυνο λόγου και τέχνης. Το βιβλίο αυτό είναι πια μόνο το πνευματικό του παιδί, αλλά η τελευταία του χειρονομία προς εμάς, η πνευματική του διαθήκη. Και ίσως, τελικά, αυτός να είναι ο μόνος τρόπος για να νικήσει κανείς τη φθορά: να αφήσει πίσω του λέξεις που συνεχίζουν να αναπνέουν, ακόμα και όταν ο ίδιος έχει σωπάσει.

Υπάρχουν συγγραφείς που γράφουν για να δημιουργήσουν κόσμους, επινοώντας ιστορίες.

Και υπάρχουν άλλοι που γράφουν για να σώσουν τον δικό τους, για να σώσουν τη μνήμη τους από τη λήθη. Ο συγγραφέας που παρουσιάζουμε σήμερα νομίζω ανήκει σ’ αυτή τη δεύτερη κατηγορία.

Στους χαμηλούς τόνους μιας «κλίμακας μινόρε»  το  βιβλίο του Τροχόπουλου «Έντεκα συν ένα Διηγήματα σε «κλίμακα μινόρε», αντηχούσε στ’ αφτιά μου σαν μια προσωπική εξομολόγηση. Μέσα από τα πρόσωπα της οικογένειάς του και τα μικρά καθημερινά περιστατικά, έπλαθε ένα μωσαϊκό ζωής – απλό, τρυφερό, μα βαθιά ανθρώπινο. Τώρα, στο νέο του έργο, η προσωπική αυτή αφήγηση «ανοίγεται», παίρνει ιστορική διάσταση. Επιστρέφει πάλι στον πατέρα του, τον οποίο ακολουθεί στα δύσκολα χρόνια της εξορίας, στα χρόνια του Εμφυλίου. Ο πατέρας, γίνεται σύμβολο μιας γενιάς που έζησε την εξορία, τη Μακρόνησο, τον διχασμό. Ο συγγραφέας δεν αλλάζει θέμα· βαθαίνει στο ίδιο. Από το προσωπικό τραύμα περνά στο συλλογικό. Από την ατομική μνήμη, στη μνήμη του τόπου. Είναι μια μετάβαση από την οικογενειακή ιστορία στη συλλογική μοίρα. Έτσι, το νέο του βιβλίο μοιάζει με μια τελετή μνήμης και λύτρωσης – όχι μόνο για τον πατέρα του, αλλά και για όλους εκείνους που η ιστορία άφησε στο περιθώριό της.
Ακόμη και το εξώφυλλο του βιβλίου αποτυπώνει αυτή τη διπλή διάσταση — προσωπική και συλλογική. Η πληθώρα τίτλων δεν είναι απλώς μια αισθητική επιλογή. Λειτουργούν ως πολλαπλή “είσοδος” στο έργο, αποτυπώνοντας τα διαφορετικά επίπεδα ανάγνωσης που επιδιώκει ο συγγραφέας.

Ο υπέρτιτλος, «Ελληνικός Εμφύλιος 1946–1949», τοποθετεί το έργο μέσα στο ιστορικό πλαίσιο. Ο τίτλος, «Μακρόνησος 1947–1957», επικεντρώνει το βλέμμα σ’ αυτό το νησί – τόπο εξορίας, πόνου και “αναμόρφωσης”,  σ’ έναν συμβολικό τόπο της εθνικής διαίρεσης. Η φράση «Ποτέ ξανά», κύριος τίτλος, όπως αποδεικνύει και η διαφορετική χρωματική του απόδοση,  λειτουργεί σαν κραυγή συνείδησης, ένα ηθικό αίτημα να μην επαναληφθεί η βία, ούτε η σιωπή,  λειτουργεί σχεδόν ως ηθική ή πολιτική δήλωση, ένα σύνθημα μνήμης και συμφιλίωσης.
Η ένδειξη «Μυθιστόρημα» μάς υπενθυμίζει ότι όσα διαβάζουμε είναι λογοτεχνία, ότι πρόκειται για λογοτεχνική αναπαράσταση και όχι ιστορική μελέτη. Άρα το γεγονός μετασχηματίζεται μέσω της αφήγησης. Κι όμως, πίσω από τη μυθοπλασία, υπάρχει η αλήθεια μιας ζωής. Διαβάζοντάς το διαπιστώνουμε ότι είναι ιστορικό ντοκουμέντο, παρόλο που ο συγγραφέας το χαρακτήριζε ιστορικό μυθιστόρημα.
Και τέλος, ο υπότιτλος, «Η σκιά του Εμφυλίου στη ζωή του Νεοέλληνα», προεκτείνει  το θέμα στο παρόν. Μας καλεί ν’ αναρωτηθούμε αν, στ’ αλήθεια, έχουμε ξεπεράσει εκείνη τη σκιά ή αν εξακολουθεί να μας ακολουθεί, δηλώνοντας ότι το τραύμα του παρελθόντος συνεχίζει να επηρεάζει τη σύγχρονη ταυτότητα.

Έτσι, η συσσώρευση τίτλων μπορεί να ερμηνευθεί ως συνειδητή επιλογή, που καθρεφτίζει τη σύνθετη, πολυεπίπεδη φύση του έργου: ιστορικό, πολιτικό, ηθικό και ψυχολογικό ταυτόχρονα. Θα μπορούσαμε να πούμε πως αυτή η πληθωρικότητα δείχνει ότι ο Εμφύλιος δεν χωράει σε μία μόνο φράση, ούτε σε έναν τίτλο. Πριν λοιπόν καν ανοίξουμε το βιβλίο, ο συγγραφέας μάς έχει ήδη προετοιμάσει: μάς προτρέπει να διαβάσουμε όχι μόνο μια ιστορία εξορίας, αλλά μια ιστορία μνήμης και ευθύνης — τόσο προσωπικής όσο και συλλογικής.

Το βασικό θέμα του βιβλίου, προσημαίνεται από προηγούμενες γραφές του. Στο βιβλίο του «Έντεκα συν ένα διηγήματα σε κλίμακα μινόρε» σημείωνε σχετικά: «Η κυβέρνηση άρχισε τις προληπτικές συλλήψεις αριστερών και αγωνιστών του ΕΑΜ που τους έστελναν στα νησιά για «αναμόρφωση». Έτσι λοιπόν άρχισε και η ταλαιπωρία του πατέρα μου στα διάφορα νησιά σαν εξόριστος, μέχρι που κατέληξε στη Μακρόνησο». Η ιστορία του σημαδεμένου από την εξορία πατέρα έχει στοιχειώσει τον συγγραφέα. Η ευνοιοκρατία και ο νεποτισμός που είδε να κυριαρχεί στον στρατό, η ποντιακή καταγωγή, η πολιτική ταυτότητα που επηρεάζει καταλυτικά τη ζωή του, η κριτική στα μετεμφυλιακά πολιτικά ήθη αποτελούν προπομπό γι’ αυτό που θ’ ακολουθούσε. Η ιστορία του Ελληνισμού επηρεάζει και ταυτίζεται με την οικογενειακή ιστορία.

