Ο Κώστας Τσαρτσαρής στην συνέντευξη της ζωής του: Η Βέροια, η Ισλανδία και ο Παναθηναϊκός

Ο Κώστας Τσαρτσαρής ξετυλίγει το κουβάρι της καριέρας του στο gazzetta.gr και σε μια συνέντευξη-ποταμό, μιλάει για όλους τους σταθμούς της καριέρας του, από τη Βέροια και τη Γκρίνταβικ, μέχρι τον Παναθηναϊκό και την Εθνική ομάδα. Θυμάται τους αδερφούς Γιαννακόπουλος,
φέρνει στο μυαλό του την πρώτη προπόνηση με τον Ομπράντοβιτς, ενώ για τη διαιτησία είπε: «Μπορεί να χάσαμε τίτλους από διαιτητικά λάθη, αλλά μπορεί να πήραμε κιόλας». Κάποτε, ο μεγάλος «Μάτζικ» Τζόνσον είχε πει «μην ρωτάς τους συμπαίκτες σου τι μπορούν να κάνουν εκείνοι για εσένα, αλλά να ρωτάς τον εαυτό σου τι μπορείς εσύ να κάνεις γι' αυτούς...» Ένα flashback στην μεγάλη καριέρα του Κώστα Τσαρτσαρή, φτάνει και περισσεύει για να καταλάβει κάποιος τι εννοούσε ο θρύλος του παγκόσμιου μπάσκετ. Ποτέ δεν ήταν η πριμαντόνα του Παναθηναϊκού. Ποτέ δεν ήταν εκείνος που θα κοσμούσε τα πρωτοσέλιδα των εφημερίδων. Ποτέ δεν έβαλε το «εγώ» πάνω από το «εμείς». Αν μπορούσε να το κάνει; Φυσικά και μπορούσε. Όμως ήταν συνειδητοποιημένος και κατασταλαγμένος.
Ήξερε τον ρόλο του στην ομάδα, τον είχε αποδεχτεί και μέσα από την ομαδική δουλειά έφτασε στο σημείο να αποσυρθεί από την ενεργό δράση και να βλέπει να κοσμούν το σαλόνι του σπιτιού του, ένα χρυσό μετάλλιο
 σε Eurobasket, ένα ασημένιο μετάλλιο σε Παγκόσμιο πρωτάθλημα, τρία τρόπαια της EuroLeague, 10 πρωταθλήματα Ελλάδας, 8 κύπελλα Ελλάδας, όπως επίσης και ένα κύπελλο... Ισλανδίας από το ξεκίνημα της καριέρας του.


Πόσο πιο «γεμάτος» θα μπορούσε να νιώθει ο Κώστας Τσαρτσαρής; Ένας παίκτης που νοιαζόταν πάντα για το καλό της ομάδας, γνωρίζοντας ότι έπρεπε να κάνει ένα και δύο βήματα πιο πίσω. Όμως δεν είχε πρόβλημα. Γνώριζε πολύ καλά ότι με αυτόν τον τρόπο θα ήταν και εκείνος πετυχημένος: «Στον Παναθηναϊκό είχαμε παίκτες πρωταγωνιστές και οι ομάδες χρειάζονται και παίκτες ρολίστες. Κάποιους συγκεκριμένους ρόλους. Εγώ ήμουν ένας από αυτούς. Έπρεπε κάποιοι να κάνουμε πίσω για το καλό της ομάδας και αυτό ήταν κάτι που φαινόταν. Όταν δυσκολευόταν η ομάδα, έπρεπε να βγουν παίκτες από το μανίκι του προπονητή. Έτσι ήμουν και εγώ. Κάποιες φορές που χρειαζόταν, έβγαινα και εγώ μπροστά» λέει ο «Τσάρι» στο gazzetta.gr και σε μια συνέντευξη 9.700 λέξεων!

Και είχε πολλά να πει. Από τα χρόνια της Βέροιας και της Γκρίνταβικ, μέχρι να φτάσει στην κορυφή της Ευρώπης, σε εθνικό και σε συλλογικό επίπεδο. Θυμήθηκε τα όσα έζησε σε Νήαρ Ηστ, Περιστέρι και φυσικά στα 11 χρόνια που έμεινε στον αγαπημένο του Παναθηναϊκό: «Ήταν ένα όνειρο που έγινε πραγματικότητα...» είπε χαρακτηριστικά και μεταξύ άλλων αποθέωσε τον Αργύρη Πεδουλάκη που τον πίστεψε, όπως και τον Ζέλικο Ομπράντοβιτς που έχει το «know how» στην προετοιμασία για τα Final 4.

Επίσης αναφέρθηκε στο καλοκαίρι του 2012 και στο γεγονός ότι εκείνος και ο Διαμαντίδης έμειναν στην ομάδα προκειμένου να «χτιστεί» κάτι από το «μηδέν». Δεν κρύφτηκε πίσω από το δάχτυλό του όταν μίλησε για τη διαιτησία λέγοντας ότι «μπορεί να χάσαμε τίτλους από διαιτητικά λάθη, αλλά μπορεί να πήραμε κιόλας» ενώ μεγάλο ενδιαφέρον παρουσιάζουν οι τοποθετήσεις του για την Εθνική ομάδα του χθες, αλλά και του σήμερα...

«Έγινα Παναθηναϊκός όταν πήγε ο Γκάλης»


-Είσαι γεννημένος το 1979. Οπότε στο Eurobasket της Αθήνας ήσουν 8 ετών. Έχεις θύμησες από εκείνες τις ημέρες;

«Βέβαια και θυμάμαι. Ήμασταν στην Βέροια και παρακολουθούσαμε τα παιχνίδια από την τηλεόραση όπως και όλος ο κόσμος. Θυμάμαι μετά το τέλος του τελικού που είχαμε βγει όλοι στους δρόμους. Σαν πολιτική διαδήλωση ήταν! Κρατούσαμε σημαιούλες και πανηγυρίζαμε γιατί ήταν κάτι το ξεχωριστό. Και δεν είναι κλισέ αυτό που θα πω, αλλά εκείνη η βραδιά ήταν χαρακτηριστική για μένα. Ήταν το σημείο που είπα ότι 'θέλω και εγώ να ασχοληθώ με το μπάσκετ'. Προφανώς ένα παιδάκι 8 ετών βλέποντας την ατμόσφαιρα και όλα ζούσαν αυτοί οι άνθρωποι, ήθελα και εγώ να το ζήσω. Φυσικά συνηγόρησαν πολλά πράγματα όπως για παράδειγμα ότι χτίστηκαν πάρα πολλά γήπεδα και μπήκαν πολλές μπάλες στη ζωή μας. Στα σχολεία, παντού. Οπότε ήταν και για εμένα εφαλτήριο εκείνη η βραδιά να ασχοληθώ με το μπάσκετ».

-Ζούσες στη Βέροια. Εκεί τι αθλητικές επιρροές είχες από τη στιγμή που ήταν πιο διαδεδομένο το ποδόσφαιρο και το χάντμπολ;

«Και εγώ ασχολήθηκα με όλα τα αθλήματα. Δεν πιάστηκα αμέσως με το μπάσκετ και μόνο με το μπάσκετ. Για δυο-τρία χρόνια είχα πειραματιστεί. Έπαιξα χάντμπολ, ποδόσφαιρο, βόλεϊ, στίβο και γενικά ήμουν καλός σε ό,τι και αν έκανα. Ήμουν αθλητικός τύπος. Όμως αυτό που μου τράβηξε την προσοχή στο τέλος ήταν το μπάσκετ. Μου αρέσει να λέω ότι δεν διαλέγουμε εμείς το άθλημα, αλλά το άθλημα μας διαλέγει. Είναι αυτό που μας κρατάει με τον τρόπο του σε αυτόν τον χώρο...»

-Θα σε βοήθησε και το ύψος σου. Ήσουν από μικρός ψηλός;

«Ναι, ναι. Πάντα ήμουν ψηλός. Γεννήθηκα ψηλός. Πάντα ήμουν ο ψηλότερος της παρέας. Στο σχολείο, στην τάξη, παντού. Με τα θετικά και τα αρνητικά. Φυσικά βοηθούσε σε ορισμένα αθλήματα ότι ήμουν ψηλότερος. Όμως έριξα πολλές ώρες προπόνησης. Προπόνηση είναι να είσαι μόνος σου στη μπασκέτα του σχολείου μέχρι να νυχτώσει...»

-Σε ακολουθούσαν τα παιδιά της εποχής ή μόνος σου έκανες προπονήσεις;

«Ε, δεν με ακολουθούσαν να σου πω την αλήθεια. Κάποιοι ερχόντουσαν αλλά αργά ή γρήγορα έφευγαν. Εγώ συνέχιζα εκεί. Κάποιοι έκαναν ποδόσφαιρο και κάποιοι στο τέλος-τέλος δεν ήταν και αθλητικοί και αποφάσισαν να ασχοληθούν μόνο με την ακαδημαϊκή πορεία. Όμως ο αθλητισμός είναι αναπόσπαστο κομμάτι της πόλη της Βέροιας. Μπορεί να λέμε ότι έχει καλό χάντμπολ, αλλά έχει βγάλει και καλούς μπασκετμπολίστες και ανθρώπους που γνωρίζουν πολύ καλά το άθλημα. Είμαι τυχερός που συνεργάστηκα με αυτούς και μου έδωσαν τα κατάλληλα μαθήματα.»

-Πώς ήταν η ζωή για έναν έφηβο να ζει σε επαρχία και να κάνει όνειρα να ασχοληθεί επαγγελματικά με τον αθλητισμό;

«Προφανώς και είναι πολύ δύσκολα τα πράγματα για τον αθλητή της επαρχίας. Και για οποιοδήποτε άθλημα, όχι μόνο για το μπάσκετ. Τότε δεν υπήρχαν τα social media και η ενημέρωση που υπάρχει τώρα. Οπότε για να σε δει κάποιος προπονητής και να σε επιλέξει σε κάποια εθνική ομάδα θα πρέπει να σε παρακολουθήσει επί τούτου και να έχεις παίξεις και καλά σε αυτό το ματς. Ίσως να συνηγόρησε και στο γεγονός ότι δεν επιλέχθηκα σε κάποια Εθνική ομάδα. Η πρώτη εθνική που έπαιξα ήταν η Ελπίδων όντας 19-20 ετών. Ίσως να μου έκανε και καλό όλο αυτό. Πολλές φορές η επιλογή στις Εθνικές ομάδες είναι και δίκοπο μαχαίρι αφού πολλά παιδιά αποκτούν έπαρση...»

-Ναι, αλλά το γεγονός ότι δεν επιλέχθηκες νωρίτερα σε κάποια Εθνική ομάδα, μήπως σου φρέναρε την εξέλιξη με την έννοια ότι θα μπορούσες να κάνεις νωρίτερα το ξεπέταγμά σου;

«Υπάρχουν δύο όψεις. Η μία είναι ότι μου έδωσε επιπλέον κίνητρο. Έβλεπα κάποιους συντοπίτες μου να πηγαίνουν σε Εθνικές, οι οποίοι ήταν πολύ καλοί παίκτες, έτσι; Όμως ήθελα και εγώ μια ευκαιρία. Το ένιωθα. 'Δώσε μου την ευκαιρία και αν δεν αξίζω, αν δω ότι είναι σκούρα τα πράγματα, εντάξει'. Δεν μου δόθηκε η ευκαιρία και το είδα ως κίνητρο. Επιπλέον προπόνηση και γενικά ως άνθρωπος ήμουν πάντα ταπεινός και όχι εξωστρεφής. Δεν έβγαζα προς τα έξω τα παράπονά μου. Οπότε καθόμουν και δούλευα μέρα με τη μέρα μέχρι ώσπου κάποια στιγμή όλη αυτή η δουλειά με οδήγησε σε καλά μονοπάτια».
Ταυτίστηκα πολύ με τον Βράνκοβιτς

-Αν σε ρωτούσαν τότε που ήσουν πιτσιρικάς στη Βέροια τι ομάδα ήσουν; Τι θα έλεγες;

«Άρης. Ξεκάθαρα! Ήμουν Γκαλικός! Έγινα Παναθηναϊκός όταν πήγε ο Γκάλης από τον Άρη στον Παναθηναϊκό!»

