Γιάννης Τσιαμήτρος: «Μακεδονικό Ζήτημα»* και Ρίζες του «Μακεδονισμού»

*(σ.σ. το εν λόγω Ζήτημα έχει κλείσει οριστικά de facto και de jure με τις συμφωνίες του Λονδίνου στις 17/30 Μαΐου του 1913 και Βουκουρεστίου στις 28 Ιουλίου/10 Αυγούστου 1913, με τις οποίες τερματίστηκαν οι Βαλκανικοί πόλεμοι).
Θεωρώντας στέρεη την ιστορική γνώση και την επιστημονικότητα του ιστορικού Κωνσταντίνου Βακαλόπουλου, στο παρόν σημείωμά μου (σε δυο συνέχειες) κάνω μια προσεκτική σκιαγράφηση των όσων αυτός γράφει στο βιβλίο του με τίτλο «Το Μακεδονικό Ζήτημα» (αναπαραγωγή, το 2018 για την εφημερίδα «Τα Νέα», της έκδοσης του «Παρατηρητή» του 1993).

Βακαλόπουλος Απ. Κωνσταντίνος
Διαβάζοντας κανείς αυτό το βιβλίο, αντιλαμβάνεται τη περιπλοκότητα του «Μακεδονικού Ζητήματος», τον υψηλό φόρο αίματος του ελληνισμού, ο οποίος, βρισκόμενος συνέχεια σε αμυντική κατάσταση, είχε να αντιμετωπίσει Τούρκους, Σέρβους, Ρουμάνους και κυρίως Βουλγάρους. Θεωρώ ότι οι ρίζες του «Μακεδονισμού» - υποστηριζόμενος εμμέσως πλην σαφώς από τους Βουλγάρους - εντοπίζονται στην εξέλιξη του «Μακεδονικού Ζητήματος» ακόμα από τα μέσα και τέλη του 19ου αιώνα. Στις μέρες μας αυτός ο «Μακεδονισμός» έχει περάσει - μεταλλαγμένος - στα χέρια των Σκοπιανών, οι οποίοι καπηλεύονται την ιστορία και το ελληνικό όνομα Μακεδονία.

Αλλά ας έλθουμε στο βιβλίο:
Η ελληνική πολιτική πλευρά χαρακτηρίζεται από ασάφεια την εποχή που αρχίζει να δημιουργείται το «Μακεδονικό Ζήτημα» (τέλη 19ου αιώνα). Και αυτό λόγω οικονομικών προβλημάτων, της στάσης των ευρωπαϊκών δυνάμεων και του άκρατου εθνικισμού των βαλκανικών λαών. Επίσης, αρκετοί μητροπολίτες του μακεδονικού χώρου δεν ανταποκρίνονταν στο ύψος των κρίσιμων εθνικών περιστάσεων (χαλαρή και ενδοτική στάση). Εδώ πρέπει να αναφερθεί ότι υπήρχε διαμάχη μεταξύ του Πατριαρχείου και της επίσημης ελληνικής πολιτικής, γιατί το Πατριαρχείο είχε μια πανορθόδοξη οικουμενική πολιτική (Έλληνες, Σέρβοι, Ρώσοι).

Πάντως, η ελληνική πολιτική το πάλευε προς την ενίσχυση της ελληνικής παιδείας, της ελληνικής εκκλησίας κλπ. Όμως, ο ελληνισμός στη Μακεδονία είχε προβλήματα, ιδιαίτερα οικονομικά και ανταγωνιστικά, έναντι κυρίως του βουλγαρικού εθνικισμού.

Η τουρκική πολιτική σε γενικές γραμμές ήταν ανθελληνική, φιλοβουλγαρική και φιλορουμανική, παρά το γεγονός ότι φαινομενικά ισχυριζόταν ότι υποστήριζε την ειρηνική συνύπαρξη του χριστιανικού πληθυσμού της Μακεδονίας. Η δε τουρκική αντίδραση στη διείσδυση αντάρτικων βουλγαρικών σωμάτων στο μακεδονικό χώρο ήταν σχετικά χλιαρή, μέχρι απούσα.