Ανάμεσα στις θεματικές του βιβλίου δεσπόζει το θέμα του Εμφυλίου, που υπήρξε για δεκαετίες “ανείπωτος”· οι πληγές του παρέμειναν ανοιχτές, αλλά σκεπασμένες για κάποιους από φόβο ή ενοχή. Έτσι, το βιβλίο λειτουργεί ως πράξη μνήμης και λύτρωσης: δίνει φωνή σε όσους σιώπησαν και φανερώνει πώς η ατομική μνήμη φωτίζει τη συλλογική. Οι πρώτες  δεκαετίες μετά τον Εμφύλιο σημαδεύτηκαν από λογοκρισία, φόβο και πολιτικό διχασμό. Οι συγγραφείς συχνά εξέφραζαν τη δική τους φιλοαριστερή ή εθνικόφρονα πλευρά. Τα έργα είχαν έντονο ιδεολογικό ή βιωματικό χαρακτήρα, αποτυπώνοντας τραύματα, θυσίες, εξορίες, φυλακίσεις. Σήμερα, 76 χρόνια από τη λήξη του Εμφυλίου μπορούμε να δούμε τα γεγονότα με μεγαλύτερη νηφαλιότητα, αν και ένα τμήμα της κοινωνίας -σε αντίθεση  με τον συγγραφέα- εξακολουθεί να θεωρεί το θέμα ταμπού και να μην τολμά να μιλήσει γι’ αυτό.

Το βασικό υλικό που διαχειρίζεται ο συγγραφέας το αντλεί από την οικογενειακή του ιστορία.

Η επιλογή του να αφηγηθεί την ιστορία του πατέρα δεν είναι τυχαία. Η οικογενειακή μνήμη λειτουργεί ως αγωγός της Ιστορίας — το παρελθόν δεν χάνεται, αλλά μεταγγίζεται στις επόμενες γενιές, άλλοτε συνειδητά και άλλοτε μέσα από υπόγεια ρεύματα και αποσιωπήσεις. Ο αφηγητής, αναζητώντας τις ρίζες του, ανασύρει και τη δική του ταυτότητα. 

Το νέο βιβλίο του Τροχόπουλου έρχεται να επιβεβαιώσει μια ευρύτερη και γόνιμη τάση της ιστοριογραφίας και της σύγχρονης πεζογραφίας: την εγκατάλειψη της "μεγάλης αφήγησης" υπέρ των ατομικών εμπειριών, την άντληση υλικού από την οικογενειακή ιστορία. Σε μια εποχή που απομακρυνόμαστε χρονικά από τις κρίσιμες περιόδους της Κατοχής και του Εμφυλίου, η "μεγάλη αφήγηση" της επίσημης Ιστορίας συχνά μοιάζει απόμακρη. Αντίθετα, η στροφή προς τη "μικροϊστορία" και την προσωπική μαρτυρία —όπως αυτή ενός εξόριστου πατέρα— φωτίζει αθέατες, ανθρώπινες πτυχές των γεγονότων. Οι νεότερες γενιές, αναζητώντας την ταυτότητά τους, επιστρέφουν στο τραύμα των προγόνων όχι απλώς για να μάθουν τι έγινε, αλλά για να το αισθανθούν. Ο συγγραφέας, λοιπόν, χρησιμοποιεί το προσωπικό βίωμα ως φακό για να εστιάσει στο συλλογικό δράμα, καθιστώντας την ιστορία του τόπου οικεία και σπαρακτικά ανθρώπινη.
Άλλωστε, η ενασχόληση με την οικογενειακή ιστορία λειτουργεί ως μέσο αυτογνωσίας. Οι συγγραφείς (ή οι ήρωές τους) επιχειρούν να καταλάβουν ποιοι είναι, αναζητώντας τις ρίζες τους. Σε κοινωνίες όπου οι αξίες, οι ρόλοι και οι βεβαιότητες έχουν αλλάξει, αυτή η αναζήτηση ταυτότητας αποκτά μεγάλη σημασία.

Για πολλά χρόνια θέματα όπως ο Εμφύλιος ή η εξορία θεωρούνταν επώδυνα για δημόσιο λόγο. Καθώς αλλάζει το κοινωνικό και πολιτικό κλίμα, οι απόγονοι αυτών των ανθρώπων νιώθουν ότι μπορούν επιτέλους να μιλήσουν — ή, έστω, να ξαναδώσουν φωνή στους σιωπηλούς προγόνους. Έτσι, τα βιβλία αυτά λειτουργούν και ως πράξη δικαίωσης ή αποκατάστασης μνήμης.

Το τραύμα  είναι παρόν σ’ όλη την αφήγηση
Πολλοί ερευνητές (ακόμη και ψυχαναλυτές) σημειώνουν ότι η αφήγηση της οικογενειακής ιστορίας λειτουργεί σαν θεραπευτική πράξη: βοηθά τα άτομα να κατανοήσουν τραύματα που κληρονόμησαν, ακόμη κι αν δεν τα έζησαν. Η γραφή γίνεται έτσι μια μορφή μεταβίβασης και λύτρωσης.
Άνθρωποι που βίωσαν τραύμα υποφέρουν από μια πληγή που δείχνει ότι δεν θα θεραπευτεί και σε κάποιες περιπτώσεις αφηγούμενοι τη δύσκολη κατάσταση που έζησαν, βαίνουν προς την υπέρβασή της. Ίσως οι λέξεις τούς βοηθούν να απελευθερωθούν. Πολλές τέτοιες αφηγήσεις είναι κάποιου είδους επιβεβαίωση ότι οι αφηγητές ελέγχουν την ιστορία τους. Μια αφήγηση που επαναλαμβάνεται νοερά από ένα άτομο που δεν μπορεί να ξεφύγει από αυτή. Με τη γραφή ίσως να μπορείς να πεις “Goodbye to All That”, όπως κάνει με τον τίτλο του βιβλίου του ο Robert Graves.Ίσως εξιστορώντας το τραύμα οι άνθρωποι  βάζουν στο περιθώριο κάτι από την παθητικότητα του θύματος. Όταν γράφεις το τραύμα, λέει ο ιστορικός Λιάκος, ο λόγος σου συνδυάζει πρωτόκολλα γραφής και υβριδικές εκδοχές ιστορίας, μνήμης και Λογοτεχνίας. Η διάκριση «γράφοντας για το τραύμα» και «γράφοντας το τραύμα» είναι βασική για να κατανοήσουμε γιατί η λογοτεχνία προηγήθηκε της ιστοριογραφίας στην πραγμάτευση των ιστορικών τραυμάτων.  Το αυτοβιογραφικό στοιχείο υπεισέρχεται αναπότρεπτα στην ιστορία.