-Ποδόσφαιρο δεν παρακολουθούσες ώστε να έχεις κάποια ομάδα εκεί;

«Να σου πω την αλήθεια δεν μου άρεσε το ποδόσφαιρο. Δεν ασχολήθηκα ποτέ. Δεν είχα ποτέ ομάδα στο ποδόσφαιρο. Μπορεί να έλεγα Άρης επειδή ήμουν Άρης στο μπάσκετ. Επειδή ήταν όλοι ίδια ομάδα σε ποδόσφαιρο και μπάσκετ»

-Μου είπες ήσουν Γκαλικός. Ήταν εκείνος ο οποίος θαύμαζες περισσότερο μεγαλώνοντας και θέλοντας να παίξεις μπάσκετ;

«Μέχρι ένα σημείο, σίγουρα. Ήταν εκείνος που είχαμε όλοι ως πρότυπο. Ήταν ο άνθρωπος που έκανε την διαφορά στο ελληνικό και στο ευρωπαϊκό μπάσκετ. Στην πορεία που και εγώ εξελίχθηκα σαν μπασκετμπολίστας και έγινα τεσσάρι-πεντάρι, μου άρεσε πάρα πολύ ο Στόγιαν Βράνκοβιτς. Τον έβλεπα λίγο όταν ήταν στον Άρη , αλλά όταν πήγε στον Παναθηναϊκό που οι εικόνες μου ήταν πιο έντονες και τον θυμάμαι πάρα πολύ καλά, ήταν εκείνος που ήθελα να μοιάσω. Πραγματικά! Δεν ήταν επιθετικός παίκτης και κάποιος στον οποίο θα στηριχθείς πάνω του επιθετικά. Μου άρεσε η άμυνά του, το πάθος του, ήταν ο άνθρωπος που ταυτίστηκα πάρα πολύ. Για όλους τους υπόλοιπους λόγους και όχι για το επιθετικό του παιχνίδι».

-Οπότε υποστήριζες τον Παναθηναϊκό την εποχή που άρχισε να πηγαίνει στα Final 4, τότε που ήταν στο ζενίθ και η αντιπαλότητα με τον Ολυμπιακό. Εσύ, ως έφηβος, τσακωνόσουν στο σχολείο για τις ομάδες;

«Όχι. Το οπαδικό μπήκε πιο μετά. Βέβαια σίγουρα μπορεί να να είχαμε κάποιον χαβαλέ μεταξύ μας και κάποια κοντρίτσα, αλλά πάντα σε πολύ φιλικό επίπεδο. Μιας και με ρώτησες για το πώς έγινα Παναθηναϊκός, να σου πω ότι τη σεζόν 1995-96, είχα έναν προπονητή στη Βέροια, τον κύριο Αγραφιώτη ο οποίος είναι κουμπάρος με τον φυσικοθεραπευτή που είχε ο Παναθηναϊκός, τον Άκη Παναγιωταρά. Ξέροντας ο προπονητής μου την αγάπη μου για τον Παναθηναϊκό έρχεται και μου δίνει ένα χαρτάκι όπου είχε τα αυτόγραφα όλων των παικτών! Με Ντομινίκ Ουίλκινς, Φραγκίσκο Αλβέρτη που έπαιξα μετά και μαζί του. Πάει χάζεψα. Το είχα κορνίζα μετά. Το καλύτερο δώρο που θα μπορούσε να μου κάνει. Εκεί δυνάμωσε ακόμα περισσότερο η αγάπη που ένιωθα για τον Παναθηναϊκό».

«Πήρα 8 εκατομμύρια από την Γκρίνταβικ και γύρισα χωρίς λεφτά στην Ελλάδα»

-Πότε άρχισες να σκέφτεσαι και να πιστεύεις ότι θα ασχοληθείς επαγγελματικά με το μπάσκετ. Ότι είναι αυτό που θέλεις να κάνεις;

«Ότι μου άρεσε και το αγαπούσα, ήταν το μόνο σίγουρο. Ήξερα ότι ό,τι και αν έκανα στη ζωή μου, το μπασκετ θα υπήρχε στη ζωή μου και στην καθημερινότητά μου. Να το κάνω επαγγελματικά δεν πέρασε από το μυαλό μου, παρά μόνο όταν έγιναν προτάσεις. Όταν πήγα στην Ισλανδία ήταν και η πρώτη φορά που πήρα και κάποια χρήματα και εκεί φανταστήκαμε μαζί με τους γονείς μου, ότι θα ήταν και η δουλειά μου. Έτσι και αλλιώς στο σχολείο ήμουν σκράπας! Τα είχα αφήσει όλα για να ασχοληθώ με το μπάσκετ. Οι γονείς μου δεν μπορούσαν να με ελέγξουν γιατί έκαναν από δύο δουλειές ο καθένας για να τα βγάλουνε πέρα. Οπότε με το που τελείωσα το λύκειο, είπα ότι θα ασχοληθώ με το μπάσκετ...»
-Είχες κάποιο άλλο επάγγελμα στο μυαλό σου που θα ήθελες να ακολουθήσεις εάν και εφόσον δεν σου έβγαινε το μπάσκετ;

«Όχι, τίποτα. Ήταν τέτοιος ο έρωτας, είχα δαγκώσει τόσο πολύ τη λαμαρίνα με το μπάσκετ που δεν σκέφτεσαι κάτι άλλο. Νομίζεις ότι θα το κάνεις για πάντα. Πολλά παιδιά πέφτουν σε αυτήν την παγίδα γιατί συμβαίνουν και ατυχίες. Είτε τραυματισμοί, είτε κακό timing ώστε να μην είσαι στο σωστό σημείο τη σωστή στιγμή. Οπότε πολλά παιδιά έχουν αφοσιωθεί στο μπάσκετ, χωρίς να υπάρχει plan b. Ούτε εγώ είχα plan b. Ήμουν τυχερός που έγινε η δουλειά και αμείφτηκα καλά για αυτήν την δουλειά.»

-Θυμάσαι τον πρώτο μισθό σου στην Ισλανδία;

«Τι να είχα πάρει; Οκτώ εκατομμύρια δραχμές; (σ.σ. περίπου 25.000 ευρώ) Βέβαια η ζωή στην Ισλανδία ήταν σαν να έχω πάρει στην Ελλάδα δύο εκατομμύρια δραχμές. Πολύ ακριβή ζωή. Κάθισα οκτώ μήνες και γύρισα χωρίς λεφτά. Μηδέν!»

-Με τους γονείς σου είχες πάει ή μόνος σου;


«Μόνος μου! Πολύ δύσκολη η μετάβαση. Ο πρώτος μήνας ήταν πάρα πολύ δύσκολος. Μάλιστα έκανα σκέψεις να τα παρατήσω όλα και να επιστρέψω στην Ελλάδα. Όμως πείσμωσα. Γνώρισα τους ανθρώπους εκεί, πραγματικά εξαιρετικοί άνθρωποι. Πολύ φιλικοί. Μια πολύ όμορφη χώρα. Με τις ιδιαιτερότητές της, αλλά πέρασα οκτώ εξαιρετικούς μήνες. Πέρασα πάρα πολύ ωραία και μου έκανε πολύ καλό στην καριέρα μου...»

-Πώς προέκυψε όμως η Ισλανδία και η Γκρίνταβικ;

«Εκείνο το καλοκαίρι βρισκόμουν σε ένα camp στην Αμερική και πιο συγκεκριμένα στο Νιου Τζέρσεϊ. Προπονητής σε εκείνο το camp ήταν ο προπονητής της Γκρίνταβικ. Αμερικανοθρεμένος, με high schools και κάποια κολέγια ως βοηθός. Μου έκανε την πρόταση, ενώ παράλληλα ήταν ανοικτή και μια πρόταση από τον Μακεδονικό που βρισκόταν στην Α2 με προπονητή τον κύριο Τσολάκη. Του είπα ότι θα το σκεφτώ λόγω και της πρότασης από την Ελλάδα ωστόσο ναυάγησε του Μακεδονικού επειδή ο Φίλιππος Βεροίας ζητούσε πολλά χρήματα και αποφάσισα να πάω στην Ισλανδία. Να εκμεταλλευτώ και την υπόθεση Μπόσμαν τότε...»

-Δηλαδή αν προχωρούσε του Μακεδονικού, δεν θα πήγαινες ποτέ στην Ισλανδία;

«Ναι, βέβαια. Θα πήγαινα στον Μακεδονικό! Ήταν εξαιρετικές οι συνθήκες. Είχα κάνει κάποιες προπονήσεις, ο προπονητής σοβαρός και εξαίρετος άνθρωπος, ενώ υπήρχαν πολύ καλοί παίκτες όπως ο Χαραλαμπίδης, ο Δαλιάρης. Θεωρώ ότι και στον Μακεδονικό να πήγαινα τότε, θα ήταν μια πολύ καλή επιλογή».

-Έχεις κρατήσει επαφές με την Γκρίνταβικ; Με ανθρώπους από την ομάδα;

«Ναι, με δυο-τρεις ανθρώπους μιλάμε συχνά-πυκνά. Δεν βρήκα ποτέ την ευκαιρία να πάω ξανά και να τους δω από κοντά, αλλά είναι κάτι που θέλω να το κάνω και να το δείξω και στην οικογένειά μου. Όμως είναι ένας λαός, πολύ φιλικός, και αν δεν ήταν έτσι φιλικός θα ήταν πολύ δύσκολο και για μένα...»

-Τι έκανε ένα παιδί 17-18 χρονών σε ένα ψαροχώρι 3.000 κατοίκων;

«Οι συμπαίκτες μου ήταν όλοι δίπλα μου. Πάντα έβρισκαν χρόνο και για μένα, να με πάρουν, να πάμε κάπου και να περάσουμε καλά. Προπονήσεις αρκετές, αλλά πέρασε εύκολα ο καιρός. Δεν περάσαμε άσχημα. Πήραμε το κύπελλο, αλλά χάσαμε το πρωτάθλημα αν και ήμασταν η καλύτερη ομάδα...»

«Ο Πολίτης με επέλεξε στη Νήαρ Ηστ, ο Ζευγώλης με κράτησε»

-Το καλοκαίρι του '98 επέστρεψες στην Ελλάδα και κατηφόρησες στην Αθήνα για λογαριασμό της Νήαρ Ηστ. Πως προέκυψε;

«Όταν ήταν στην Α2 και ανέβηκε στην Α1, ένας πολύ καλός μου φίλος από την Βέροια, ο Σάββας Κυριακίδης, έπαιζε στην ομάδα. Και μου είπε ότι ο coach Πολίτης έκανε κάποια try outs και να πήγαινα να δοκιμάσω. Δέχτηκα, πήρα το τρένο και πήγα. Η Αθήνα ήταν παιχνιδάκι για μένα από τη στιγμή που είχα πάει στην Ισλανδία. Από την πρώτη προπόνηση, κιόλας, και παρά το γεγονός ότι είχε μαζέψει 20-25 παιδιά, ο κύριος Πολίτης με είχε καλέσει στο γραφείο και με ρώτησε που έπαιζα και τι έκανα γενικά. Αμέσως το κανόνισε και σε λίγες ημέρες είχε κανονίσει την μεταγραφή! Στην Γκρίνταβικ ήθελαν να ανανεώσουν το συμβόλαιό μου, αλλά όλα έγιναν πολύ γρήγορα. Μετά ήταν η κλήση στην Ελπίδων και κατά τη διάρκεια του τουρνουά στο Τράπανι της Σικελίας, ο Πολίτης έφυγε από την Νήαρ Ηστ και ήρθε ο Ζευγώλης. Τότε συζητούσαμε με έναν συμπαίκτη μου στην Εθνική που ήταν και στη Νήαρ Ηστ, τον Γιώργο Παυλίδη και λέγαμε 'τώρα τι θα κάνουμε; Μας θέλει;' Είχαμε αυτήν την αβεβαιότητα. Όμως όλα πήγαν καλά. Παίξαμε αρκετά, με πίστεψε ο coach και όλα πήγαν κατ' ευχήν».