Η βουλγαρική Εξαρχία την εποχή αυτή (τέλη του 19ου αιώνα) διαδραματίζει πρωταρχικό ρόλο στην εξέλιξη του πανσλαβικού κινήματος στη Μακεδονία. Οι ενέργειες της εθνικής βουλγαρικής κίνησης μετά το συνέδριο του Βερολίνου είναι πολλαπλές έτσι ώστε να διαβρώσουν τον τουρκοκρατούμενο Μακεδονικό χώρο. Η κίνηση αυτή βοηθήθηκε τόσο από τα αλληλοσυγκρουόμενα ευρωπαϊκά συμφέροντα όσο και από τη ρωσική πολιτική (πασλαβισμός).


Απόστολος Μαργαρίτης
Επίσης, η Αυστρία και η Αγγλία την εποχή αυτή (τελευταίο τέταρτο του 19ου αιώνα) τήρησαν ανθελληνική και φιλοτουρκική στάση, ενώ οι Γάλλοι είχαν στραμμένη τη προσοχή τους στην ενίσχυση του καθολικισμού (ουνία, λαζαριστές) και έβλεπαν με συμπάθεια τη κίνηση του ρουμανόφιλου Απόστολου Μαργαρίτη, γιατί απλά ήλπιζαν στην προσέλευση των ρουμανιζόντων στον καθολικισμό. Αυτά, όμως, δεν κατάφεραν να ξεριζώσουν την ελληνική συνείδηση του βλαχόφωνου πληθυσμού, ιδιαίτερα της βορειοδυτικής Μακεδονίας.

Η έκδοση του φιρμανιού της Εξαρχίας στις 10 Μαρτίου του 1870 επισημοποίησε και τυπικά την κύρια διαμόρφωση του «Μακεδονικού Ζητήματος». Μάλιστα το δέκατο του άρθρο υπήρξε η πιο επίμαχη διάταξη, η οποία υποδαύλιζε την ένταση των εθνικών ανταγωνισμών, γιατί προέβλεπε την επέκταση της δικαιοδοσίας του Βουλγάρου εξάρχου σε περιοχές της οθωμανικής επικράτειας. Έτσι, η πανορθόδοξη σύνοδος το 1972 κήρυξε σχισματική τη Βουλγαρική Εξαρχία και επήλθε το σχίσμα στην Ανατολική Ορθόδοξη Εκκλησία.

Χάρτης της Βουλγαρίας
με τη Συνθήκη του Αγίου Στεφάνου (1878)
Οι Έλληνες της Μακεδονίας και της Θράκης, διατρανώνοντας την ελληνική τους συνείδηση, διαμαρτυρήθηκαν έντονα προς όλες τις κατευθύνσεις κατά της Συνθήκης Ειρήνης του Αγίου Στεφάνου (1878), με την οποία δόθηκε ένα μεγάλο μέρος της Μακεδονίας και της Θράκης στους Βούλγαρους (Μεγάλη Βουλγαρία). 

Οι συνομολογήσαντες τη συνθήκη του
 Αγίου Στεφάνου, από αριστερά
Σαντουλάχ πασάς, Σαφβέτ Πασάς,
Νικολάι Ιγνάτιεφ που υπογράφει
και ο βοηθός διπλωμάτης Νεντίλοφ
Συγκεκριμένα ο Έλληνας Πρόξενος του Μοναστηρίου Πέτρος Λογοθέτης διαμαρτύρεται με σχετική επιστολή. Μάλιστα επισυνάπτει επιστολή (15.3.1878) της Ελληνικής Κοινότητας του Μοναστηρίου (Μπίτολα), η οποία γράφει μεταξύ πολλών τα εξής: «…διαμαρτυρόμεθα εναντίον της υπαγωγής της πατρίδος ημών Μακεδονίας ή της επαρχίας ημών, τόπου όλως Ελληνικού ιστορικώς…». Επίσης, εσωκλείει και έγγραφη διαμαρτυρία (12.3.1878) του Φιλεκπαιδευτικού Συλλόγου της Στρώμνιτσας, που λέει-ανάμεσα στα υπόλοιπα-: «…Ημείς οι κάτοικοι της Στρουμνίτσης δεν θέλομεν να υπαχθώμεν υφ’ οιονδήποτε σλαβικόν ζυγόν, διότι είμεθα και θέλομεν να είμεθα Μακεδόνες και σταθερό μέλος της μεγάλης Ελληνικής οικογένειας…».

