Το Σάββατο 18 Ιουνίου το απόγευμα ο Σεβασμιώτατος Μητροπολίτης Βεροίας, Ναούσης και Καμπανίας χοροστάτησε στον πανηγυρικό Εσπερινό και κήρυξε το θείο λόγο στον πανηγυρίζοντα ιερό Ναό Αγίας τριάδος στο Πανόραμα Βεροίας. Διαβάστε αναλυτικά την ομιλία του Σεβασμιωτάτου: «Εἴδομεν τό φῶς τό ἀληθινόν, ἐλάβομεν Πνεῦμα ἐπουράνιον», ψάλαμε, ἀδελφοί μου, σήμερα παραμονή τῆς μεγάλης ἑορτῆς τῆς Πεντηκοστῆς. Ψάλαμε, ἐκφράζοντας τή βεβαιότητα ὅτι τό ἅγιο Πνεῦμα τοῦ ὁποίου τήν ἐπιφοίτηση ἐπί τούς ἁγίους μαθητές καί ἀποστόλους τοῦ Κυρίου ἑορτάζει αὔριο ἡ Ἐκκλησία μας εἶναι ἀληθινό φῶς ἀλλά εἶναι καί Πνεῦμα ἐπουράνιο, τό ὁποῖο δέν κατέρχεται στιγμιαῖα καί εὐκαιριακά στή γῆ, ἀλλά κατέρχεται καί ἐνοικεῖ στίς ψυχές τῶν ἀνθρώπων καί τίς ἁγιάζει.
Καί αὐτή ἡ βεβαιότητα τήν ὁποία ἐκφράσαμε καί ἐμεῖς μαζί μέ τόν ἱερό ὑμνογράφο ἑδράζεται στήν ἐμπειρία τῆς πίστεως καί τῆς Ἐκκλησίας μας εἴκοσι αἰῶνες τώρα. Διότι ἀπό τήν ἡμέρα τῆς Πεντηκοστῆς, ἀπό τήν ἡμέρα κατά τήν ὁποία ἡ ὑπόσχεση τοῦ Χριστοῦ πρός τούς μαθητές του ὅτι θά στείλει τόν Παράκλητο γιά νά τούς διδάξει ὅσα δέν ἦσαν ἕτοιμοι νά μάθουν καί νά κατανοήσουν στά τρία χρόνια τῆς μαθητείας τους πλησίον του, καί ὅτι ὁ Παράκλητος, τό Πνεῦμα τῆς ἀληθείας, θά μείνει γιά νά τούς ὁδηγεῖ «εἰς πᾶσαν τήν ἀλήθειαν», ἡ Ἐκκλησία μας ζεῖ μέσα στήν παρουσία τοῦ Παναγίου Πνεύματος. Αὐτό συγκροτεῖ τόν θεσμό της, παρότι πολλοί ἦταν ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι μέ τίς ψευδεῖς διδασκαλίες τους καί μέ τόν ἐγωισμό τους, ἐπιδίωξαν νά τήν διασπάσουν καί νά τήν διαλύσουν. Πολλοί ἦταν ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι θέλησαν νά τήν ἐξαφανίσουν ἀπό τόν κόσμο, ὥστε νά μήν ἀποτελεῖ καταφύγιο τῶν ἀνθρώπων καί ἐχέγγυο τῆς σωτηρίας μας, ἀλλά καί πολλοί ἦταν ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι προσπάθησαν νά τήν συκοφαντήσουν καί τήν διασύρουν. Ὅμως ὅλοι αὐτοί δέν κατόρθωσαν τίποτε. Χάθηκαν καί ἐξαφανίσθηκαν οἱ ἴδιοι, ἀλλά ἡ Ἐκκλησία παραμένει καί διακονεῖ τό ἔργο τῆς σωτηρίας, γιατί ἀποτελεῖ σκηνή καί κατοικητήριο τοῦ Παναγίου Πνεύματος.
Ζεῖ ἡ Ἐκκλησία μας μέσα στήν παρουσία τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, γι᾽ αὐτό καί παρότι πολλές φορές στή διάρκεια τῆς ἱστορίας βρέθηκε μέσα σέ σκοτεινές καί ζοφερές συνθῆκες δέν ἔπαυσε νά ἀκτινοβολεῖ τό ἀληθινό φῶς, δέν ἔπαυσε νά κρατᾶ ἀναμμένη τή λυχνία καί νά φωτίζει τόν δρόμο τῶν ἀνθρώπων πρός τόν Θεό.