-Στη Νήαρ Ηστ άρχισες να γίνεσαι γνωστός και στο ευρύ κοινό. Τι έχεις να θυμάσαι από εκείνη τη σεζόν που είχατε πάει και πολύ καλά;

«Πραγματικά ήταν πολύ καλή σεζόν σε μια εξαιρετική περιοχή με πολύ ωραίους ανθρώπους και με συμπαίκτες θρύλους του παγκόσμιου μπάσκετ. Όπως ο Σέιν Χιλ για παράδειγμα. Πολύ καλός ο Ντέιβιντ Βον, ενώ είχαμε στην ομάδα Έλληνες παίκτες όπως ο Βουρτζούμης, ο Λίγκος,ο Κασμερίδης, ο Παυλίδης, ο Πανταζόπουλος, ο Τσιριγωτάκης... Γενικά καλό ρόστερ για να παλέψει για την σωτηρία της. Τότε ήταν πολύ δυνατό το πρωτάθλημα της Α1. Καμία σχέση με τώρα. Γεμάτο γήπεδο συνέχεια και θυμάμαι πρώτο ματς με Παναθηναϊκό απέναντι σε Μποντιρόγκα και Ράτζα. Πολύ μεγάλα ονόματα, πολύ δύσκολο πρωτάθλημα. Κόσμος ζεστός, πρόεδροι ζεστοί, ήταν οι καλές χρυσές εποχές για όλο το ελληνικό πρωτάθλημα. Και στη συνέχεια υπήρχαν χρυσές εποχές για κάποιες ομάδες,αλλά όλες οι υπόλοιπες φυτοζωούσαν...»
-Και πρώτο ματς στην Ελλάδα όπως είπες εναντίον της αγαπημένης σου ομάδας. Περίεργο;

«Από ένα σημείο και μετά είναι καθαρά και μόνο επαγγελματικό. Μπορεί να είμαι Παναθηναϊκός, αλλά αν δεν μου έκανε ποτέ πρόταση ο Παναθηναϊκός και μου έκανε ο Ολυμπιακός στο ξεκίνημα της καριέρας μου, μπορεί και να πήγαινα. Όμως το να πάω στον Παναθηναϊκό, προφανώς και ήταν ένα όνειρο που έγινε πραγματικότητα. Έπαιξα καλά θυμάμαι σε αυτό το παιχνίδι της πρεμιέρας (σ.σ. ξεκίνησε στην πεντάδα έχοντας 9 πόντους με 3/6 δίποντα, 1/2 τρίποντα, 8 ριμπάουντ, 3 ασίστ, 2 τάπες, 1 κλέψιμο, 3 λάθη σε 35:27) αλλά είχαμε χάσει (σ.σ. 68-57 ο Παναθηναϊκός στην Καισαριανή). Ήταν ένα πολύ δυνατό μάθημα. Ήμουν άβγαλτος ακόμα, αδύνατος πολύ και ήταν κάτι το πρωτόγνωρο για μένα. Κατάλαβα ότι έπρεπε να αλλάξω πολλά πράγματα σε μένα. Δουλειά και πάλι δουλειά».

«Πίστευε πολύ σε εμένα ο Πεδουλάκης, με άφηνε στο παρκέ μέχρι να... σπάσει η χολή μου!»


-Και έρχεται το επόμενο καλοκαίρι και μετακομίζεις στο Περιστέρι...

«Ναι... Είχαμε μιλήσει με τον κύριο Πεδουλάκη, μου είπε ότι με ήθελε ενώ είχαν δρομολογήσει ήδη τις εξελίξεις. Μεγάλη μεταγραφή για την εποχή και πολλά τα χρήματα για να γίνει η εξαγορά. Όμως το Περιστέρι είχε χρήματα από την πώληση του Γκούροβιτς και του Γιάριτς. Μια υγιέστατη ομάδα, Για μένα ήταν η καλύτερη κίνηση που μπορούσα να κάνω εκείνη την εποχή. Ο coach Πεδουλάκης ήταν ο άνθρωπος που μου έδωσε το 80% απ' ότι γνώρισα και χρησιμοποίησα στην μετέπειτα καριέρα μου. Ένα απίστευτο σχολείο! Ήταν ένα σκαλοπάτι για τον Παναθηναϊκό. Μπορεί να ακουστεί υποτιμητικό, αλλά δεν είναι. Το Περιστέρι ήταν μια μεγάλη ομάδα και καταφέραμε πολλά πράγματα, αλλά ο Παναθηναϊκός έφτασε σε Ευρωλίγκες. Όμως αν δεν έκανα εκείνο το βήμα στο Περιστέρι και μάλιστα για τρία χρόνια και όχι για ένα, δεν θα ήμουν ο ίδιος παίκτης».

-Ουσιαστικά ήταν η τριετία που έγινες άνδρας μπασκετικά;

«Σίγουρα. Όπως σου είπα οφείλω πολλά στον coach Πεδουλάκη. Υπήρχαν στιγμές που ήμουν κακός αγωνιστικά και με έβαζε μέσα και έπαιζα 35-38 λεπτά. Ένιωθα και εγώ άσχημα και έλεγα 'τι κάνει τώρα'; Όμως είχε στο μυαλό του να φτιάξει παίκτη Πίστευε πάρα πολύ σε εμένα. Και έλεγε 'θα τον αφήσω εκεί, να σπάσει η χολή του'. Έτσι γίνεσαι παίκτης. Δεν υπάρχει προπόνηση που να σε κάνει καλύτερο όπως ένας αγώνας. Ένας αγώνας ίσον 100 προπονήσεις. Αυτή είναι η αναλογία».

-Μάλιστα τη σεζόν 2000-01 όχι μόνο πήρατε μέρος στην EuroLeague, αλλά είχατε και εξαιρετική πορεία στην πρώτη φάση με 7-3 ρεκόρ, αλλά χάσατε την είσοδο στα ημιτελικά με 2-0 ήττες από την πανίσχυρη Τάου... Μπορούσε πιστεύεις εκείνη η ομάδα να κάνει την μεγαλύτερη έκπληξη όλων των εποχών;

«Μιλάμε είχαμε φοβερή ομάδα τότε. Αλφόνσο Φορντ, Μπάιρον Ντίνκινς, Μάικ Άντερσεν, όλοι ήταν εξαιρετικοί παίκτες αλλά το μυστικό ήταν η χημεία που είχαμε αναπτύξει μεταξύ μας. Ήταν κάτι το ιδιαίτερο. Ήμασταν φοβερή παρέα και γι' αυτόν τον λόγο κοιτάξαμε στα ίσια μεγάλες ομάδες. Όπως το μεγαθήριο Παναθηναϊκός που ήταν υπερπλήρης! Φτάσαμε να χάσουμε την πρωτιά στην regular season στο ένα σουτ και φτάσαμε μέχρι τα ημιτελικά του πρωταθλήματος όπου χάσαμε από τον Ολυμπιακό του Ράτζα. Τεράστιο σχολείο τότε το Περιστέρι. Για όλους. Limit up για την καριέρα μας. Είχαμε φοβερά φιλικό κλίμα. Μετά τα ματς βγαίναμε όλοι μαζί έξω για φαγητό. Και στον Παναθηναϊκό έζησα πολύ ωραίες παρέες, αλλά ήταν τόσο πιεστικό το πρόγραμμα αλλά δεν είχαμε τη δυνατότητα για το κάτι παραπάνω. Το Περιστέρι δεν είχε πίεση και το χαιρόμασταν ακόμα περισσότερο. Μπορεί να φτάσαμε ψηλά και να δημιουργήθηκαν προσδοκίες, αλλά αν χάναμε από τη Φορτιτούντο ή την Ταουγκρές δεν θα σου έλεγε κανείς τίποτα...»

«Σουρεάλ κατάσταση να μπαίνω να υπογράψω στο γραφείο που έβλεπα στις φωτογραφίες»

-Και φτάνουμε στο 2002, το καλοκαίρι ορόσημο για την καριέρα σου... Είχες πάρει την απόφαση για το μεγάλο άλμα στην καριέρα σου, ανεξάρτητα από το αν θα σε προσέγγιζε ο Παναθηναϊκός ή όχι;

«Είχα τότε έναν ακόμα χρόνο συμβόλαιο στο Περιστέρι. Ήθελα να μείνω γιατί ένιωθα καλά και πίστευα ότι θα μπορούσα να παίξω καλά ώστε να το χρησιμοποιήσω προς όφελός μου σε μια άλλη μεταγραφή στο μέλλον. Έκανα πολύ καλή προετοιμασία το καλοκαίρι, είχα δυναμώσει, είχα δουλέψει σε επιμέρους στοιχεία του παιχνιδιού μου και ήρθε η πρόταση του Παναθηναϊκού σχετικά αργά. Αύγουστος ήταν. Μάλιστα τους βρήκα στα φιλικά προετοιμασίας και όχι στο ξεκίνημα της προετοιμασίας. Όλα έγιναν σε μια μέρα. Με πήρε ο ατζέντης μου και μου είπε 'ετοιμάσου, σε λίγο μπορεί να πάμε στα γραφεία της ΒΙΑΝΕΞ για να υπογράψουμε'. Και έτσι και συνέβη. Μετά από λίγες ώρες είχαμε πάει ενώ συζητήσαμε για το αν συμφωνώ ή δεν συμφωνώ. Εκεί ό,τι και αν μου έλεγε θα συμφωνούσα!»

-Μπαίνεις στη ΒΙΑΝΕΞ. Βλέπεις τους Παύλο και Θανάση Γιαννακόπουλο να σε περιμένουν;

«Ναι, ακριβώς. Μιλάμε για σουρεάλ καταστάσεις. Πράγματα τα οποία δεν θα έβλεπα ούτε στο όνειρό μου. Βρέθηκα στο γραφείο όπου είχα δει πάμπολλες φωτογραφίες με παίκτες να υπογράφουν στον Παναθηναϊκό. Και γινόμουν και εγώ ένας από αυτούς! Μου είπαν κάποια πολύ ωραία πράγματα οι δύο αυτοί άνθρωποι και όπως ανέφερες και εσύ προηγουμένως, ήταν στιγμή-ορόσημο για μένα. Δεν ήταν μόνο που υπέγραψα το πρώτο μου συμβόλαιο εκεί, αλλά εξελίχθηκε σε μια σχέση-οικογενειακή.

Ο Ομπράντοβιτς μου έβαλε γκάζια από την πρώτη προπόνηση

-Δεν είχες μιλήσει καθόλου με τον Ομπράντοβιτς;

«Όχι. Καθόλου. Το ίδιο απόγευμα πήρα τις βαλίτσες μου και πήγα να τους συναντήσω στη Σερβία. Εκεί μιλήσαμε λίγο και στη συνέχεια ξεκίνησα τις προπονήσεις με τον Παναθηναϊκό».

-Με το που πήγες στη Σερβία, φόρεσες τα ρούχα του Παναθηναϊκού και έκανες την πρώτη σου προπόνηση με την ομάδα, ποιες ήταν οι πρώτες σου εντυπώσεις από τον Ομπράντοβιτς;

«Σκληρός! Πάρα πολύ! Θυμάμαι μου έβαλε γκάζια από την πρώτη προπόνηση! Είναι το ψάρωμα που κάνουν κάποιοι προπονητές σε κάποιους αθλητές για να καταλάβουν που βρίσκονται. Πολύ υψηλό το επίπεδο των προπονήσεων. Συγκεκριμένα δεν είχα κάνει ένα πολύ σκληρό hedge out και μου έβαλε τις φωνές. Χωρίς φυσικά να ήθελε να υποτιμήσει το Περιστέρι μου είπε 'εδώ δεν είναι Περιστέρι' Για να κάνω τα πάντα όσο πιο καλά γίνεται! Επίσης κάτι μου έκανε φοβερή εντύπωση ήταν το ζέσταμα. Από την ώρα που πάταγες στο παρκέ μέχρι το τελευταίο δευτερόλεπτο έπρεπε να ήσουν στο 100%. Και αυτό γινόταν για όσα κράτησε η συνεργασία μου με τον Ομπράντοβιτς. Κάθε μέρα! Και τότε μου είχαν πει οι συμπαίκτες μου ότι πρέπει να προετοιμάζομαι καλύτερα. Να κάνω ατομικό ζέσταμα, βάρη, stretching για είμαι έτοιμος! Γιατί αλλιώς μπαίνεις και τραυματίζεσαι. Πολύ σκληρή προπόνηση, πραγματικά.»

