Κιτρινίσανε του έρωτα τα φύλλα στο Σέλι

Κυριακάτικο πρωινό σε μια μελαγχολική εικόνα της επαρχιακής οδού Βέροιας - Σελίου. Λες κι οι ανατροπές στοίχειωσαν και άπλωσαν παντού τη θλίψη. Μες στην ερημιά, τ' απλωμένα απομεινάρια ζωής παντού, πώς καταφέρνει και τρυπώνει μια τρυφεράδα σαν χάδι; Πού βρίσκει χαραμάδα κι ανθίζει
στην ξεραΐλα; Σεργιανάς λες και παλεύεις να ρουφήξεις και την τελευταία αχτίδα, σαν να μην την ξανάνιωσες ή σαν να φοβάσαι μη δεν την ξανανιώσεις. Σε διαπερνά σαν αντιστραμμένη ανοιξιάτικη αδιόρατη ηδυπάθεια που δεν θα σε πάει σε καλοκαιριά. Μόνο σε χειμωνιά. Που θα κάνει το δέρμα να σφραγίσει τους πόρους του και την ψυχή τους δικούς της. Τις αισθήσεις ν' αναστέλλουν τη δράση τους. Το δέρμα αναπνέει με την όσφρηση, την όραση, την αφή. Τι να βρει να μυρίσει, να δει και ν' αγγίξει μες στην παγωνιά, καλυμμένο όσο καλύτερα γίνεται; 

Η ψυχή κουκουλωμένη ως τα αφτιά, το ίδιο, δεν μυρίζει, δεν βλέπει, δεν αγγίζει. Μόνο στήνει καρτέρι στην πρώτη ανοιξιάτικη φεγγοβολιά και πορεύεται με κάτι ξαφνικές λιακάδες χειμωνιάτικες που ξυπνούν έναν αισθησιασμό πιο δυνατό και από άπλωμα σε παραλία κατακαλόκαιρα. Τρέμει μπροστά στην απειλή του χειμώνα και μαζεύει τώρα, με τη γλύκα τη φθινοπωριάτικη, όση απαντοχή μπορεί.

Έτσι είναι, λες καθώς περιδιαβάζεις και το φθινόπωρο της ζωής. Κι αυτό σαν μια αντιστραμμένη άνοιξη που το τέλος της δεν οδηγεί σ' ανθισμένους κήπους, μόνο σε λιβάδια με ασφοδέλια, νεκρικό στόλισμα των αρχαίων. Και θέλει κουράγιο να τη σεργιανίσεις. 


Παίρνεις δρόμο λοιπόν για τα στενά σοκάκια της παιδικής σου ηλικίας. Εκεί που μεγάλωσες και άφησες τις πιο όμορφες παιδικές σου αναμνήσεις. Το αγαπημένο σου Σέλι. Το σπίτι των έξι σου χρόνων, όριο που έτσι και το δρασκέλισες, πάει, τελείωσε η μαγεία. Ώς εκεί κρατάει η αθωότητα. Κι είναι το σπιτάκι, το μόνο, ανάμεσα σε εκείνα που μισογκρεμίστηκαν στην πάροδο του χρόνου. Που σου χαμογελάει, σε γνωρίζει, είσαι ένοικος παλιός, μα όχι ξεχασμένος. 

Σ' αυτό κρύβεσαι χρόνια στα παιχνίδια της μνήμης, τα ζυμωμένα με μια θλίψη από τη στέρηση ανθρώπων, στιγμών, χώρων αγαπημένων. Πάνε αυτά. Μα εσύ ακολουθείς το νήμα που σ' οδηγεί σ' αυτή τη φθινοπωριάτικη θαλπωρή ν' αγκαλιάσεις το καθετί γύρω σου, με τη λαχτάρα να τα κουβαλήσεις όλα ατόφια στη χειμωνιά που θα 'ρθει. Έλα, βάρα μια κλοτσιά στην κατάθλιψη που σε τραβάει στον βάλτο της. Ξέρεις εσύ από ξετινάγματα σωτήρια. Το 'χεις μάθει το μάθημα.

Οι εποχές στέλνουν πάντα τις επιταγές τους στις αισθήσεις. Να τα ζήσεις πρέπει όσα χαρίζει καθεμιά, στη στιγμή τους. Τρομάζεις βλέποντας τον εαυτό σου στον καθρέφτη της τσιμεντένιας ανέραστης Βέροιας που αποδιώχνει σκέψεις, διάλογο, σχέσεις, μνήμη, μα συνέρχεσαι. Ζωντανή, αρυτίδωτη, ατσαλάκωτη σου χαμογελά η λαχτάρα που φωτίζει το μέσα σου. 

Αυτή θα την κουβαλήσεις θες δεν θες ώς εκεί που πια δεν θα 'χει άλλο. Αυτή δεν είναι που σε κράτησε ώς τώρα ζωντανή να παλεύεις με τα τόσα και τόσα; Στο πρωινό σεργιάνι μονάχος σου θαρρείς πως βγήκες; Τι κάνεις πως δεν το ξέρεις; Σ' αυτήν το χρωστάς κι είναι ευλογία που την έχεις ακόμα.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Παρακαλούμε τα σχόλια να είναι σύντομα και να χρησιμοποιείτε nickname για τη διευκόλυνση του διαλόγου

ΔΗΜΟΦΙΛΕΙΣ ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