Μελετώντας συνολικά το συγγραφικό έργο του Γιώργου Τροχόπουλου, αντιλαμβανόμαστε ότι η ιστορία του πατέρα τον σημάδεψε στη μετέπειτα ζωή του, ώστε να μιλάμε για ανεπούλωτο τραύμα. Εξαιτίας του «ποινικού μητρώου» που κουβαλούσε ως γιος αγωνιστή του ΕΛΑΣ και εξόριστου η μεταχείριση που του επιφύλασσε η «μάνα Πατρίδα» ήταν ανάλογη: στρατιωτική θητεία σε εξαιρετικά δυσμενείς περιοχές και συνθήκες σαν να ήταν εχθρός του καθεστώτος, θέμα που επανεμφανίζεται στη συγγραφή του.

Ανάγκη λοιπόν για συλλογική και ατομική μνήμη, αναζήτηση ταυτότητας, λειτουργία κάθαρσης; Νομίζω ότι ο αναγνώστης του βιβλίου θα νιώσει ότι όλες αυτές οι πνευματικές διεργασίες λίγο πολύ επιτελούνται με την παρούσα συγγραφή. 

Υπάρχει και η πολιτική διάσταση: η εξορία δεν παρουσιάζεται μόνο ως τιμωρία, αλλά ως σύμβολο αντίστασης και αξιοπρέπειας 

Γενικό χαρακτηριστικό των ανθρώπων που βίωσαν  διώξεις ήταν η σιωπή — η σιωπή των ανθρώπων που γύρισαν από την εξορία, των οικογενειών που έμαθαν να μη μιλούν, της κοινωνίας που προτίμησε να ξεχάσει.

Η γραφή όμως εδώ γίνεται αντίσταση στη λήθη. Με την αφήγηση ο συγγραφέας σπάει το τείχος της σιωπής και μετατρέπει τη μνήμη σε πράξη δικαίωσης.

Διαβάζοντας το βιβλίο «Ποτέ ξανά» αντιλαμβανόμαστε πως ο συγγραφέας δεν αξιοποίησε μόνο το βίωμα ως πρώτη ύλη. Μελέτησε, ερεύνησε το θέμα του, όπως επιβεβαιώνουν αναφορές σχετικά με: τη δράση παρακρατικών οργανώσεων-ομάδων, όπως του Τσαούς Αντόν, του Καλαμπαλίκη, του Σούρλα, τον κυνισμό, τον αυταρχισμό, την αυθαιρεσία των οργάνων της Χωροφυλακής, την ωμή βία, τις θηριωδίες των ταγματασφαλιστών,  τις μορφές των βασανιστηρίων, όπως το ξύλο, το βγάλσιμο νυχιών με τανάλια,  τη φάλαγγα (σ. 81), την πυρακτωμένη βελόνα στην ουρήθρα, το τσουβάλι με τη γάτα, τα Στρατοδικεία, τις εκτελέσεις, το φαινόμενο του «χαφιεδισμού», του δωσιλογισμού, τις δηλώσεις μετανοίας και τα αποτελέσματά τους.

Ιδιαίτερη θέση στην αφήγηση έχει η εξιστόρηση πραγματικών περιστατικών που λειτουργούν ως ντοκουμέντα των ωμοτήτων που έλαβαν χώρα στην εμφυλιακή περίοδο στη Βέροια. Σοκάρουν οι αφηγήσεις των θηριωδιών στις οποίες περιέπεσαν και οι δύο αντιμαχόμενες πλευρές, όπως η δολοφονία του ράφτη, η βεβήλωση του νεκρού, ο εν ψυχρώ θάνατος τριών παιδιών, η εικόνα των πεταμένων πτωμάτων τους στις σκάλες των Δικαστηρίων Βέροιας.

Ιδιαίτερη αξία έχει η ψυχογραφική δεινότητα του συγγραφέα, ειδικά όταν περιγράφει τη συντριβή της ανθρώπινης αξιοπρέπειας. Το παράδειγμα του Δημήτρη είναι αποκαλυπτικό: οι κακουχίες της εξορίας μεταμόρφωσαν τον άλλοτε "ατρόμητο αντάρτη" σε έναν άνθρωπο αδύναμο, "σα μαραμένο λουλούδι" (σ. 38), θυμίζοντας "λιοντάρι που του βγάλανε τα δόντια". Αντίθετα, η προσωπικότητα του πατέρα παραμένει αλώβητη στα μάτια του αφηγητή. Περιγράφεται ως πρότυπο ανώτερου ήθους και αγωνιστικότητας, μια μορφή που λειτουργεί ως φάρος. Η εξιδανίκευση αυτή μαρτυρά την ανάγκη του συγγραφέα να διαφυλάξει την πατρική εικόνα ως σύμβολο ακεραιότητας μέσα στη δίνη της ιστορίας. Ιδιαίτερη βαρύτητα έχει η επίμονη άρνηση του Πάνου να ενταχθεί σε κομματικά στεγανά. Σε όλη την αφήγηση τονίζεται πως πολέμησε άδολα, μακριά από ιδεολογικές σκοπιμότητες. Η φράση του «Δεν είμαι κομμουνιστής, για την λευτεριά της πατρίδας μου πολέμησα» λειτουργεί ως καταλύτης, αποκαλύπτοντας το μέγεθος της αδικίας. Ο ήρωας δεν αγωνίζεται μόνο για την επιβίωσή του στην εξορία, αλλά και για την ηθική του δικαίωση, αρνούμενος να αποδεχθεί μια ταυτότητα που δεν του ανήκει.