-Μάλιστα από την πρώτη σου, κιόλας, χρονιά στον Παναθηναϊκό, πανηγύρισες πρωτάθλημα και κύπελλο. Ποιο είχες χαρεί περισσότερο;

«Ε, το πρώτο πάντα είναι πολύ σημαντικό και αναφέρομαι στο κύπελλο που είχαμε κατακτήσει απέναντι στον Άρη. Τότε ήταν και η διαδικασία διαφορετική με το Final 4 στη Λάρισα και μάλιστα σε έναν πολύ δύσκολο τελικό. Στη συνέχεια ακολούθησαν και τα μπουζούκια για τα μεθεόρτια, πράγματα τα οποία δεν είχα ζήσει ποτέ μου. Είχα πάρει και στην Ισλανδία το κύπελλο, αλλά καμία σχέση. Την ίδια χρονιά, το 2003, είχαμε πάρει και το πρωτάθλημα αλλά όσο να 'ναι ο πρώτος τίτλος είναι και αυτός που σου μένει λίγο περισσότερο.»

«Μπορεί να χάσαμε τίτλο από λάθη διαιτητών, μπορεί και να πήραμε»

-Γενικά όλοι ξέρουμε ότι είσαι από τα καλύτερα παιδιά του ελληνικού μπάσκετ. Ούτε προκαλούσες, ούτε τίποτα. Όμως έχει τύχει για παράδειγμα να κόψεις την καλημέρα (που λέει ο λόγος) για κάποιο χρονικό διάστημα με κάποιον λόγω της αντιπαλότητας ή κάποιου γεγονότος που είχε συμβεί μέσα σε ένα ματς;

«Κοίτα, αψιμαχίες είχα με αρκετά παιδιά, αλλά με κανέναν δεν κράτησα έχθρες. Το σοβαρότερο που έζησα ήταν ο τσακωμός που είχαμε στο ΟΑΚΑ με την εθνική ομάδα της Σερβίας όπου είχα μια αντιπαλότητα με τον Κέσελι. Και έγιναν κάποια πράγματα που δεν έπρεπε να γίνουν. Όμως πέρυσι, στο Final 4 του Βελιγραδίου, βγήκαμε για φαγητό και είδα και εγώ αυτό που μου έλεγαν όλοι. Ότι είναι εξαιρετικό παιδί. Αλίμονο αν κρατούσα κακία για κάτι που είχε συμβεί πόσα χρόνια πριν. Άλλωστε και εγώ ήμουν μέσα σε αυτό. Δεν είμαι άμοιρος ευθυνών. Και με τον Σπανούλη τσακώθηκα, αλλά τελείωσε με το που έληξε το παιχνίδι. Με πήρε τηλέφωνο, μου ζήτησε συγνώμη και τελείωσε. Αν και δεν το είχα καθόλου μέσα στο μυαλό μου. Μέσα στο παρκέ είσαι εχθρός μου. Θέλω να σε κερδίσω. Ό,τι και αν συμβεί, θέλω να σε κερδίσω. Μετά τέλος. Πάμε παρακάτω».

-Έχεις μετανιώσει για κάτι που έχεις κάνει μέσα σε κάποιο παιχνίδι; Το οποίο μετά να σε βασάνιζε και να έλεγες ότι δεν έπρεπε να αντιδράσεις έτσι;

«Αυτό που μόλις σου είπα με την εθνική Σερβίας. Αν μπορούσα να γυρίσω τον χρόνο πίσω θα ήμουν ο άνθρωπος που θα πήγαινε να χωρίσει την κατάσταση. Βέβαια είναι αλήθεια ότι ο αθλητής ενεργεί στους 200 σφυγμούς, αλλά είναι εκπαιδεύσιμο και αυτό. Είμαστε μαθημένοι να λειτουργούμε έτσι! Αν δεν το ξέραμε μπορεί και να τσακωνόμασταν σε κάθε φάση. Όμως είμαστε άνθρωποι και όταν βλέπεις να συμβαίνει κάτι στον φίλο σου, παίρνεις μια στιγμιαία απόφαση. Και εκείνη τη στιγμή η απόφαση που πήρα ήταν λάθος. Δεν μπορώ να φέρω τον χρόνο πίσω και πραγματικά λυπάμαι γιατί ήταν εικόνες που είδαν μικρά παιδάκια. Καλώς ή κακώς θεωρούμαστε πρότυπα και δεν έπρεπε να δείχνουμε αυτήν την εικόνα. Προσπαθήσαμε στη συνέχεια με τον τρόπο μας να αντιστρέψουμε αυτήν την εικόνα.»

-Γίνεται μια φάση. Σχεδόν ξεκάθαρο φάουλ ή ότι εσύ ακούμπησες για παράδειγμα τη μπάλα πριν βγει εκτός αγωνιστικού χώρου. Και είναι γενική η ερώτηση που κάνω για το πώς σκέφτεται ο παίκτης. Από τη στιγμή που βλέπουμε τι έχει γίνει γιατί 9/10 αν όχι 10/10 φορές δεν το παραδέχεστε;

«Ε, γι' αυτό. Γι' αυτό αντιδρούμε. Αν ξέρουμε ότι έχουμε κάνει λάθος προσπαθούμε να ρίξουμε αλλού το φταίξιμο. Να μην έρθει σε εμάς! Παντού γίνεται αυτό, ακόμα και μέσα στα σπίτια μας. Για παράδειγμα, ρίχνει ο γιος μου το ποτήρι κάτω, σπάει και λέει 'δεν φταίω εγώ, το ποτήρι έσπασε. Ας μην έπεφτε'! Πρέπει να κατανοήσετε ότι ο αθλητής είναι εκ φύσεως πάρα πολύ εγωιστής. Για να φτάσεις σε αυτό το σημείο πρέπει να είσαι εγωιστής και να πιστεύεις ότι είσαι ο καλύτερος. Αν νομίζεις ότι είσαι ένας μέτριος παίκτης, δεν θα φτάσεις ποτέ. Όταν για παράδειγμα κάνεις ένα λάθος, λες ότι ήταν ιδρωμένα τα χέρια σου. Όταν κάνεις airball, νομίζεις ότι γλίστρησε η μπάλα και ότι αυτό έφταιγε. Όχι. Δεν έφταιγε αυτό. Έφταιγε ότι δεν σούταρες σωστά. Έχεις σουτάρει ένα εκατομμύριο φορές, αλλά εκεί έκανες λάθος. Εντάξει, μία στο τόσο ίσως να ισχύει κάτι τέτοιο, αλλά όχι και τις περισσότερες φορές. Σου λέω, είναι ο εγωισμός που μπαίνει μέσα γιατί σκέφτεσαι 'ωχ τώρα θα με κατσαδιάσει ο προπονητής, θα με κατσαδιάσουν οι συμπαίκτες, θα αρχίσει και ο κόσμος, οπότε τι κάνω; Ας το ρίξω εκεί'... Συμβαίνει και το αντίθετο, όπως για παράδειγμα να παραδεχτώ σε ανύποπτες στιγμές ότι έχω βγάλει εγώ τη μπάλα ή ότι έκανα φάουλ. Γενικά είχα καλές σχέσεις με τους διαιτητές. Μάλιστα έχει τύχει να μου πουν να προσέχω επειδή κάνω βήματα, αλλά επειδή ήμουν στο κέντρο και δεν είχα να κερδίσω κάτι, δεν το σφύριζαν. Αλλά αν ήμουν κοντά στο καλάθι, μου έλεγαν θα το σφυρίξουν. Το εκτιμούσα. Υπήρχε αλληλοεκτίμηση».


-Και οι διαιτητές όμως κάνουν λάθη...

«Φυσικά και κάνουν. Όμως η δουλειά τους είναι αρκετά παρεξηγημένη. Πολύ δύσκολη. Θα έπρεπε και οι αθλητές να είναι πιο σωστοί απέναντί τους».

-Θυμάσαι κάποια παιχνίδια που η ομάδα σου είχε αδικηθεί πάρα πολύ και μάλιστα σε βαθμό που να σας επηρέασε πάρα πολύ;

«Σίγουρα υπήρχαν. Όπως υπήρχαν και παιχνίδια που ευνοηθήκαμε. Αλίμονο. Συμβαίνει αυτό. Θα μπορούσαμε για παράδειγμα να χάσουμε ένα ευρωπαϊκό από την διαιτησία, αλλά θα μπορούσε να πει κάποιος 'κάτσε ρε μεγάλε, κερδίζεις 20 πόντους, πώς έχασες την διαφορά;'».

-Και πρόκριση σε τελικό είχατε χάσει από την διαιτησία...

«Ναι, και πρόκριση σε τελικό είχαμε χάσει. Μπορεί να έχασες και πρωτάθλημα. Μπορεί και να πήρες πρωτάθλημα. Μπορεί να έχασες σημαντικό ματς ή κάποιο αδιάφορο. Η διαιτησία είναι αστάθμητος παράγοντας και έχει να κάνει με ανθρώπους. Φαντάζομαι ότι μπορεί να αντικατασταθούν από ρομπότ στο μέλλον, ξέρω 'γω; Το 2050-2100 μπορεί να γίνει αυτό. Δεν θα είναι όμως ίδιο το άθλημα. Δεν υπάρχει ο ανθρώπινος παράγοντας και η κρίση ώστε να ελέγχουν την ένταση, τον παλμό, τι συμβαίνει εκείνη τη στιγμή και πώς θα μπορεί να το διορθώσεις. Μπορεί να μην είναι σωστό αυτό που λέω, αλλά είναι άνθρωπος και αντιδράει εκείνη τη στιγμή. Όμως δεν κρατάω κακία επειδή έχασα ένα πρωτάθλημα ή μια πρόκριση από την διαιτησία γιατί μπορεί και να κέρδισα ένα τίτλο ή μια πρόκριση χάρη στην διαιτησία».

«Σε περίοπτη θέση τα τρόπαια της EuroLeague»

-Έχοντας πάρει τους πρώτους σου τίτλους, το περίμενες ή το ήθελες μέσα σου ότι θα έμενες άλλα 10 χρόνια στην ομάδα και θα έφτανες στο σημείο να μετρήσεις 21 τίτλους με τα πράσινα;

«Το ήθελα σίγουρα, αλλά δεν το περίμενα φυσικά. Άλλωστε η ζωή του αθλητή είναι 'σημερα είσαι εδώ, αύριο αλλού' ποτέ δεν ξέρεις τι γίνεται. Όνειρο ήταν που έμεινα 11 χρόνια στον Παναθηναϊκό και συνεργάστηκα με τόσους αθλητές. Μέσω του Παναθηναϊκού εξελίχθηκα σαν παίκτης, πήγα στην Εθνική και έζησα μεγάλες στιγμές. Ακόμα δεν μπορώ να το φανταστώ! Πάω σπίτι μου, βλέπω τα τρόπαια και ακόμα και τώρα μου κάνει εντύπωση! Όταν παίζεις δεν κάθεσαι να τα μετράς, αλλά στο τέλος κάνεις τον απολογισμό. Ήταν πολύ όμορφο το ταξίδι... Ζεις καλές, κακές στιγμές, τραυματισμούς, στεναχώριες, χαρές.... Όλα αυτα τα βιώνεις στο έπακρο και ουσιαστικά είναι και αυτό που μου λείπει από το μπάσκετ. Τα έντονα συναισθήματα. Δεν υπήρχε μέση κατάσταση. Υπήρχε το ζενίθ και το ναδίρ. Αυτά δεν μπορείς να τα ζήσεις αλλού, παρά μόνο στον πρωταθλητισμό...»

-Από τα τρόπαια που έχεις στο σπίτι σου, ποιο είναι αυτό που βρίσκεται σε περίοπτη θέση;

«Τα λιγότερα είναι πολλές φορές και τα πιο σημαντικά. Οι τρεις Ευρωλίγκες, το χρυσό του Βελιγραδίου και το ασημένιο στην Ιαπωνία! Όμως από κάτω βρίσκονται και όλα τα υπόλοιπα μετάλλια, από τα πρωταθλήματα και τα κύπελλα. Και είναι και... αρκετούτσικα! Επίσης έχω και την δάδα από την λαμπαδηδρομία των Ολυμπιακών Αγώνων της Αθήνας το 2004. Μία από τις καλύτερες εμπειρίες που μπορεί να ζήσει κάποιος. Υπάρχουν τρόπαια και τρόπαια. Δεν υποτιμώ τα πρωταθλήματα και τα κύπελλα, αλλά τα λίγα, αυτά που έρχονται με περισσότερο κόπο, τα εκτιμάς και λίγο περισσότερο».

Δεν θα ξαναπεράσει ανάλογο ρόστερ με αυτό του Παναθηναϊκού το 2009

-Οταν ρωτάμε τον Ομπράντοβιτς ποια EuroLeague επιλέγει περισσότερο, απαντάει είναι σαν να με ρωτάς ποιο παιδί μου θα διάλεγα. Ίδια ερώτηση και για σένα, αλλά χωρίς την ίδια απάντηση...