Ζεῖ ἡ Ἐκκλησία μας τήν παρουσία τοῦ ἁγίου Πνεύματος καί γι᾽ αὐτό ποτέ δέν ἔπαυσε νά ἀναδεικνύει ἁγίους καί ὁσίους, ἱεράρχες καί πατέρες πνευματοφόρους, διότι ἡ ἀρετή καί ἡ ἁγιότητα δέν εἶναι κάτι πού μπορεῖ νά ἐπιτύχει ὁ ἄνθρωπος μόνος του, δέν εἶναι κάτι πού μπορεῖ νά ἐπιτύχει χωρίς τή χάρη τοῦ ἁγίου Πνεύματος, τοῦ ὁποίου καρπός εἶναι οἱ ἀρετές καί τό ὁποῖο μέ τήν παρουσία του ἀλλοιώνει τίς ψυχές τῶν πιστῶν στίς ὁποῖες κατοικεῖ «τήν καλήν ἀλλοίωσιν» καί τίς καθιστᾶ ἐμψύχους ναούς τοῦ Θεοῦ.
Ζεῖ ἡ Ἐκκλησία μας τήν παρουσία τοῦ ἁγίου Πνεύματος, γιατί τό ἅγιο Πνεῦμα εἶναι αὐτό διά τοῦ ὁποίου τελοῦνται τά μυστήρια τῆς Ἐκκλησίας μας καί μεταδίδεται ἡ θεία Χάρη, ἀλλά καί δι᾽ αὐτοῦ θαυματουργοῦν τά ἱερά λείψανα τῶν ἁγίων καί οἱ ἱερές εἰκόνες τους.
Ὅλα αὐτά, ἀδελφοί μου, ἀποτελοῦν ἀπόδειξη τῆς παρουσίας τοῦ Παναγίου Πνεύματος. Ὅλα αὐτά εἶναι πού μᾶς ὁδηγοῦν στήν ὁμολογία ὅτι «εἴδομεν φῶς ἀληθινόν, ἐλάβομεν Πνεῦμα ἐπουράνιον», ὄχι μόνο σήμερα, ἀλλά στό τέλος κάθε θείας Λειτουργίας.
Ὅμως, ἀδελφοί μου, δέν ἀρκεῖ μόνο νά ὁμολογοῦμε τήν παρουσία τοῦ ἁγίου Πνεύματος στή ζωή τῆς Ἐκκλησίας, πρέπει νά τήν αἰσθανόμαστε καί νά τή ζοῦμε ὁ καθένας μας στή δική του ψυχή καί στή δική του ζωή.
Καί γιά νά τήν αἰσθανόμαστε στήν ψυχή μας πρέπει πρωτίστως νά ἀνοίγουμε τήν ψυχή μας καί νά δεχόμαστε τό ἅγιο Πνεῦμα. Διότι τό ἅγιο Πνεῦμα δέν εἰσέρχεται οὔτε αὐτόκλητο οὔτε διά τῆς βίας στήν ψυχή τοῦ ἀνθρώπου. Εἰσέρχεται διά τῶν ἱερῶν μυστηρίων καί τῶν ἁγιαστικῶν πράξεων τῆς Ἐκκλησίας μας. Εἰσέρχεται, ὅταν μετέχουμε σ᾽ αὐτά ἐνεργά, συνειδητά. Ὅταν ἐπιδιώκουμε νά ζοῦμε τή λειτουργική καί μυστηριακή ζωή τῆς Ἐκκλησίας μας.
Τό ἅγιο Πνεῦμα ἔρχεται στήν ψυχή μας, ὅταν τό παρακαλοῦμε καί τοῦ ζητοῦμε νά ἔρθει, ὅταν ἐπαναλαμβάνουμε μέ θέρμη τό αἴτημα «ἐλθέ καί σκήνωσον ἐν ἡμῖν», ἀλλά καί ὅταν βλέπει ὅτι κάνουμε ὅ,τι μποροῦμε γιά νά παραμείνει στήν ψυχή μας. Καί αὐτό πού χρειάζεται εἶναι νά φροντίζουμε νά διατηροῦμε τήν ψυχή μας καθαρή ἀπό τούς ρύπους τῆς ἁμαρτίας, ὥστε νά παραμένει τό ἅγιο Πνεῦμα καί νά τήν ἁγιάζει καί νά τή φωτίζει.