Σχετικά  με το είδος:

Το βιβλίο «Ποτέ ξανά» είναι ένα έργο που κινείται ανάμεσα στην ιστορική μαρτυρία και το λογοτεχνικό βίωμα. Ο συγγραφέας αξιοποιεί ως πρώτη ύλη την οικογενειακή του ιστορία, και ειδικότερα την εμπειρία του πατέρα του, ο οποίος βίωσε την εξορία και την πολιτική καταδίωξη σε μια από τις πιο σκοτεινές περιόδους της νεότερης ελληνικής ιστορίας.
Αν προσπαθήσουμε να το κατατάξουμε, θα δυσκολευτούμε: δεν είναι απλώς μυθιστόρημα, ούτε καθαρά ιστορική αφήγηση. Είναι ένα υβριδικό έργο, που παντρεύει τη μυθοπλασία με την ιστορική τεκμηρίωση και την προσωπική άποψη του συγγραφέα για τα γεγονότα του Εμφυλίου. Ο συγγραφέας φαίνεται ότι πειραματίζεται με το λογοτεχνικό είδος του ιστορικού μυθιστορήματος, - τουλάχιστον έτσι το ονόμασε ο ίδιος, όταν τον συνάντησα για να μιλήσουμε για το βιβλίο και για τον προβληματισμό μου αν όντως εντάσσεται σ’ αυτό το είδος, καθώς το θεώρησα περισσότερο ένα συμπίλημα βιογραφίας και ιστορικού ντοκουμέντου. Η χρήση του μυθιστορηματικού τίτλου («Μυθιστόρημα») υποδεικνύει πως ο συγγραφέας δεν αποζητά αξιωματική «ιστορική ακρίβεια», αλλά τρόπο να «αφηγηθεί» την εμπειρία με όρους λογοτεχνίας — οι διαχωριστικές γραμμές ανάμεσα στο ντοκουμέντο και την αφήγηση μοιάζουν θολές. 

Παρόλο που το έργο διαθέτει ισχυρό ιστορικό πυρήνα, η γραφή του δεν περιορίζεται σε μια στεγνή καταγραφή γεγονότων. Ο συγγραφέας επιστρατεύει λογοτεχνικά μέσα —αφηγηματικές εναλλαγές, εσωτερικό μονόλογο, αναδρομικές αφηγήσεις, ποιητικό λόγο— ενώ η παρεμβολή πραγματικών τεκμηρίων (δηλώσεις μετανοίας, πιστοποιητικά, αποσπάσματα επιστολών) προσδίδει στην αφήγηση αδιαμφισβήτητο ρεαλισμό και συγκινησιακό βάθος.

Στο βιβλίο, ενώ η γραφή τροφοδοτείται από το βιωματικό υλικό, δεν εγκλωβίζεται σε μια αυτοβιογραφική παράθεση γεγονότων με «ημερολογιακή» μορφή. Η δομή του έργου, ειδικότερα τα κεφάλαια: «Αναμνήσεις και βιώματα», «Υστερόγραφο», «Επίλογος-Σχόλια»  μαρτυρούν μια αναστοχαστική διάθεση. Ο αφηγητής δεν περιορίζεται στην αναπόληση, αλλά επεξεργάζεται το παρελθόν και το νοηματοδοτεί υπό το πρίσμα του παρόντος - στέκεται στο παρελθόν, το αναπλάθει, το σχολιάζει και το συνδέει με το παρόν. Κατ' αυτόν τον τρόπο, η αφήγηση ξεφεύγει από το ατομικό δράμα ενός εξόριστου πατέρα και ανάγεται σε μια συνειδητή προσπάθεια του απογόνου να ιχνηλατήσει και να κατανοήσει την καταγωγή του.

Η γλώσσα είναι λιτή, άμεση, αλλά φορτισμένη — εκφράζει τον πόνο χωρίς να παρασύρεται σε ρητορεία. Λέξεις όπως «παλιοκουμμούνια», «φασιστόμουτρο», «συμμορίτες», «Ταγματασφαλίτες», «αλφαμίτες» προδίδουν το κλίμα  εμπάθειας και φανατισμού των εμπλεκόμενων στον Εμφύλιο, τον οποίο ο συγγραφέας αποκαλεί  «Κόλαση του Δάντη». Δίπλα στο λιτό λόγο και την γλώσσα της καθημερινότητας συναντάμε εκφράσεις όπως: «η τεράστια τανάλια των Συμμάχων περισφίγγει όλο και πιο πολύ το θηρίο του Φασισμού» που καθιστούν το ύφος δραματικό και υποβλητικό μέσα από τη μεταφορική χρήση του λόγου.

Η Ιστορία —περιεχόμενο- πλοκή

Η αφήγηση, όπως προείπαμε καλύπτει το χρονικό διάστημα του Εμφυλίου Πολέμου (1946–1949) και των συνεπειών του, επικεντρώνοντας στα στρατόπεδα εξορίας — τον Μούδρο, την Ικαρία και κυρίως τη Μακρόνησο, το διαβόητο «αναμορφωτήριο» όπου χιλιάδες άνθρωποι υπέστησαν σωματική και ψυχική βία στο όνομα της «εθνικοφροσύνης».
Ωστόσο, πίσω από την ιστορική αναπαράσταση, κρύβεται ένα έργο βαθιά ανθρώπινο και συγκινητικό, που αναζητά όχι μόνο να θυμηθεί, αλλά και να κατανοήσει.