«Η αλήθεια είναι ότι το πρώτο πάντα είναι και το πιο γλυκό. Και πιθανότατα το ίδιο νιώθει και ο Ομπράντοβιτς. Για μένα του 2007 ήταν και το πιο σημαντικό γιατί είχαμε γευτεί και την πίκρα στο Final 4 του 2005, ενώ το 2006 είχαμε αποκλειστεί από την Ταού και τον Ερντογάν ο οποίος τα έβαζε από το σπίτι του στο ΟΑΚΑ και δεν πήγαμε στην Πράγα. Το 2007 ήτα μια πάρα πολύ πιεστική χρονιά γιατί το Final 4 ήταν και στην έδρα μας. Πολύ ακριβή η ομάδα μας, πολύ καλοί παίκτες και ουσιαστικά είχε χτιστεί για να πάρει την EuroLeague. Δεν υπήρχε κάτι άλλο τότε. Το ζούσαμε σε κάθε ματς. Ήμασταν πολύ καλοί τότε ενώ ήταν το πρώτο τρόπαιο και πολλά παιδιά Προφανώς και το 2009 όπου ήταν και το δυσκολότερο Final 4 ever για μένα...»

-Μιας και είπες για το 2009, ήταν αυτός ο Παναθηναϊκός η πληρέστερη ομάδα στην ιστορία της EuroLeague;

«Πιστεύω πως ναι. Ήταν η πιο καλή ομάδα. Δεν θα ξαναπεράσει τέτοιο ρόστερ!»

-Και το 2011 η τελευταία EuroLeague του Παναθηναϊκού...

«Τότε είχαμε αφήσει εκτός το μεγάλο φαβορί. Και μάλιστα τη χρονιά που το Final 4 γινόταν μέσα στο σπίτι της Μπαρτσελόνα. Πολλοί εντυπωσιάστηκαν τότε ωστόσο στη Βαρκελώνη δεν ήμασταν εμείς το φαβορί. Δεν είχαμε κάνει κάποια σεζόν που βγάζαμε μάτια σε αντίθεση με την Μακάμπι, τη Σιένα που είχαν παίξει πολύ καλά. Ίσως να ήμασταν στο ίδιο επίπεδο αγωνιστικά, αλλά την Μακάμπι έδιναν φαβορί. Και αυτό το θυμάμαι επειδή είχα παραβρεθεί στη συνέντευξη Τύπου του Final 4 και όλοι έλεγαν για τους Ισραηλινούς. Όχι για εμάς. Όμως παίξαμε εξαιρετικά. Και να σου πω κάτι; Είναι έργο Ομπράντοβιτς γιατί ξέρει να προετοιμάζεις τις ομάδες για τα Final 4...»

«Δεν ήμουν παίκτης του '10' σε τίποτα, αλλά έπαιζα πάντα για '7' και '8'»

-Συνήθως δεν ήσουν εκείνος που θα είχες τον πρώτο πρωταγωνιστικό ρόλο αλλά οι τελικοί κυπέλλου σου ταίριαζαν απόλυτα. 3 φορές MVP το 2006, το 2007, το 2008. Τυχαίο;

«Οχι εντάξει. Γενικά είχαμε παίκτες πρωταγωνιστές και οι ομάδες χρειάζονται και παίκτες ρολίστες. Κάποιους συγκεκριμένους ρόλους. Εγώ ήμουν ένας από αυτούς. Υπάρχει και πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα. Ο Χατζηβρέττας, ένας από τους κορυφαίους σκόρερ στην Ευρώπη και όχι μόνο στην Ελλάδα, ήρθε στον Παναθηναϊκό και άλλαξε τον ρόλο του. Έγινε ένας καθαρός αμυντικός, αλλά ήταν και ικανότατος σκόρερ. Όμως θα έβαζε 8-10 πόντους. Έπρεπε κάποιοι να κάνουμε πίσω για το καλό της ομάδας και αυτό ήταν κάτι που φαινόταν. Όταν δυσκολευόταν η ομάδα, έπρεπε να βγουν παίκτες από το μανίκι του προπονητή. Έτσι ήμουν και εγώ. Κάποιες φορές που χρειαζόταν, έβγαινα και εγώ μπροστά».

-Ήταν αυτό το γεγονός που έκανε τόσο απαραίτητο τον Τσαρτσαρή στον Παναθηναϊκό για 11 συνεχόμενα χρόνια με αποτέλεσμα να αποτελέσει έναν υπερπολύτιμο παίκτη στην καλά κουρδισμένη, πράσινη, μηχανή;

«Σίγουρα. Είχα συνέπεια σε κάποια πράγματα. Μπορεί να μην ήμουν παίκτης του '10' σε τίποτα, αλλά αν περίμενες από εμένα να παίξω στο '8' θα έπαιζα στο '7'-'8'. Θα προσπαθούσα! Προφανώς και είχα κακές στιγμές, αλλά σε γενικές γραμμές έπαιζα κοντά στα στάνταρ μου, ενώ μερικές φορές τα υπερέβαινα. Ήξερες τι θα πάρεις κάθε βράδυ από εμένα. Ήμουν αλτρουιστής. Δεν με πείραζε αν βγω με πέντε φάουλ για να κερδίσει χρόνο η ομάδα του ή αν ήταν μέρος της τακτικής. Αυτό ήταν κάτι που κατάλαβα νωρίς και κάτι που κατάλαβε και ο προπονητής. Είναι πολύ σημαντικό να έχεις έναν τέτοιο παίκτη. Και άλλοι παίκτες ήταν έτσι. Το μπάσκετ έτσι είναι πια. Δεν βλέπεις ομάδες με Γκάλη, Πέτροβιτς ή Όσκαρ Σμιντ. Οπότε ομάδα που θέλει να φτάσει ψηλά πρέπει να έχει και ρολίστες πολυτελείας».

-Αλήθεια ένιωσες καθόλου ζήλια μέσα σου όλα αυτά τα χρόνια στον Παναθηναϊκό που δεν ήσουν εκείνος για τον οποίο θα συζητούσαν περισσότερο και εκείνος για τον οποίο θα γινόταν ο περισσότερος ντόρος όπως ο Διαμαντίδης ή Σάρας ή ο Σπανούλης ή ο Μπατίστ;

«Όχι, φυσικά και όχι. Καταρχήν ήξερα. Ο Διαμαντίδης είναι ο Διαμαντίδης και εγώ είμαι ο Τσαρτσαρής. Δηλαδή το επίπεδο του Διαμαντίδη ήταν από υψηλότερα και χάρη σε αυτόν έδειχνα και εγώ καλός. Χάρη στον Διαμαντίδη έδειχνε όλη ομάδα καλή και κέρδιζε και τίτλους. Σίγουρα και ο Διαμαντίδης χάρη σε εμάς έδειχνε και αυτός λίγο καλύτερος. Άλλωστε αν τον έπαιρνες και τον έβαζες μόνο του σε μια ομάδα δεν θα κέρδιζε την EuroLeague. Χρειάζεται παίκτες δίπλα του. Όμως όλοι γνωρίζαμε πολύ καλά που βρισκόμασταν και τι έπρεπε να κάνουμε για να φτάσουμε στην κορυφή. Στην τελική έχω στην τροπαιοθήκη μου κάποια κύπελλα που λένε ότι ήμουν πρωταθλητής. Το αν ήμουν ο καλύτερος ή ο χειρότερος, δεν το θυμάται κανείς. Θυμάται ότι πήραμε τον τίτλο. Αυτό είναι που μένει στο τέλος και είμαι χαρούμενος που είχα αυτούς τους συμπαίκτες και έκανα τον δεύτερο για να κερδίζουμε τα τρόπαια».

-Υπάρχει κάποιος τίτλος που χάθηκε από τον Παναθηναϊκό και σου έχει μείνει απωθημένο;

«Μας πόνεσε πάρα πολύ το Final 4 της Κωνσταντινούπολης το 2012, ο αποκλεισμός από την Ταουγκρές το 2006, αλλά το 2005 που μας απέκλεισε η Μακάμπι από τον ημιτελικό, οφείλω να ομολογήσω ότι ήταν καλύτερη από εμάς. Αν κερδίζαμε αυτό το παιχνίδι ίσως να ήταν και κλοπή! Και αυτό διότι η Μακάμπι ήταν υπερπλήρης. Μια ομάδα δεμένη που είχε χτιστεί από χρόνια. Προφανώς θα χάσουμε και πρωταθλήματα και κύπελλα, αλλά αν στο τέλος τα βάλεις και τα ζυγίσεις θα δεις ότι ήταν πολύ περισσότερα αυτά που κερδίσαμε από αυτά που χάσαμε.»

«Χωρίς να πουλάω οπαδιλίκι, αλλά το 2012 δεν εγκαταλείπεις το καράβι»

-Το 2012 λοιπόν έφυγαν όλοι και έμεινες εσύ με τον Μήτσο. Δεν σκεφτήκατε και εσείς να αποχωρήσετε;

«Εγώ είχα κάνει μονοετή ανανέωση! Θυμάμαι με πήρε τηλέφωνο ο Μάνος Παπαδόπουλος και μου είπε ότι ήθελαν να μείνω. Εγώ φυσικά και ήθελα να παραμείνω στην ομάδα. Ήταν κομβικό το σημείο, αλλά είχα στο μυαλό μου ότι κόντευα στο τέλος. Ήθελα να τελειώσω το μπάσκετ στον Παναθηναϊκό. Και μάλιστα είχα πει εκείνο το καλοκαίρι ότι αν δεν με ήθελε η ομάδα θα σταματούσα εκείνη τη χρονιά. Όμως αν με ήθελε θα το σταματούσα το επόμενο. Ήταν ξεκαθαρισμένο. Οπότε μου έγινε η πρόταση και έμεινα στην ομάδα της καρδιάς μου για να βοηθήσω και εγώ στη νέα προσπάθεια που ξεκινούσε. Χωρίς να θέλω να πουλήσω οπαδιλίκι, αλλά δεν εγκαταλείπεις και εσύ το καράβι και το αφήνεις να διαλυθεί εντελώς. Κάτι πρέπει να υπάρχει, ένας συνδετικός κρίκος. Έτσι έμεινε ο Μήτσος, έμεινα και εγώ να κρατάμε τα μπόσικα...»

-Και μάλιστα κάνατε εξαιρετική σεζόν! Νταμπλ και στο παρά πέντε χάσατε το Final 4 της EuroLeague...

«Όντως, κάναμε εξαιρετική χρονιά. Ήταν δύσκολη σεζόν όμως, Έγιναν αλλαγές παικτών, υπήρξε αμφισβήτηση, ακούσαμε και αποδοκιμασίες σε ένα ματς με την Χίμκι, αλλά εμείς μαζευτήκαμε μεταξύ μας και είπαμε πολλά πράγματα στα αποδυτήρια για να μαζευτούμε λιγάκι. Και πράγματι μαζευτήκαμε και κάναμε πράγματα. Και αυτός ο αποκλεισμός μας πόνεσε εκείνη τη σεζόν από τη Μπαρτσελόνα. Είχαμε κάνει το μπρέικ, αλλά χάσαμε παιχνίδι στο ΟΑΚΑ. Θα ήταν πολύ σημαντικό παράσημο για εκείνη την ομάδα γιατί κανείς δεν την περίμενε. Κρίμα...»

-Αποσύρθηκες το 2013 με ένα ακόμα νταμπλ και με πρωτάθλημα μέσα στο ΣΕΦ, έστω και αν το παιχνίδι δεν ολοκληρώθηκε ποτέ. Ήσουν 34 χρονών, για την ακρίβεια 33,5. Δεν σκέφτηκες να συνεχίσεις για έναν ακόμα χρόνο;


«Σωματικά μπορούσα. Αλίμονο. Όμως ξέρεις τι γίνεται; 11 χρόνια στον Παναθηναϊκό ισοδυναμούν με 30 σε κάποια άλλη. Η πίεση των αγώνων, ο χαμένος ύπνος πριν από μεγάλα ματς, είναι δύσκολα. Δεν είναι εύκολα. Όσο περνούν τα χρόνια, όλα αυτά γίνονται αθροιστικά στον οργανισμό σου. Οσο μεγαλώναμε, είχαμε μεγαλύτερη πίεση, περισσότερο άγχος και αυτό διότι ο κόσμος έχει σχηματίσει μια εικόνα και έχει μεγαλύτερες προσδοκίες. Το μπάσκετ αλλάζει, γίνεται γρήγορο, πιο αθλητικό, τότε είχε έρθει και ο Γκιστ με τον Λάσμε που πήδαγαν πάνω απ' όλους μας. Εμείς στα καλά μας και δεν πηδούσαμε πάνω από κανέναν. Οπότε δημιουργείς και περισσότερη πίεση στον εαυτό σου για να αποδείξεις ότι μπορείς...»