Ἀδελφοί μου, ἡ αὐριανή ἑορτή τῆς ἐπιφοιτήσεως τοῦ ἁγίου Πνεύματος ἄς ἀποτελέσει γιά ὅλους μας μία εὐκαιρία νά ἀνανεώσουμε τή σχέση μας μέ τό ἅγιο Πνεῦμα. Ἄς ἀποτελέσει μία εὐκαιρία γιά νά συνειδητοποιήσουμε πόσο μεγάλη ἀνάγκη τό ἔχουμε καί πόσο μεγάλη εὐλογία εἶναι νά κατοικεῖ στήν ψυχή μας, ὥστε καθημερινά νά προσευχόμαστε σ᾽ Αὐτό γιά νά μποροῦμε καί νά ὁμολογοῦμε: «εἴδομεν φῶς ἀληθινόν, ἐλάβομεν Πνεῦμα ἐπουράνιον».
Καί αὐτή ἡ βεβαιότητα τήν ὁποία ἐκφράσαμε καί ἐμεῖς μαζί μέ τόν ἱερό ὑμνογράφο ἑδράζεται στήν ἐμπειρία τῆς πίστεως καί τῆς Ἐκκλησίας μας εἴκοσι αἰῶνες τώρα. Διότι ἀπό τήν ἡμέρα τῆς Πεντηκοστῆς, ἀπό τήν ἡμέρα κατά τήν ὁποία ἡ ὑπόσχεση τοῦ Χριστοῦ πρός τούς μαθητές του ὅτι θά στείλει τόν Παράκλητο γιά νά τούς διδάξει ὅσα δέν ἦσαν ἕτοιμοι νά μάθουν καί νά κατανοήσουν στά τρία χρόνια τῆς μαθητείας τους πλησίον του, καί ὅτι ὁ Παράκλητος, τό Πνεῦμα τῆς ἀληθείας, θά μείνει γιά νά τούς ὁδηγεῖ «εἰς πᾶσαν τήν ἀλήθειαν», ἡ Ἐκκλησία μας ζεῖ μέσα στήν παρουσία τοῦ Παναγίου Πνεύματος. Αὐτό συγκροτεῖ τόν θεσμό της, παρότι πολλοί ἦταν ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι μέ τίς ψευδεῖς διδασκαλίες τους καί μέ τόν ἐγωισμό τους, ἐπιδίωξαν νά τήν διασπάσουν καί νά τήν διαλύσουν. Πολλοί ἦταν ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι θέλησαν νά τήν ἐξαφανίσουν ἀπό τόν κόσμο, ὥστε νά μήν ἀποτελεῖ καταφύγιο τῶν ἀνθρώπων καί ἐχέγγυο τῆς σωτηρίας μας, ἀλλά καί πολλοί ἦταν ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι προσπάθησαν νά τήν συκοφαντήσουν καί τήν διασύρουν. Ὅμως ὅλοι αὐτοί δέν κατόρθωσαν τίποτε. Χάθηκαν καί ἐξαφανίσθηκαν οἱ ἴδιοι, ἀλλά ἡ Ἐκκλησία παραμένει καί διακονεῖ τό ἔργο τῆς σωτηρίας, γιατί ἀποτελεῖ σκηνή καί κατοικητήριο τοῦ Παναγίου Πνεύματος.
Ζεῖ ἡ Ἐκκλησία μας μέσα στήν παρουσία τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, γι᾽ αὐτό καί παρότι πολλές φορές στή διάρκεια τῆς ἱστορίας βρέθηκε μέσα σέ σκοτεινές καί ζοφερές συνθῆκες δέν ἔπαυσε νά ἀκτινοβολεῖ τό ἀληθινό φῶς, δέν ἔπαυσε νά κρατᾶ ἀναμμένη τή λυχνία καί νά φωτίζει τόν δρόμο τῶν ἀνθρώπων πρός τόν Θεό.
Ζεῖ ἡ Ἐκκλησία μας τήν παρουσία τοῦ ἁγίου Πνεύματος καί γι᾽ αὐτό ποτέ δέν ἔπαυσε νά ἀναδεικνύει ἁγίους καί ὁσίους, ἱεράρχες καί πατέρες πνευματοφόρους, διότι ἡ ἀρετή καί ἡ ἁγιότητα δέν εἶναι κάτι πού μπορεῖ νά ἐπιτύχει ὁ ἄνθρωπος μόνος του, δέν εἶναι κάτι πού μπορεῖ νά ἐπιτύχει χωρίς τή χάρη τοῦ ἁγίου Πνεύματος, τοῦ ὁποίου καρπός εἶναι οἱ ἀρετές καί τό ὁποῖο μέ τήν παρουσία του ἀλλοιώνει τίς ψυχές τῶν πιστῶν στίς ὁποῖες κατοικεῖ «τήν καλήν ἀλλοίωσιν» καί τίς καθιστᾶ ἐμψύχους ναούς τοῦ Θεοῦ.