Η Μακρόνησος

Ιδιαίτερη θέση στο βιβλίο κατέχει το κεφάλαιο για τη Μακρόνησο

Η “Μακρόνησος” δεσπόζει ως τόπος-σύμβολο. Δεν είναι απλώς νησί· είναι ψυχικός και ηθικός χώρος όπου δοκιμάζεται η αντοχή, η πίστη, η αξιοπρέπεια. Το νησί της Μακρονήσου, έχει μελετηθεί ως τόπος ιδεολογικής αναμόρφωσης αλλά και ως στρατόπεδο εξορίας, όπου οι συνθήκες χαρακτηρίστηκαν εξαιρετικά σκληρές. Η εξορία δηλώνεται όχι μόνο ως γεωγραφική απομάκρυνση, αλλά ως διαδικασία κοινωνικής αποκοπής, στιγματισμού, και επανόρθωσης.
Ο συγγραφέας με την αφήγησή του δεν επιδιώκει εκδίκηση. Επιδιώκει δικαιοσύνη μέσω της μνήμης, όπως αποδεικνύουν τα κεφάλαια “Φινάλε”, “Υστερόγραφο” και  “Επίλογος- Σχόλια”, στο οποίο μας συστήνεται: «Ονομάζομαι Γεώργιος Ξάνθιππος Τροχόπουλος και είμαι το τρίτο, με σειρά ηλικίας παιδί της οικογένειας του ήρωα του πονήματος που διαβάσατε». Ενώ σε όλο το βιβλίο ο συγγραφέας κινείται αριστοτεχνικά ανάμεσα στην ιστορία και τη μυθοπλασία, στον «Επίλογο» εγκαταλείπει την ασφάλεια του αφηγητή και συστήνεται πλέον με το ονοματεπώνυμό του. Δηλώνοντας την ιδιότητά του ως γιος του ήρωα, μετατρέπει το βιβλίο από ένα ιστορικό αφήγημα σε μια ζωντανή γενεαλογία. Είναι η στιγμή που ο συγγραφέας ταυτίζεται με τον αφηγητή, σφραγίζοντας την αυθεντικότητα κάθε λέξης που προηγήθηκε.
Στο ίδιο κεφάλαιο ο συγγραφέας υπογραμμίζει την πρόθεσή του να παραδώσει μια αντικειμενική θεώρηση των ιστορούμενων γεγονότων και όχι από την πλευρά όπως γράφει «του απόγονου ενός αριστερού δημοκράτη, Έλληνα αγωνιστή κατά των Γερμανών κατακτητών μέσα από τις τάξεις του ΕΛΑΣ ως Λοχαγού την περίοδο 1941-1944, ήρωα της Εθνικής Αντίστασης που υπέφερε τα πάνδεινα εκείνη την περίοδο». Ας σταθούμε λίγο εδώ στον τρόπο παρουσίασης του πατέρα: Αυτή η πυκνή, σχεδόν καταιγιστική παράθεση ιδιοτήτων —αριστερός, αγωνιστής, λοχαγός του ΕΛΑΣ, ήρωας— δεν είναι τυχαία .Ο συγγραφέας "ντύνει" τον πατέρα του με όλους τους τίτλους που του στέρησε η επίσημη ιστορία ή η εξορία. Κάθε λέξη —αγωνιστής, λοχαγός, ήρωας— είναι και μια ψηφίδα αποκατάστασης. Δεν είναι απλή πληροφορία· είναι η ηθική θωράκιση της μορφής του πατέρα πριν αυτή παραδοθεί στο κοινό.» Η απουσία τελείας ή παύσης ανάμεσα στις ιδιότητες δείχνει ότι στην καρδιά του γιου, όλες αυτές οι ιδιότητες είναι αδιαίρετες: ο πατέρας, ο αγώνας και η θυσία είναι ένα και το αυτό.

Παρατίθεται σ’ αυτή την ενότητα το ιστορικό επιλογής και δημιουργίας της Μακρονήσου ως τόπου εξορίας από τον Μάιο του 1947, και από το 1949 η ίδρυση και λειτουργία « Οργανισμού αναμορφωτηρίων Μακρονήσου» (ΟΜΑ) με σκοπό τη «δια της διαφωτίσεως και διαπαιδαγωγήσεως Αναμόρφωσης» των κρατουμένων. Εδώ ο συγγραφέας προχωρά σ’ ένα κατηγορώ όλων όσοι είχαν εξουσία και είτε συναίνεσαν με τη σιωπή και την ανοχή τους στη λειτουργία αυτού του κολαστηρίου, είτε επικρότησαν το έργο που λάμβανε χώρα εκεί, χαρακτηρίζοντας τη Μακρόνησο «ως αναρρωτήριο ψυχών», ως «νέα Εδέμ». Τονίζεται η μοναδικότητα του φαινομένου της Μακρονήσου σε παγκόσμιο επίπεδο. Εντύπωση προκαλεί στον συγγραφέα πώς όλοι όσοι εξύμνησαν τη Μακρόνησο έκαναν πολιτική καριέρα στις μετεμφυλιακές κυβερνήσεις. Γράφει χαρακτηριστικά:
«Για το θέμα όμως της Μακρονήσου υπήρξε απ’ όλους «σιγή ασυρμάτου», ίσως ήταν κάτι που έπρεπε να διαγραφεί από τον σκληρό δίσκο του  μυαλού τους, έμοιαζε με ένα πυρωμένο κομμάτι μετάλλου που δεν επιτρεπόταν να το αγγίξουν, ίσως ήταν μια υπόθεση που δεν έπρεπε να υπάρχει στη μνήμη τους, σα να μην συνέβη ποτέ, ένα κακό όνειρο, ένας εφιάλτης από τον οποίο δεν μπορούσαν να ξεφύγουν εύκολα και τους τυραννούσε».

Αναφερόμενος στο εγκληματικό επεισόδιο της εκτέλεσης 350 περίπου  στρατιωτών του Α’ Τάγματος Σκαπανέων (70  σύμφωνα με επίσημη δήλωση) από τους Αξιωματικούς και Αλφαμίτες κατόπιν εντολών του Συνταγματάρχη Μπαϊρακτάρη, στις 29 Φλεβάρη και 1 Μάρτη 1948 ο συγγραφέας συγκρίνει τον πόνο των μανάδων τους με τον αντίστοιχο πόνο των τραγικών μανάδων των 57 νεκρών παιδιών τους- θυμάτων των Τεμπών. 
Στο  κεφάλαιο  «Φινάλε» ο συγγραφέας παραθέτει τον σκοπό της συγγραφής του, δηλ. την αντικειμενική- όσο το δυνατόν παρουσίαση της βασανισμένης ζωής ενός Έλληνα πολίτη στη διάρκεια της πολυκύμαντης δεκαετίας. και τη σχέση του με τον ήρωα της ιστορίας, τον Πάνο. Αποκαλύπτει: « η ιστορία λοιπόν που διαβάσατε σε αυτό το μυθιστόρημα είναι αυτή του πατέρα μου, του Πάνου Τροχόπουλου, αρχής γενομένης το 1940 έως τα τέλη του 1950».