-Αυτό που λένε δηλαδή. Να ξέρεις πότε θα σταματήσεις...

«Ακριβώς. Να ξέρεις. Να μην σε λυπάται ο κόσμος. Εγώ είχα ξεκινήσει ήδη τον κατήφορο από το βουνό και έλεγα μην φτάσουμε κάτω στους πρόποδες και με λυπούνται».

-Πάντως μας έδινες την αίσθηση ότι κακώς σταμάτησες. Μπορούσες να συνεχίσεις...

«Εγώ το ένιωθα έτσι. Και ήταν ειλημμένη η απόφαση. Μην κοιτάς που πήραμε το πρωτάθλημα και έκανα καλό τελευταίο ματς. Ήταν το ιδανικό για μένα, αλλά θα σταματούσα έτσι και αλλιώς».

-Δεν προσπάθησαν να σε μεταπείσουν;

«Φυσικά. Μα με πήραν τηλέφωνο, ο κύριος Δημήτρης Γιαννακόπουλος, ο Μάνος Παπαδόπουλος, ο κόουτς Πεδουλάκης. Μου είπαν ότι με ήθελαν με κλειστά τα μάτια. Μάλιστα ο Πεδουλάκης ακόμα το λέει ότι 'αν σε είχαμε θα κάναμε κάποια πράγματα, να ηρεμήσεις την ομάδα'. Όμως, κοιμάμαι καλά. Όποτε παίρνω αποφάσεις τις τηρώ. Υπήρχαν και στιγμές που ανυπομονούσα να σταματήσω για να καθίσω λίγο με την γυναίκα μου, τα παιδάκια μου, να ηρεμήσω... Κάτι που δεν ήταν τόσο εύκολο στην πορεία από τη στιγμή που όλα τα προηγούμενα χρόνια έκανα άλλη ζωή. Είναι αυτό που μου λείπει. Η έντονη αλλαγή των συναισθημάτων. Στον πρωταθλητισμό είσαι στο +10, -10 που δεν φτάνει ένας μέσος άνθρωπος... Αυτά είναι που μου λείπουν. Και η είσοδος από τη φυσούνα που βγαίνεις στο παρκέ και τρέμει το παρκέ από τις ιαχές του κόσμου. Ανατριχίλα κάθε φορά που βγαίναμε στο παρκέ! Όμως δεν μου έχει λείψει κάτι άλλο. Τίποτε άλλο όμως!»

-Τίποτα απολύτως; Ούτε ένα μεγάλο σουτ; Το συναίσθημα;

«Μπορεί κάποιες στιγμές να λες, 'ωραία ήταν όλα αυτά'. Όμως, όχι. Δεν μου έχει λείψει κάτι άλλο. Κοιμάμαι ήσυχος και έχω τη συνείδησή μου ήσυχη. Γενικά έζησα μια πολύ γεμάτη η καριέρα μου όπου είχα περισσότερες χαρές απ' ότι λύπες. Έκανα πολύ καλές φιλίες, οπότε δεν έχω να ζηλέψω τίποτα τώρα...»

«Με πλησίασε ο Ολυμπιακός το 2008 αλλά ανανέωσα αμέσως στον Παναθηναϊκό»

-Πότε άρχισες να πιστεύεις ότι θα παίξεις για πάντα στον Παναθηναϊκό;

«Αυτή η πεποίθηση δεν υπήρχε ποτέ. Κανείς δεν έχει δεδομένη τη θέση του στις μεγάλες ομάδες. Χρειάζεται θέληση και από τις δύο πλευρές, χρειάζεται προσπάθεια και να αποδεικνύεις συνέχεια ότι αξίζεις να είσαι σε αυτήν την ομάδα. Δεν υπάρχουν περιθώρια. Αυτή η ομάδα έχει στόχο να είναι πάντα στην κορυφή. Αν δεν μπορείς θα πας παρακάτω. Σκληρό ή όχι αυτή είναι η πραγματικότητα.»
-Σε είχε πλησιάσει ποτέ ο Ολυμπιακός;

«Ναι. Είχαμε μιλήσει μεσούσης της σεζόν του 2008. Μάλιστα τότε ήμουν εκτός λόγω τραυματισμού και ήταν η περίοδος που είχα ανανεώσει το συμβόλαιό μου με τον Παναθηναϊκό. Τότε είχε μιλήσει ο μάνατζέρ μου και με τον Ολυμπιακό. Μου μεταφέρθηκε το ενδιαφέρον του Ολυμπιακού, αλλά ταυτόχρονα ήρθε και η πρόταση της ανανέωσης. Τότε η ομάδα αποκλείστηκε και μάλλον είδαν ότι ήμουν χρήσιμος!»

-Σε είχαν πλησιάσει άλλες ευρωπαϊκές ομάδες;

«Όχι και θα σου πω το γιατί. Πάντα ανανέωνα τα συμβόλαιά μου μέσα στη σεζόν. Δεν πήγαινε καλοκαίρι για να γίνει η ανανέωση...»

-Το σουτ που θα θυμάσαι για όλη σου τη ζωή;

«Δεν θυμάμαι κανένα. Όλα είχαν μια κρισιμότητα... Έχουν μπει πολλά. Ποτέ δεν λέμε στο μπάσκετ ότι φταίει η τελευταία φάση, αλλά τα όσα έχουν προηγηθεί στο υπόλοιπο ματς. Εκεί είναι τι έχεις κάνει. Δεν φταίνε ποτέ τα τελευταία σουτ. Μπορεί να σε κάνουν μάγκα, μπορεί και όχι. Να σου άλλων που θυμάμαι; Του Διαμαντίδη στο Βελιγράδι!»

-Το παιχνίδι που θα θυμάσαι για πάντα;

«Ε, το τελευταίο μου με τον Ολυμπιακό στο ΣΕΦ που πήραμε το πρωτάθλημα. Όχι επειδή είχα παίξει καλά, αλλά επειδή ήξερα ότι θα είναι το τελευταίο μου σε περίπτωση νίκης. Θυμάμαι για παράδειγμα όταν είχε γίνει η διακοπή και μπήκαμε μέσα στα αποδυτήρια, έπιασα τους ξένους που πανηγύριζαν στα αποδυτήρια για να τους πω να σοβαρευτούν και να το κάνουν για μένα. Τότε έλεγα τα δικά μου. Ήμουν στην τσίτα και ήθελα να τελειώσει εκεί. Δεν ήξερες τι θα μπορούσε να γίνει. Το θυμάμαι γιατί ήταν και συναισθηματικά φορτισμένο»

-Την μεγαλύτερη απογοήτευση που βίωσες;

«Ο τελικός με την Ισπανία το 2006. Και γενικά όλοι οι αποκλεισμοί από μια μεγάλη διοργάνωση».

-Πότε δάκρυσες μέσα στο γήπεδο, είτε από συγκίνηση, είτε από νεύρα, είτε από χαρα;

«Στο αποχαιρετιστήριο ματς του Φράγκι όταν είχε έρθει η ΤΣΣΚΑ, όπως επίσης και στη φιέστα που κάναμε για το πρωτάθλημα του 2013, όταν και ανακοίνωσα ότι αποχωρώ. Είπαμε και δυο-τρία λογάκια και ήταν όλα ωραία. Ο κόσμος θυμάται και εκτιμάει αυτά που πρόσφερα στην ομάδα. Σημασία έχει να αφήσεις παρακαταθήκη ετών και να λένε καλά λόγια για σένα. Χωρίς να υπάρχει ένα «αλλά» μετά γιατί ακυρώνει τα όσα προηγήθηκαν. Εγώ δεν πιστεύω ότι είχα κάποιο «αλλά» στην καριέρα μου.»

Ήθελα συμπαίκτη τον Παπαλουκά, δυσκολότεροι αντίπαλοι οι συμπαίκτες μου στην προπόνηση!

-Καλύτερος συμπαίκτης;

«Τόσοι πολλοί... Προφανώς ο Δημήτρης Διαμαντίδης, αλλά πραγματικά όλοι εξίσου το ίδιο»

-Έχει τύχει να ήθελες πολύ να παίξεις με κάποιον παίκτη αλλά δεν έτυχε ποτέ;

«Με τον Παπαλουκά θα ήθελα να παίξω. Είναι από τους κορυφαίους παίκτες. Στο ΤΟΡ-10 που έχει περάσει από την Ευρώπη. Όταν παίζαμε στην Εθνική είχαμε εξαιρετική συνεργασία. Από τα πιο έξυπνα παιδιά και πάντα χαιρόμουν να παίζω μαζί του...»

-Δυσκολότερος αντίπαλος;

«Συμπαίκτες. Μάικ Μπατίστ, Αντώνης Φώτσης, Δήμος Ντικούδης, Φραγκίσκος Αλβέρτης... Κάθε μέρα ήταν ένας πόλεμος η προπόνηση. Ένας τρόπος να αποδείξουμε ότι μπορούμε να παίξουμε στο επόμενο ματς και ο προπονητής να μπορεί να στηριχθεί πάνω μας. Κάθε μέρα για μας ήταν ένας τελικός!»

-Ποιο ματς δικό σου έχεις δει περισσότερες φορές στο Youtube ή σε κάποιο βίντεο;

«Α, κανένα. Δεν μου αρέσει να βλέπω τον εαυτό μου. Για κάποιον λόγο ντρέπομαι! Και αυτό διότι βλέπω α κακώς κείμενα κατά κύριο λόγο. Έχω μάθει να διαβάζω το βίντεο και να βλέπω ατέλειες. Όσα στιγμιότυπα και να δω, δεν μου αρέσουν!»

«Ύστερα από ήττα, Παύλος και Θανάσης τη μία μέρα μας φώναζαν, την άλλη μας χτυπούσαν την πλάτη»

-Ερχόταν η στιγμή που ανανέωνες. Πώς σε πλησίαζαν οι Παύλος και Θανάσης Γιαννακόπουλος;

«Δεν είχα εγώ τότε την απευθείας επαφή με τους προέδρους, μιλούσε ο ατζέντης μαζί τους. Άλλωστε το αποφεύγαμε για να αποφευχθούν κάποιες αντιδράσεις. Όμως πάντα γινόταν η ανανέωση πολύ πιο πριν τελειώσει το πρωτάθλημα. Από τον Φεβρουάριο να φανταστείς. Ήξεραν ότι αν έφτανε το καλοκαίρι και έβγαινε στην αγορά ένας παίκτης που τον ήθελαν, ίσως να υπήρχαν και δυσάρεστες καταλήξεις. Οπότε τελείωνε γρήγορα. Δεν μπήκα ποτέ στην διαδικασία να δω αν με θέλει κάποια άλλη ομάδα».

-Τι έχεις να θυμάσαι από τους δύο μεγάλους παράγοντες του Παναθηναϊκού;

«Το πάθος τους. Φοβερό πάθος. Επίσης η δικαιοσύνη. Ήταν πολύ δίκαιοι άνθρωποι. Πάντα ήταν κοντά μας, ακόμα και σε δύσκολες στιγμές. Μετά από ήττες ερχόντουσαν και μας ανέβαζαν ψυχολογικά λέγοντας ότι μας πιστεύουν. Ήταν ένθερμοι! Μπορεί στην προπόνηση να ήθελαν να μας ανεβάσουν ψυχολογικά, αλλά την προηγούμενη μέρα που είχαμε χάσει, ακούγαμε τις φωνές τους στους διαδρόμους. Μάλιστα θυμάμαι γυρνούσαμε από τη Λάρισα ύστερα από ένα ματς με την Ολίμπια και είχαμε όλοι τα κεφάλια κάτω. Τότε ο συγχωρεμένος, ο Θανάσης Γιαννακόπουλος είχε πάρει τηλέφωνο και να τον ακούγαμε να φωνάζει μέσα από το ακουστικό. Ενεργούσαν εν θερμώ αλλά υπήρχαν άνθρωποι που τους κρατούσαν. Ο Μάνος Παπαδόπουλος, ο Ομπράντοβιτς. Ήταν ιδιαίτερος ο χαρακτήρας τους. Μας κατσάδιαζαν στα αποδυτήρια, όμως λίγες φορές, αλλά αυτή ήταν και η δουλειά τους! Επίσης μας χτυπούσαν στην πλάτη σε μια δύσκολη στιγμή. Και ήταν προς τιμήν τους...»