Ευτυχώς με το συνέδριο του Βερολίνου τον Ιούλιο του ίδιου έτους, οι ελληνικές θέσεις γίνονται γνωστές και αποφασίστηκε ο δραστικός περιορισμός των βουλγαρικών εδαφών και η ίδρυση της αυτόνομης Ανατολικής Ρωμυλίας.

Η εδαφική σύμπτωση των εθνικών βλέψεων των Ελλήνων, Σέρβων και Βουλγάρων δημιούργησε μεγάλη αναταραχή στη Μακεδονία και προκάλεσε αναμφισβήτητα το σκληρό ανταγωνισμό των Βαλκανικών δυνάμεων.

Είναι γεγονός ότι οι δράσεις των βουλγάρικων αντάρτικων σωμάτων και των εξαρχικών (θρησκεία-δεν έλειπαν και οι ουνιτικοί) και οι προσπάθειες ίδρυσης βουλγάρικων σχολείων στο μακεδονικό χώρο του Οθωμανικού κράτους ήταν πιο έντονες και βίαιες στις τελευταίες δεκαετίες του 19ου αιώνα, σε σύγκριση με τα άλλα έθνη (Έλληνες, Σέρβοι, Ρουμάνοι). Μάλιστα οι Βούλγαροι ήταν οι πρώτοι που έδρασαν. Δεν έλειπαν, βέβαια, και οι προσπάθειες ίδρυσης ρουμανικών σχολείων (οι ρουμανίζοντες συνέπλεαν με τους εξαρχικούς).

Βέλγος Emile de Laveley
Ο ευρωπαϊκός τύπος (μέσω του βέλγου δημοσιολόγου Emile de Laveley κ.ά.) επηρέαζε την ευρωπαϊκή κοινή γνώμη, δίνοντας πλαστά στοιχεία σχετικά με την εθνολογική σύνθεση του μακεδονικού χώρου, με υπεροχή του βουλγαρικού στοιχείου έναντι του ελληνικού. Για αυτό το λόγο οι ελληνικές κοινότητες και ο έλληνας πρόξενος της Θεσσαλονίκης αντέδρασαν με πολλαπλές έντυπες διαμαρτυρίες και πορείες (1884 & 1885), καθώς και για την τήρηση της Συνθήκης του Βερολίνου (με την οποία συρρικνώνεται η ‘μεγάλη Βουλγαρία’ της Συνθήκης του Αγίου Στεφάνου του ίδιου έτους). Μέσα σε αυτές τις διαμαρτυρίες καταφαίνεται πεντακάθαρα να εκφράζεται το αίσθημα αδικίας, την οποία οι Μεγάλες Δυνάμεις έδειχναν να ασκούν στους Έλληνες προς όφελος των Βουλγάρων.

Παρά το ανησυχητικό αυτό κλίμα, εκείνο που ήταν ενθαρρυντικό ήταν η ελληνική εκπαιδευτική ανάπτυξη στη Μακεδονία, η οποία ενισχύθηκε από το ελληνικό κράτος, τους απόδημους και τους ελληνικούς συλλόγους. Ιδιαίτερα ο ‘Φιλολογικός Σύλλογος Κωνσταντινουπόλεως’ (1861) και ο ‘Σύλλογος προς διάδοσιν των Ελληνικών Γραμμάτων’ (1869) συντέλεσαν στη διάδοση της ελληνικής παιδείας και συνέβαλλαν ουσιαστικά στην εθνική αφύπνιση του υπόδουλου ελληνισμού και στην ιδεολογική προετοιμασία του Μακεδονικού Αγώνα. Ο αξιόλογος αριθμός σχολείων και μαθητών όχι μόνο υπερείχε σημαντικά των αντίστοιχων βουλγαρικών, ρουμανικών κ.ά, αλλά αντικατόπτριζε κυρίως την πληθυσμιακή υπεροχή του ελληνισμού ολόκληρης της Μακεδονίας στα τέλη του 19ου αιώνα.