Μετά το «Συμπέρασμα» ακολουθεί το Γλωσσάρι, στο οποίο ορίζονται οι έννοιες «Δηλώσεις Μετανοίας, Πιστοποιητικό Κοινωνικών Φρονημάτων, Παιδομάζωμα ή παιδοσώσιμο». Έπεται η  «Παρένθεση», στην οποία εκφράζει παρενθετικές σκέψεις σχετικά με τη μοναδικότητα της Μακρονήσου και τον προβληματισμό του: «πώς γίνεται ενώ στη Μακρόνησο, ένα νησάκι της Ελλάδας, έγιναν τόσες θηριωδίες εις βάρος χιλιάδων ανθρώπων και χύθηκε τόσο αίμα, για να αποκηρύξουν τον κομμουνισμό, στην Ευρώπη η αποκήρυξη επετεύχθη χωρίς να χυθεί αίμα […] συγχρόνως και με μερική αλλαγή συνόρων […]». Επίσης, σ’ αυτό το μέρος του βιβλίου η αφήγηση παραπέμπει και ερμηνεύει τον τίτλο: «Η σκιά του Εμφυλίου»: εξηγεί γιατί πιστεύει ότι «σήμερα στην Ελλάδα ζούμε στη σκιά του Εμφυλίου», επικαλούμενος το πρόσφατο  γεγονός της ανεύρεσης των 33 ανθρώπινων σκελετών στο Γεντί Κουλέ, τον πρώτο επισήμως αναγνωρισμένο ομαδικό τάφο του Εμφυλίου πολέμου στην Ελλάδα και την υποβάθμιση της σημασίας του  από την Υπουργό Πολιτισμού. Διαπιστώνει ότι και σήμερα,  76 χρόνια μετά η σκιά του Εμφυλίου είναι παρούσα.

Ακολουθεί η προσωπική άποψη για τον Νίκο Ζαχαριάδη. Το βιβλίο κλείνει με «Το Σημείωμα του συγγραφέα» που στόχο έχει να προλάβει τις τυχόν αρνητικές και κακόπιστες κριτικές. Σε αυτή την ενότητα ακούμε τη φωνή του συγγραφέα, απογυμνωμένου από κάθε περσόνα, από κάθε συγγραφική σύμβαση και προσωπείο. Εδώ, αποκαλύπτεται ότι ο κομματισμός δεν τον διακρίνει, ότι είναι πολιτικοποιημένος, ότι προβληματίζεται για την ποιότητα του πολιτικού και πολιτειακού συστήματος της χώρας, ότι ο ατομικισμός δεν είναι χαρακτηριστικό του. Διατυπώνει την άποψή του για τον Κοινοβουλευτισμό,  τη Δημοκρατία, ασκεί κριτική στα μειονεκτήματα λειτουργίας του ελληνικού Κοινοβουλίου, στο εκλογικό σύστημα, τασσόμενος υπέρ μιας Πολυκομματικής Βουλής, απορρίπτοντας την αυτοδυναμία σ’ ένα κόμμα. Φαίνεται να τον απασχολούν τα κακώς κείμενα του τρόπου λειτουργίας του πολιτικού συστήματος. Κρίνει τις ταμπέλες: «δεξιός», «αριστερός», εξετάζοντας πόσο αυτοί οι όροι έχουν ουσία, πραγματικό περιεχόμενο.

Στο τέλος του βιβλίου παρατίθεται η Βιβλιογραφία, στοιχείο απαραίτητο σε κάθε τίμια συγγραφή που φέρει έντονο ιστορικό περίβλημα. Δε λείπει και το αρχειακό υλικό, όπως Φωτογραφικά ντοκουμέντα από την περίοδο εξορίας του πατέρα του συγγραφέα, Παναγιώτη Ν. Τροχόπουλου, γράμματα, τα οποία χάρη στο σεβασμό της συζύγου του συγγραφέα Αναστασίας Καρακώστα, σώθηκαν και αποτέλεσαν ίσως τη βάση και το έναυσμα για την παρούσα συγγραφή.

Ιστορική και κοινωνική σημασία

Αγαπητό κοινό, 
το έργο αυτό δεν είναι απλώς μια αναδρομή στο παρελθόν· είναι μια παρέμβαση στη συλλογική συνείδηση.
Ο τίτλος-φράση; “Ποτέ ξανά” συμπυκνώνει το ηθικό του μήνυμα:
να μη βιώσουμε ξανά τον διχασμό, την τύφλωση, τον αδελφοκτόνο πόλεμο. Σε μια εποχή που οι κοινωνίες τείνουν να ξαναδιχάζονται, η υπενθύμιση του τι σημαίνει εμφύλιος —όχι μόνο ως ιστορικό γεγονός, αλλά ως ψυχική κατάσταση— αποκτά ιδιαίτερη επικαιρότητα. Η “σκιά του Εμφυλίου στη ζωή του Νεοέλληνα”, όπως τονίζει ο υπότιτλος, δείχνει ότι το τραύμα εκείνης της εποχής εξακολουθεί να επιδρά, άλλοτε φανερά κι άλλοτε υπόγεια, στις νοοτροπίες, στους φόβους και στις προκαταλήψεις μας.

Το πρόβλημα της αντικειμενικότητας-Η απόσταση από τα πράγματα:

Ένα ζήτημα που επανέρχεται στην αφήγηση είναι αυτό της αντικειμενικότητας, που απασχολεί έντονα τον συγγραφέα, μιας και συχνά επισημαίνει ότι είναι αντικειμενικός. Και ως ένα βαθμό αυτό γίνεται αντιληπτό, όταν αποδίδει για τον Εμφύλιο ευθύνες στη Δεξιά, υπογραμμίζοντας την εμπλοκή του ξένου παράγοντα, αλλά και όταν μιλά για μερίδιο ευθύνης και της Αριστεράς, κυρίως των Κομμουνιστών. Ιδιαίτερες ευθύνες επιρρίπτει στον Ζαχαριάδη, του οποίου τη συμπεριφορά χαρακτηρίζει ως δικτατορική. Παίρνει θέση στα γεγονότα, προσπαθώντας να κρατήσει ίσες αποστάσεις, αλλά στην απόδοση των ευθυνών για τον εμφύλιο πόλεμο φαίνεται πώς η πλάστιγγα γέρνει προς την πλευρά του Ζαχαριάδη. Υπογραμμίζει ότι όσα αναφέρει γι’ αυτόν δεν προδίδουν την αντικομουνιστική του τάση, αλλά απηχούν την κρίση του για τις αποφάσεις του Ζαχαριάδη. Αλήθεια διερωτάται κανείς πόσο εύκολο είναι να διαμορφώσει κάποιος αντικειμενική κρίση απέναντι στα γεγονότα που σημάδεψαν τη ζωή του; Κάποιος, όπως ο συγγραφέας, του οποίου η ζωή, η ζωή της οικογένειάς του, σημαδεύτηκε από τις συνέπειες του Εμφυλίου;