-Μάλιστα συνεργάστηκες για μία σεζόν και με τον νυν πρόεδρο του Παναθηναϊκού και συνεχιστή της οικογένειας, τον Δημήτρη Γιαννακόπουλο.


«Ναι όντως. Είχαμε εξαιρετική συνεργασία. Εξαιρετική, πραγματικά. Ήταν και η πρώτη χρονιά του κυρίου Δημήτρη και έψαχνε και εκείνος από την πλευρά του, τα πατήματά του. Φυσικά ήταν και η σεζόν που άλλαξαν πολλά στην ομάδα, αλλά κάναμε μια πολύ πετυχημένη πορεία. Κανείς δεν μπορούσε να πει τίποτα. Αυτή η συνεργασία που είχαμε για έναν χρόνο, όπως επίσης και για ένα διάστημα όταν ήμουν προπονητής, ήταν εξαιρετική».

«Ειπώθηκαν πολλά, αλλά ποτέ δεν γυρίσαμε την πλάτη μας στην Εθνική»

-Πάμε στο κεφάλαιο της Εθνικής ομάδας.... Το 2000 κάνεις το ντεμπούτο σου σε ηλικία 21 ετών αν δεν κάνω λάθος. Πώς σου ήχησε στα αυτιά το κάλεσμα του Κώστα Πετρόπουλου;

«Και το 1999 είχα κληθεί και πιο συγκεκριμένα πριν από το Eurobasket της Ντιζόν. Σε επίσημη διοργάνωση έπαιξα για πρώτη φορά στους Ολυμπιακούς Αγώνες του 2004, αν και είχα πάρει τα προηγούμενα χρόνια μέρος στα προκριματικά. Πριν από την Αθήνα, πάντα με έκοβαν μετά την προετοιμασία. Όσον αφορά αυτό που ρώτησες, πάντοτε η Εθνική ομάδα είναι ιδιαίτερη περίπτωση. Κλισέ ή όχι, είναι η πραγματικότητα. Όταν εκπροσωπείς την Εθνική νιώθεις ότι είσαι στην κορυφή του βουνού. Είναι κάτι το ιδιαίτερο γιατί σε κάλεσαν ανάμεσα σε τόσους καλούς παίκτες. Έχεις όλους τους οπαδούς στο πλάι σου και παίζεις για μια χώρα. Για έναν σκοπό. Κάθε κλήση, είτε ήταν η πρώτη που είπες, είτε η τελευταία το 2010 στο Παγκόσμιο της Τουρκίας, για μένα ήταν το ίδιο πράγμα. Δεν γυρίσαμε ποτέ την πλάτη στην Εθνική, παρά το γεγονός ότι ακούστηκαν διάφορα, ακόμα και για εμένα. Υπήρχαν ιατρικές συμβουλές! Για παράδειγμα εμένα μου είπαν το 2009 πριν από το Eurobasket της Πολωνίας ότι δεν γινόταν να παίξω. Θα καιγόμουν. Μίλησα τότε με τον κόουτς Καζλάουκας και τον κύριο Σφαιρόπουλο και τους είπα ότι είμαι εντελώς στα κόκκινα! Τελικά αποφασίστηκε από κοινού να μην πάω. Γι' αυτόν τον λόγο την αμέσως επόμενη χρονιά πήγα κανονικά στην Εθνική. Αν έλεγα όχι από καπρίτσιο του 2009, θα με καλούσαν το 2010 ξανά; Είναι μερικά πράγματα που είναι εσωτερικά και προφανώς και δεν πρέπει να βγαίνουν όλα προς τα έξω. Τι να πω; Ότι ήμουν καμένος εκείνη την περίοδο; Θα έβγαινε ο καθένας και θα έλεγε το μακρύ και το κοντό του...»

-Δεν σε πείραζε όμως που το έλεγαν έτσι και αλλιώς το μακρύ και το κοντό τους;

«Πάρα πολύ με πείραζε. Άνθρωποι του χώρου σου είχαν πει πολύ χοντρά πράγματα. Όχι μόνο για μένα, αλλά και για τον Διαμαντίδη που είναι τεράστιο κεφάλαιο το ελληνικού μπάσκετ. Όμως κανείς δεν ήξερε την πραγματικότητα και κάποιοι έχουν κάνει κωλοτούμπες τώρα. Όμως κακίες δεν κρατάμε γιατί δεν είμαστε τέτοιοι άνθρωποι. Πικραθήκαμε πολύ τότε. Γιατί και εμείς δεν είχαμε ζήσει ποτέ καλοκαίρια. Πηγαίναμε σερί! Από το 1999 είχα κλήση για προετοιμασία. Δεν είναι εύκολο. Άλλοι λένε πώς το κάνουν οι μεν και οι δε. Δεν το κάνουν όλοι. Και της Ισπανίας έκαναν break. Είμαστε άνθρωποι και γι' αυτό σταματήσαμε στα 33 μας και στα 34 μας. Δεν υπάρχει κάτι άλλο...»
-Δεν σκέφτηκες να παίξεις σε άλλη μια διοργάνωση όπως στο Eurobasket του 2011;

«Έπειτα είχαν βγει μπροστά και κάποια άλλα παιδιά. Και το έβλεπα. Και είχα πει ότι θα ήταν καλύτερο να προχωρήσουν όλοι».

-Εσύ όμως ήσουν ακόμα στο prime σου μετά τη χρονιά της EuroLeague στην Βαρκελώνη...Θέλω να πω θα μπορούσες να παίξεις.

«Σίγουρα. Έπαιζα και μάλιστα έπαιζα και καλά. Όμως έβλεπα ότι έβγαζε κάποια προβλήματα το κορμί μου, θλάσεις συνέχεια, τα ζυγίζεις και λες 'ας περάσουν μπροστά κάποια άλλα παιδιά'. Σταματήσαμε να παίζουμε 33 ετών αλλά σωματικά νιώθαμε 42!»

-Και φαντάζομαι αυτό έχει να κάνει και με τις επίπονες, όπως μου είπες και πριν, προπονήσεις στον Παναθηναϊκό...

«100%! Δύσκολες σεζόν και δύσκολες προπονήσεις. Κάθε χρόνο πηγαίναμε σχεδόν μέχρι τέλη Ιουνίου να παίξουμε τελικούς και μετά από λίγο ακολουθούσε το κάλεσμα της Εθνικής για προετοιμασία. Μάλιστα είχα κοπεί τρεις φορές αλλά στη συνέχεια έκανα κανονικά προετοιμασία και με τον Παναθηναϊκό ή με το Περιστέρι πιο πριν. Μιλάμε για δύσκολες καταστάσεις. Πάντα τελευταία μέρα κοβόμουν...»

-Δεν σε πείσμωνε; Δεν σε τσάντιζε;

«Με πείσμωσε και δεν σου κρύβω ότι στην προετοιμασία του 2004 ενόψει Ολυμπιακών Αγώνων, αν με έκοβε και ο κόουτς Γιαννάκης, δεν θα ξαναπήγαινα στην Εθνική. Τα καλοκαίρια θα πήγαινα στην Αμερική ώστε να βελτιωθώ σε κάποια πράγματα. Να κάνω ατομικές προπονήσεις και να κοιτάξω την καριέρα μου. Όλο αυτό ήταν πολύ ψυχοφθόρο. Και δεν προλάβαινα να βελτιωθώ. Οι παίκτες του ΝΒΑ το κάνουν αυτό τα καλοκαίρια. Είναι 34 ετών και συνεχίζουν να βελτιώνονται. Και εσύ λες 'μα πώς γίνεται αυτό;' Απλούστατα, τέσσερις μήνες κάθονται και κάνουν προπονήσεις. Και θεωρώ ότι εμείς δεν φτάσαμε στο μάξιμουμ που μπορούσαμε να φτάσουμε. Όμως δεν είχαμε τη δυνατότητα να κάνουμε και εμείς ανάλογα πράγματα τα καλοκαίρια».

Να σταματήσουμε να αναλωνόμαστε στο τι θα κάνει ο Αντετοκούνμπο, ο Μπουρούσης σκοτώνεται χειμώνα-καλοκαίρι

-Έκτοτε ξεκίνησε η κατακόρυφη άνοδος της εθνικής ομάδας, τόσο από τους Ολυμπιακούς Αγώνες, όσο φυσικά με την κατάκτηση του Eurobasket, στη συνέχεια του ασημένιου στη Σαϊτάμα. Θεωρείς ότι αυτή ως προς το σύνολο, την ποσότητα, την ποιότητα και την διάρκεια, ήταν η καλύτερη φουρνιά Ελλήνων παικτών;

«Και η φουρνιά του Οικονόμου ήταν εξαιρετική φουρνιά με 12 πάρα πολύ καλούς παίκτες. Όμως για κάποιους άλλους λόγους δεν μπόρεσαν να πάρουν κάποιο μετάλλιο. Από εκεί και πέρα εμείς όντως ήμασταν μια εξαιρετική φουρνιά, είχαμε και την τύχη με το μέρος μας, όπου κάναμε μεγάλα πράγματα. Θεωρώ ότι δώσαμε και εμείς από την πλευρά μας μια μικρή ώθηση στο ελληνικό μπάσκετ μέσα από όλη αυτήν την διαδικασία. Αν δεν είχαμε και αυτή τη νοοτροπία ως παιδιά, ίσως και να μην έφτανε το ταλέντο. Όμως διαθέταμε όλη τη μαγιά...»

-Αυτό ήταν και το μυστικό σας;

«Υπομονή. Χρειάζεται υπομονή και να σταματήσουμε την παρελθοντολαγνεία. Το έχουμε σαν Έλληνες. Όμως πρέπει να κοιτάμε το 'τώρα' και να μην κάνουμε συγκρίσεις. Ο Διαμαντίδης ήταν ο Διαμαντίδης, ο Παπαλουκάς ήταν ο Παπαλουκάς, ο Τσαρτσαρής ήταν ο Τσαρτσαρής κ.ο.κ. Έδωσαν ό,τι ήταν να δώσουν και πάμε παρακάτω. Τι έχουμε, ποιοι είμαστε και τι μπορούμε να κάνουμε. Δεν είναι ωραίο για τα παιδιά που παίζουνε τώρα να μπαίνουν και να διαβάζουν 'αν είχαμε τον Διαμαντίδη ή τον έναν ή τον άλλον'. Πρέπει να τα βοηθήσουμε αυτά τα παιδιά και ξαναλέω. Να έχουμε υπομονή. Παράδειγμα: Είναι ωραίο αυτό που έγινε φέτος με τα παράθυρα. Η Εθνική έδωσε την ευκαιρία σε πολλά παιδιά που είναι μισό ράφι πιο κάτω από τους υπόλοιπους να συμμετάσχουν, να φτιάξουν το όνομά τους και να ανεβάσουν και αυτοί τα κασέ τους. Να υπάρχει και ένα plan b για το μέλλον. Είναι πολύ σημαντικό αυτό που έγινε. Και να σου και κάτι άλλο; Να σταματήσουμε να αναλωνόμαστε στο τι θα κάνει ο Γιάννης. Περισσότερο εκεί αναλωνόμαστε από το να κάνουμε μια ομάδα της προκοπής. Πέρσι, πρόπερσι έγινε ένα τουρνουά και όλοι λέγαμε γιατί δεν ήρθε ο Γιάννης. Είναι αυτοί που είναι και πρέπει να παλέψουμε με αυτά τα παιδιά. Να ασχοληθούμε με αυτούς. Γιατί να μην πούμε για τον Μπουρούση που το παιδί σκοτώνεται κάθε καλοκαίρι και κάθε χειμώνα, καθόμαστε και λέμε 'γιατί δεν ήρθε ο Γιάννης'. Καλά κάνει το παιδί, έχει τους λόγους του. Πάντως ταλέντο υπάρχει...»