Αναστάσιος Πηχεών
Μετά το 1885 το «Μακεδονικό Ζήτημα» μπήκε σε νέα φάση με περισσότερο όξυνση σε ολόκληρο το βαλκανικό χώρο, η δε προσάρτηση της Ανατολικής Ρωμυλίας στη Βουλγαρία (‘αναίμακτο πραξικόπημα’ των Βουλγάρων) έφερε καίριο πλήγμα στην επίσημη ελληνική πολιτική. Σημαντική αφορμή ήταν η δράση του Αναστασίου Πηχεών (1880-90) στη βορειοδυτική Μακεδονία, ο οποίος πρωταγωνίστησε στην ίδρυση ελληνικών σχολείων και στο ξεσήκωμα των εκεί Ελλήνων εναντίον των Τούρκων (μετείχε στην μυστική οργάνωση ‘Νέα Φιλική Εταιρεία’).

Η ρήξη Πατριαρχείου-ελληνικών κυβερνήσεων και η ταυτόχρονη οικονομική και πολιτική αστάθεια του ελληνικού κράτους, σε συνδυασμό με την ευχέρεια δράσης των εξαρχικών, παρέλυσαν την οικονομική δύναμη, την αυτονομία και την αυτοδιοίκηση των ελληνικών κοινοτήτων της Μακεδονίας. Με τη σταδιακή κατάλυση των πατριαρχικών προνομίων, οι τουρκικές αρχές και η Οθωμανική κυβέρνηση παρέμβαλαν εμπόδια στην ομαλή λειτουργία των ελληνικών σχολείων. Κανένα σχολείο δεν θα ιδρυόταν στο εξής χωρίς την έγκριση της Πύλης.

Αντίθετα ο βουλγαρικός παράγοντας πέτυχε μετά το 1885 να αυξήσει σημαντικά τη δραστηριότητά του, ιδιαίτερα στην εκπαίδευση και στην εκκλησία (εξαρχία), όχι μόνο στο μακεδονικό χώρο αλλά και γενικότερα στον οθωμανικό χώρο. Απώτερος σκοπός της βουλγαρικής κίνησης υπήρξε μόνιμα η καλλιέργεια βουλγαρικής εθνικής συνείδησης ανάμεσα στους σλαβόφωνους πληθυσμούς της Μακεδονίας και η δημιουργία ισχυρών βουλγαρικών κοινοτήτων.

Βέβαια, το Πατριαρχείο διαμαρτυρήθηκε έντονα για την κατάλυση των προνομίων του εκ μέρους της Πύλης και ποτέ δεν έπαυσε να αμύνεται για τα συμφέροντα του ελληνισμού. Όμως, στα πλαίσια της παγκοσμιότητας της οικουμενικής του πολιτικής υποχώρησε στα σερβικά (και ρωσικά) αιτήματα και, παρά την έντονη αντίδραση της επίσημης ελληνικής πολιτικής, επέτρεψε τη χρήση της σλαβικής γλώσσας στους ναούς, όχι μόνο στη βόρειο ζώνη, αλλά και στη μεσαία ζώνη του μακεδονικού χώρου. Ωστόσο, είχε ως σκοπό την ανάσχεση της βουλγαρικής εξαρχικής επικράτησης.

Αναμφισβήτητα το σπουδαιότερο γεγονός κοντά στα 1890 ήταν ο διορισμός βουλγάρων επισκόπων στην Αχρίδα και στα Σκόπια, καθώς και η βεζιρική διαταγή έκδοσης αδειών ίδρυσης βουλγαρικών σχολείων στη Μακεδονία (1893). Όλα αυτά συνετέλεσαν στην οριστική επικράτηση της βουλγαρικής κίνησης στο βόρειο μακεδονικό χώρο και στην ισχυρή ανάμειξή της στο μεσαίο αντίστοιχο χώρο. Επίσης, δεν είναι αμελητέα και η σερβική κίνηση στη Μακεδονία με την ανοχή του Πατριαρχείου (πολιτική του, που αναφέρθηκε και προηγουμένως).

(Συνεχίζεται με δεύτερο και τελευταίο σημείωμα)


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

ΔΗΜΟΦΙΛΕΙΣ ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