Αξία έργου

Θα αναρωτηθεί κανείς αν το βιβλίο αξίζει να διαβαστεί. Σε ποιο βαθμό ενδιαφέρει η ιστορία ενός ανθρώπου; Το βιβλίο πιστεύω ότι αξίζει να διαβαστεί, γιατί συμβάλλει στη γνώση της Τοπικής Ιστορίας με την αναφορά σε τοπόσημα, στην Παιδούπολη «Καλή Παναγιά»,  στη συνοικία της πόλης που καλούνταν: «μικρή Μόσχα», στην κλινική Αντωνιάδη, σε ονόματα εμπόρων, στην  ταύτιση οικογενειακών ονομάτων με αυτά της οικογένειας του συγγραφέα που δίνουν αυτοβιογραφική διάσταση στο α΄μερος του βιβλίου, που ο συγγραφέας ονομάζει  «Μυθιστόρημα».  Από την άλλη το βιβλίο ενδιαφέρει γιατί βρίθει αναφορών γεγονότων γενικής Ιστορίας, που μαρτυρούν ότι ο συγγραφέας προέβη σε αναζήτηση και μελέτη ιστορικών πηγών, όπως άλλωστε επιβεβαιώνει και η ύπαρξη βιβλιογραφίας στο τέλος του βιβλίου. Έτσι, ανάμεσα σε άλλα γίνεται λόγος για τη Συμφωνία της Βάρκιζας, τη Λευκή Τρομοκρατία, τη Συμφωνία της Γιάλτας (σ. 30), την Κυβέρνηση Εθνικής Ενότητας (σ. 46), Δεκεμβριανά (σ. 48), Συμφωνία Καζέρτας, τη δράση της ΟΠΛΑ, το φαινόμενο του δωσιλογισμού. Η προσθήκη υποσημειώσεων δίνει τη δυνατότητα στον αμύητο στα θέμα αναγνώστη να παρακολουθήσει την αφήγηση και να κατανοήσει τα αφηγούμενα γεγονότα.

Στο  «Ποτέ ξανά», ο αναγνώστης γρήγορα αντιλαμβάνεται πως δεν κρατά στα χέρια του απλώς ένα ιστορικό μυθιστόρημα. Ο συγγραφέας δεν περιορίζεται στην αφήγηση των δραματικών γεγονότων του Εμφυλίου. Αντίθετα, εγκαθιδρύει μια γόνιμη διαλεκτική σχέση ανάμεσα στο χθες και το σήμερα. Μέσω μιας διαδικασίας ιστορικής αναγωγής, χρησιμοποιεί την τραυματική εμπειρία του Εμφυλίου ως εργαλείο για να ασκήσει κριτική στις παθογένειες του σύγχρονου Κοινοβουλευτισμού, του πολιτικού μας συστήματος. Στο κείμενο αυτό, ο Γιώργος Τροχόπουλος λειτουργεί ως βαθιά πολιτικοποιημένο άτομο. Μιλά για όλα όσα τον προβλημάτιζαν στο «σαθρό» πολιτικό σύστημα, λειτουργώντας σχεδόν προφητικά. Το βιβλίο μοιάζει με κατάθεση: είναι σαν να διαισθανόταν το τέλος και να βιαζόταν να τα πει όλα, να καταθέσει την αλήθεια του χωρίς φόβο και συμβιβασμούς. Το «Ποτέ ξανά» είναι η κραυγή αγωνίας ενός ενεργού πολίτη, δείγμα πολιτειότητας και ενδιαφέροντος για τα κοινά.

 Επίλογος – Προσωπικός απόηχος

Το αφήγημα του Γιώργου Τροχόπουλου γνωστό. Δεν έχει να καταθέσει κάτι νέο συγκριτικά με ό,τι έχουμε διαβάσει ή ακούσει σχετικά με τη μαύρη αυτή σελίδα της ιστορίας του  λαού μας. Και στην περίπτωση αυτή η Τοπική ιστορία συμπλέει, επιβεβαιώνει τη Γενική.  Όμως ενώ στο γενικό αφήγημα της ιστορίας της Κατοχής και του Εμφυλίου το δράμα του ανώνυμου αγωνιστή και μη είναι αφανές, εδώ τα θύματα της ναζιστικής λαίλαπας αλλά και του αποτρόπαιου προσώπου του Εμφυλίου έχουν όνομα. Εδώ λέγεται Πάνος Τροχόπουλος. Το βιβλίο αφορά τον πάσχοντα άνθρωπο. Το κολαστήριο της Μακρονήσου, όπου έλαβε χώρα η διαδικασία της «αναμόρφωσης», το ελληνικό Νταχάου, σύμφωνα με χαρακτηρισμό ξένων δημοσιογράφων, αποτελεί μαύρη σελίδα στην ιστορία της Ελλάδας.

Το «Ποτέ ξανά» είναι ένα έργο βαθιά ανθρώπινο και ειλικρινές. Δεν γράφτηκε για να κατηγορήσει, αλλά για να θυμίσει. Δεν αναζητά ήρωες, αλλά ανθρώπους που δοκιμάστηκαν και στάθηκαν όρθιοι. Διαβάζοντάς το, ο αναγνώστης αντιλαμβάνεται ότι η εξορία δεν είναι μόνο γεωγραφική: είναι και εσωτερική, μια εμπειρία απομόνωσης, φόβου, αλλά και αξιοπρέπειας. Με την ολοκλήρωσή του, μένει η αίσθηση μιας  κάθαρσης: το παρελθόν δεν ξεχνιέται, αλλά μπορεί να ειπωθεί· και μέσα από το λόγο, να μετατραπεί από πληγή σε γνώση. Το βιβλίο αυτό ανήκει σε εκείνα που διασώζουν τη μνήμη ως πράξη ηθικής ευθύνης — ως δέσμευση ότι η Ιστορία δεν θα ξαναγίνει σκοτάδι.

Γιατί έχει σημασία σήμερα

Το έργο λειτουργεί ως υπενθύμιση ότι τα γεγονότα του Εμφυλίου και της εξορίας δεν είναι «απλώς ιστορία». Είναι κομμάτι της κοινωνικής, συλλογικής και οικογενειακής μνήμης — ένα τραύμα που επηρέασε και επηρεάζει την ταυτότητα του νεότερου Έλληνα.

Ο τίτλος «Ποτέ ξανά» λέει πολλά: όχι απλώς «να μην επαναληφθεί ο Εμφύλιος ως συμβάν, αλλά «να μην επαναληφθούν οι συνθήκες της εξορίας, της στιγματοποίησης, της κοινωνικής απομόνωσης. Ακόμα, η ανάδειξη της εξορίας σε τόπους όπως η Μακρόνησος και η Ικαρία, μας θυμίζει ότι η ιστορία δεν αφορά μόνο μάχες και πολιτικές ηγεσίες, αλλά ανθρώπους — οικογένειες, παιδιά, πατεράδες — που κουβαλούσαν την εμπειρία σε όλη τους τη ζωή. Συνδέεται με τη σημερινή ανάγκη να μην ξεχνάμε και να κατανοούμε τις ρίζες μας. Δείχνει πώς το παρελθόν “ζει” μέσα στις επόμενες γενιές. Προσφέρει ένα παράδειγμα ανθρώπινης αξιοπρέπειας και αντοχής, αλλά και μια προειδοποίηση για το πώς οι κοινωνίες μπορούν να ξανακυλήσουν στον διχασμό.

«Αγαπητοί φίλοι, συμπολίτες, οικείοι του Γεωργίου Ξανθίππου 

λένε πως οι συγγραφείς έχουν ένα σπάνιο προνόμιο: δεν φεύγουν ποτέ ολοκληρωτικά. Όσο υπάρχουν μάτια που διαβάζουν τις σελίδες τους και μυαλά που ταξιδεύουν με τις σκέψεις τους, εκείνοι παραμένουν παρόντες. Ο Γεώργιος Ξάνθιππος Τροχόπουλος δεν είναι ανάμεσά μας, όμως η φωνή του αντηχεί καθαρή και δυνατή μέσα από το νέο του βιβλίο. Η «Οδύσσεια» περιπέτεια του πατέρα σφράγισε τη ζωή της οικογένειας και τι ειρωνεία  και την ίδια του ζωή. Ο Γιώργος Τροχόπουλος δεν έφυγε. Είναι ανάμεσά μας. Μας άφησε τις μουσικές του. Τα γραπτά του,  μια υπέροχη οικογένεια και για όσους βρεθήκαμε στο διάβα του κάτι από τη σοφία του. 
Αν έπρεπε να βρω δυο λέξεις για να περιγράψω το πέρασμα του Γιώργου-Ξάνθιππου Τροχόπουλου από τη ζωή και την πόλη μας, θα δανειζόμουν τον τίτλο ενός άλλου βιβλίου του: «Ανεξίτηλη Στάμπα». Γιατί αυτό ακριβώς κατάφερε να αφήσει φεύγοντας. Δεν ήταν μόνο οι σελίδες των βιβλίων του ή οι νότες της μουσικής του. Ήταν το ισχυρό αποτύπωμα ενός πολυσχιδούς ανθρώπου που υπηρέτησε με πάθος τον Πολιτισμό, την Επιστήμη, την Αυτοδιοίκηση, την Οικογένεια. 
«Κυρίες και κύριοι, όσοι είχαμε την τύχη να γνωρίσουμε τον Γεώργιο Ξάνθιππο Τροχόπουλο ξέρουμε πως ήταν μια σπάνια περίπτωση ανθρώπου. Ήταν η ζωντανή απόδειξη πως δεν χρειάζεται να φωνάζεις για να ακουστείς, ούτε να είσαι σκληρός για να είσαι δυνατός. Κάτω από την πραότητα, την ευαισθησία και την ευγένεια που τον διέκριναν, έκρυβε πάντα έναν αλύγιστο μαχητή. Και αυτό το βιβλίο, το "Ποτέ ξανά", είναι η κορυφαία πράξη αυτής της μάχης του. Με την ευαισθησία του, άγγιξε τις πληγές του πατέρα του στην εξορία. Με την ευθύτητά του, κοίταξε κατάματα την ιστορία του Εμφυλίου χωρίς να χαμηλώσει το βλέμμα. Και με την ειλικρίνειά του, μας παρέδωσε μια μαρτυρία αυθεντική, απαλλαγμένη από μίσος, αλλά γεμάτη μνήμη.

4 σχόλια:

  1. Η αριστερή μπουρδολογία και η μυθοπλασία στο μεγαλείο της, την οποία αριστερή κουλτούρα ανέχονται και δεξιοί εικονιζόμενοι υποκριτές, καθώς ενώ κατά μόνας υβρίζουν την αριστερή κουλτούρα, δημόσια την επαινούν για χάρη της δημόσιας αποδοχής.
    Δεν υπάρχει το θάρρος (πλην ελαχίστων εξαιρέσεων) να ειπωθεί από τους δήθεν αυτοαποκαλούμενους ιστορικούς και διανοητές το κακό και την καταστροφή που επέφεραν οι αριστεροί στον τόπο μας.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Συμφωνώ άλλα και οι λεγόμενοι σημερινοί "δεξιοι" έχουν ξεκοκκαλισει τα πάντα. Αρα, τελικά ο κολοκοτρώνης και ο Μελας μετέπειτα που μονοί τους με λίγα παλικαριά λευτέρωσαν την ελλαδα μαζι με τον καποδιστρια κτλπ ειναι οι σπανιοι της ελλαδας . ολοι οι αλλοι? ειναι ραγιαδες και κοτζαμπάσηδες δεξιοι και αριστεροι (που ζουνε σαν δεξιοι).

      Διαγραφή
  2. Φίλε ανωνυμε "δεξιέ" 10:45, μόνο που χρησιμοποιεις την θολή και παρωχημένη λέξη "κουλτούρα" μπορούμε να καταλάβουμε το επίπεδό σου. Στον τόπο μας έχουν γίνει "καταστροφές" από Σπαρτιάτες και Αθηναίους ακόμα...

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  3. Ο ΚΌΣΜΟΣ ΕΙΧΕ ΧΩΡΙΣΤΕΙ ( ΚΑΛΩΣ ΚΑΚΩΣ ) ΑΠΟ ΤΑ ΑΦΕΝΤΙΚΑ ΠΟΥ ΟΠΩΣ ΦΑΙΝΕΤΑΙ ΚΑΙ ΤΟΤΕ ΚΑΙ ΤΩΡΑ ΚΑΝΟΥΝ ΟΤΙ ΘΕΛΟΥΝ ΚΑΙ ΕΜΕΙΣ ΕΔΩ ΣΚΟΤΩΝΟΜΑΣΤΑΝ ΓΙΑΤΙ ΔΕ ΜΑΣ ΑΡΕΣΕ Η ΑΠΟΦΑΣΗ

    ΑπάντησηΔιαγραφή

Παρακαλούμε τα σχόλια να είναι σύντομα και να χρησιμοποιείτε nickname για τη διευκόλυνση του διαλόγου. Ο «Βεροιώτης» δεν υιοθετεί τις απόψεις των σχολιαστών, οι οποίοι και είναι αποκλειστικά υπεύθυνοι για αυτές.

ΔΗΜΟΦΙΛΕΙΣ ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