-Μιας και είπες για τον Γιάννη, η πλήρης Εθνική μπορεί να φτάσει στο πολυπόθητο μετάλλιο στο Παγκόσμιο της Κίνας;

«Η Εθνική ομάδα παραμένει να είναι μια ομάδα. Πρέπει να χτιστεί και να φτιαχτεί μια χημεία. Δεν ξέρω αν έρθει που έχει και τόσο καιρό να παίξει στην Εθνική, μπορεί να γίνει αυτό. Είναι προτιμότερο με σωστή χημεία χωρίς τον Γιάννη, παρά μια ομάδα με κακή χημεία, αλλά με τον Γιάννη στο ρόστερ. Καλά δεν χρειάζεται να πω ότι είναι στην κορυφή του ΝΒΑ αυτή τη στιγμή. Όμως σε ένα άλλο πρωτάθλημα και σε ένα άλλο είδους μπάσκετ. Όσοι έρχονται και παίζουν στις διοργανώσεις της FIBA, δεν είναι ίδιο πράγμα. Δεν ξέρω αν θα μπορούσε να κάνει τα ίδια πράγματα που θα έκανε και εκεί. Οι ομάδες είναι πάντα πάνω από τα πρόσωπα. Αν φτιάξουμε μια σωστή ομάδα με καλή χημεία, ίσως να τα πάει καλύτερα με τον Γιάννη, αλλά χωρίς χημεία».

Μετά τη νίκη επί των Αμερικανών αδειάσαμε, μακάρι να ξαναπαίζαμε εκείνον τον τελικό με τους Ισπανούς

-Από την διετία 2005 και του 2006, τι σου έχει μείνει περισσότερο από την Εθνική ομάδα;

«Πραγματικά ήταν απίστευτα τα όσα ζήσαμε αυτά τα δύο χρόνια. Δεν γίνεται να γραφτούν στο χαρτί. Είναι φοβερά τα συναισθήματα. Είναι αυτό το ιδιαίτερο που έχει η Εθνική ομάδα. Είναι όλη η Ελλάδα στο πλάι της. Η νίκη επί των Αμερικανών είναι ένα ορόσημο αυτής της διετίας, αλλά αν δεν υπήρχε το χρυσό στο Βελιγράδι, ίσως και να μην φτάναμε εκεί. Όλα τα παιδιά είχαμε αποκτήσει τεράστια αυτοπεποίθηση από την κατάκτηση του Eurobasket! Δεν ανεβήκαμε ένα και δύο σκαλοπάτια στην καριέρα μας, αλλά πολλά περισσότερα. Τότε κάναμε το παιχνίδι της ζωής μας με τις ΗΠΑ. Μας ακολουθεί αυτό το ματς και θα μας ακολουθεί για πάντα. Όπως ακριβώς ακολουθεί την ομάδα του '87 ο τελικός με την Σοβιετική Ένωση. Παρόλο που ο ημιτελικός με τους Γιουγκοσλάβους ήταν πολύ πιο δύσκολο ματς. Ή ακόμα όλοι θυμούνται τις βολές του Καμπούρη και όχι τις βολές του Ανδρίτσου στον τελικό που είχε στείλει το ματς στην παράταση. Υπάρχουν παιχνίδια-ορόσημα για την καριέρα του καθενός. Εμείς ήμασταν μια εκπληκτική παρέα. Ακόμα και τώρα που μαζευόμαστε και παίζουμε, βλέπεις την ποιότητα αυτής της ομάδας. Αυτές οι παρέες και αυτές οι σχέσεις είναι που μένουν...»

-Τι πολύτιμο θα έδινες για να έπαιζες τον τελικό με την Ισπανία;


«Δεν μπορείς να δώσεις κάτι. Όμως πραγματικά ήταν ένα ματς που όλοι θέλαμε να ξαναπαίξουμε. Όχι απαραίτητα θα το κερδίζαμε, αλλά τουλάχιστον να ήμασταν ανταγωνιστικοί. Να μην ήταν αποκαρδιωτική η εικόνα μας...»

-Είχατε αδειάσει τελείως μετά τη μεγάλη νίκη με τους Αμερικανούς;
«Ε, βέβαια. Δεν διαχειριστήκαμε καθόλου καλά το τι συνέβη εκείνες τις ημέρες. Έγινε ένα τεράστιο μπαμ από τα media, αλλά δεν το διαχειριστήκαμε καθόλου καλά. Παρά το γεγονός ότι είχαμε πλούσια εμπειρία όλοι μας. Αυτό δεν το είχαμε ξαναζήσει. Θέλεις η διαφορά ώρας που μας είχαν όλοι στα τηλέφωνα και δεν μπορούσαμε να κοιμηθούμε; Το θέλαμε πάρα πολύ να το παίξουμε, τουλάχιστον για να παρουσιαστούμε στο γήπεδο και να διεκδικήσουμε ό,τι καλύτερο. Φαντάσου να λέγαμε ότι είχαμε πάρει και ένα χρυσό στο Παγκόσμιο. Και πάλι. Να μην κοιτάμε το παρελθόν. Ό,τι έγινε-έγινε και πάλι καλά που έγινε όπως έγινε».

«Και εμείς νιώσαμε να αδικούμαστε στο ΣΕΦ, αλλά δεν φύγαμε ποτέ από το γήπεδο»

-Να περάσουμε και λίγο στο παρόν... Θεωρείς λογική την αντίδραση του Ολυμπιακού να αποχωρήσει στο ημίχρονο του ημιτελικού κυπέλλου στο ΟΑΚΑ;

«Όχι, είμαι εντελώς αντίθετος! Θα μπορούσε και άλλες φορές να το κάνει, αλλά να σου πω κάτι; Μπορεί στο παρελθόν να είχε αδικηθεί ο Ολυμπιακός, να έπαιξε και να κέρδισε. Ποιος λέει ότι αν συνέχισε να παίζει δεν θα κέρδιζε το ματς; Και εμείς το ίδιο. Πολλές φορές έχει τύχει να νιώθουμε ότι αδικούμαστε στο ΣΕΦ αλλά δεν σηκωθήκαμε να φύγουμε. Ούτε φύγαμε στην Κωνσταντινούπολη ή στο Βερολίνο όταν νιώσαμε ότι αδικούμαστε από την ΤΣΣΚΑ. Έπρεπε να τελειώσει το παιχνίδι γιατί όλο αυτό κάνει γενικότερο κακό στο μπάσκετ. Όλη η εικόνα ήταν άσχημη, πολλώ δε μάλλον από τη στιγμή που αυτά τα ματς τα βλέπει όλη η Ελλάδα και όλη η Ευρώπη. Οπότε η εικόνα μας έχει αμαυρωθεί. Ότι ήθελε να κάνει θα μπορούσε να το κάνει εκ των υστέρων με κάποιον άλλον τρόπο».

-Ο Παναθηναϊκός απέχει επτά χρόνια από τα Final 4. Είναι τελικά και θέμα budget;

«Φυσικά και είναι. Πολύ σημαντικό τι θέμα του budget. Υπάρχουν ομάδες που δίνουν τα τριπλάσια από τον Παναθηναϊκό και ψωνίζουν από το πολύ ψηλό ράφι. Επίσης έχουν τη δυνατότητα να κρατούν έναν κορμό για πολλά χρόνια ενώ αν ψωνίζεις πιο φθηνά, είναι λογικό οι παίκτες να κοιτάζουν δεξιά και αριστερά για καλύτερα χρήματα. Οπότε αναγκαστικά υπάρχει διαφορετικό ρόστερ που είναι δύσκολο να φτιαχτεί. Καλώς ή κακώς οι απαιτήσεις σε αυτήν την ομάδα είναι πάρα πολύ υψηλές. Οπότε και η πίεση στους προπονητές είναι πολύ μεγάλη. Εμείς αυτά τα βλέπουμε απ' έξω, δεν είμαστε μέσα στα αποδυτήρια για να ξέρουμε τι γίνεται. Για μένα το σημαντικό είναι ο ελληνικός κορμός, ο οποίος έφερε και τις πολλές επιτυχίες στην ομάδα τα προηγούμενα χρόνια. Ο Έλληνας πονάει πολύ περισσότερο τη φανέλα από έναν ξένο μισθοφόρο που θα έρθει. Ο Παναθηναϊκός το κάνει τώρα και έχει αρχίσει να φτιάχνει τον ελληνικό του κορμό. Μην ξεχνάμε ότι υπήρχε και το παράδειγμα του Ολυμπιακού με τους Έλληνες. Θέλει υπομονή... Τα χρήματα των περασμένων χρόνων δεν υπάρχουν πια και ίσως θα έπρεπε να χαμηλώσουμε τον πήχη. Να είμαστε στις πέντε-έξι ομάδες και βλέπουμε για Final 4».

-Εσύ μετά το τέλος της καριέρας του αοφοσιώθηκες με την προπονητικη και δη με τα μικρά παιδιά. Θέλεις κάποια στιγμή να κάνεις το βήμα και να βρεθείς στον πάγκο κάποιας ομάδας ξεκινώντας μια νέα καριέρα;

«Όχι, δεν θα το ήθελα ακόμα. Για το μέλλον αφήνω παράθυρο γιατί ποτέ δεν πρέπει να λες ποτέ για τίποτα. Νιώθω ότι ο χώρος του προπονητή στην Ελλάδα δεν είναι υγιής. Γίνονται πολλά και δεν θα ήθελα να μπω σε αυτή τη διαδικασία. Από εκεί και πέρα αυτό που κάνω αυτή τη στιγμή με γεμίζει. Είναι ένα κενό που υπάρχει στο ελληνικό μπάσκετ, αφού έχουν χαθεί τα βασικά στοιχεία σε έναν μπασκετμπολίστα. Βλέπουμε παιδιά τα οποία ξέρουν να εκτελούν ένα σύστημα, αλλά δεν ξέρουν να κάνουν τα βασικά τα οποία θα τους κρατήσουν σε όλη τους την καριέρα. Έτσι μεγάλωσα και έμαθα να παίζω μπάσκετ. Κάνοντας επαναλήψεις στα πιο βαρετά πράγματα που μπορείς να φανταστείς. Δεν είναι τυχαίο που ο Πιτίνο τους κάνει αυτά! Δεν ξέρουν τα βασικά; Κι όμως. Κάποιοι ίσως να μην τα κάνουν καλά... Μου αρέσει που ασχολούμαι με παιδιά, αλλά και με επαγγελματίες».

-Πιστεύεις ότι εσύ και τα υπόλοιπα παιδιά της χρυσής γενιάς, θα έπρεπε να ήσασταν σε κάποιο διοικητικό πόστο του ελληνικού μπάσκετ; Τι θα έκανες να άλλαζες την κατάσταση γιατί σε βλέπουμε να τοποθετείσαι στα social media αναμφορικά με τα όσα συμβαίνουν...

«Δεν μπορώ να επεκταθώ σε αυτό. Προφανώς και φέρουμε γνώμη γιατί φτάνει ο κόμπος στο χτένι και κάτι πρέπει να πούμε και εμείς ή το βγάζεις εκείνη τη στιγμή. Έχουν αυτό το θετικό τα social media. Από εκει και πέρα να μπεις σε μια διοίκηση, δεν ειναι απλά τα πράγματα. Συμβαίνουν πολλά πίσω από τις κουρτίνες τα οποία δεν γνωρίζετε, ενώ από τα λίγα που γνωρίζουμε εμείς, είναι αποτρεπτικά. Ούτε να χαλάσουμε τη ζαχαρένια μας και τη ζωή μας θέλουμε, ούτε και να τρέχουμε όλη μέρα για να μπαλώνουμε τρύπες. Αν παρουσιαστεί μια ευκαιρία και έρθει και κάποιος και μας πει 'ελάτε να συνεργαστούμε σιγά-σιγά' και να γίνει σταδιακά μια αφομοίωση, μπορεί και να το σκεφτόμασταν. Υπό τις κατάλληλες συνθήκες φυσικά. Επειδή μιλάω με πολλά παιδιά, κάποιοι θα το συζητούσαν. Όμως έτσι; Να πάμε μόνοι μας; Να κάνουμε πραξικόπημα; Δεν έχει έρθει κάποιος να μας πει 'ελάτε εδώ'. Καθένας έχει βολευτεί, έχει τη θεσούλα του, μήνας μπαίνει και μήνας βγαίνει...»


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Παρακαλούμε τα σχόλια να είναι σύντομα και να χρησιμοποιείτε nickname για τη διευκόλυνση του διαλόγου

ΔΗΜΟΦΙΛΕΙΣ ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