Ζεῖ ἡ Ἐκκλησία μας τήν παρουσία τοῦ ἁγίου Πνεύματος, γιατί τό ἅγιο Πνεῦμα εἶναι αὐτό διά τοῦ ὁποίου τελοῦνται τά μυστήρια τῆς Ἐκκλησίας μας καί μεταδίδεται ἡ θεία Χάρη, ἀλλά καί δι᾽ αὐτοῦ θαυματουργοῦν τά ἱερά λείψανα τῶν ἁγίων καί οἱ ἱερές εἰκόνες τους.
Ὅλα αὐτά, ἀδελφοί μου, ἀποτελοῦν ἀπόδειξη τῆς παρουσίας τοῦ Παναγίου Πνεύματος. Ὅλα αὐτά εἶναι πού μᾶς ὁδηγοῦν στήν ὁμολογία ὅτι «εἴδομεν φῶς ἀληθινόν, ἐλάβομεν Πνεῦμα ἐπουράνιον», ὄχι μόνο σήμερα, ἀλλά στό τέλος κάθε θείας Λειτουργίας.
Ὅμως, ἀδελφοί μου, δέν ἀρκεῖ μόνο νά ὁμολογοῦμε τήν παρουσία τοῦ ἁγίου Πνεύματος στή ζωή τῆς Ἐκκλησίας, πρέπει νά τήν αἰσθανόμαστε καί νά τή ζοῦμε ὁ καθένας μας στή δική του ψυχή καί στή δική του ζωή.
Καί γιά νά τήν αἰσθανόμαστε στήν ψυχή μας πρέπει πρωτίστως νά ἀνοίγουμε τήν ψυχή μας καί νά δεχόμαστε τό ἅγιο Πνεῦμα. Διότι τό ἅγιο Πνεῦμα δέν εἰσέρχεται οὔτε αὐτόκλητο οὔτε διά τῆς βίας στήν ψυχή τοῦ ἀνθρώπου. Εἰσέρχεται διά τῶν ἱερῶν μυστηρίων καί τῶν ἁγιαστικῶν πράξεων τῆς Ἐκκλησίας μας. Εἰσέρχεται, ὅταν μετέχουμε σ᾽ αὐτά ἐνεργά, συνειδητά. Ὅταν ἐπιδιώκουμε νά ζοῦμε τή λειτουργική καί μυστηριακή ζωή τῆς Ἐκκλησίας μας.
Τό ἅγιο Πνεῦμα ἔρχεται στήν ψυχή μας, ὅταν τό παρακαλοῦμε καί τοῦ ζητοῦμε νά ἔρθει, ὅταν ἐπαναλαμβάνουμε μέ θέρμη τό αἴτημα «ἐλθέ καί σκήνωσον ἐν ἡμῖν», ἀλλά καί ὅταν βλέπει ὅτι κάνουμε ὅ,τι μποροῦμε γιά νά παραμείνει στήν ψυχή μας. Καί αὐτό πού χρειάζεται εἶναι νά φροντίζουμε νά διατηροῦμε τήν ψυχή μας καθαρή ἀπό τούς ρύπους τῆς ἁμαρτίας, ὥστε νά παραμένει τό ἅγιο Πνεῦμα καί νά τήν ἁγιάζει καί νά τή φωτίζει.
Ἀδελφοί μου, ἡ αὐριανή ἑορτή τῆς ἐπιφοιτήσεως τοῦ ἁγίου Πνεύματος ἄς ἀποτελέσει γιά ὅλους μας μία εὐκαιρία νά ἀνανεώσουμε τή σχέση μας μέ τό ἅγιο Πνεῦμα. Ἄς ἀποτελέσει μία εὐκαιρία γιά νά συνειδητοποιήσουμε πόσο μεγάλη ἀνάγκη τό ἔχουμε καί πόσο μεγάλη εὐλογία εἶναι νά κατοικεῖ στήν ψυχή μας, ὥστε καθημερινά νά προσευχόμαστε σ᾽ Αὐτό γιά νά μποροῦμε καί νά ὁμολογοῦμε: «εἴδομεν φῶς ἀληθινόν, ἐλάβομεν Πνεῦμα ἐπουράνιον».



