Μανόλης Ανδρόνικος: O άνθρωπος πίσω από τις ανασκαφές της Βεργίνας

Ο Μανόλης Ανδρόνικος υπήρξε ένας από τους σημαντικότερους αρχαιολόγους της Ελλάδας. Η ανακάλυψη του τάφου του Μακεδόνα βασιλιά Φίλιππου Β’ ήταν μία από τις σπουδαιότερες αρχαιολογικές ανακαλύψεις σε παγκόσμιο επίπεδο. Όλη του τη ζωή έζησε στη Θεσσαλονίκη, την πόλη που αγάπησε πολύ, και
εκτός από τις ανασκαφές άφησε πίσω του και σημαντικό συγγραφικό έργο. Ο ίδιος έγραφε το όνομά του με «ο» αποτελώντας εξαίρεση εκείνη την εποχή, αφού το όνομα Μανόλης γραφόταν με «ω».

Σήμερα, 26 χρόνια μετά τον θάνατό του, η ανακάλυψη του τάφου του Φίλιππου Β’ παραμένει ανεκτίμητη για την παγκόσμια ιστορία. Και όπως έγραψε και ο Βρετανός ιστορικός Νίκολας Χάμοντ αναφερόμενος στο έργο του Ανδρόνικου:
«Ήταν εξαιρετικός ανασκαφέας, μελετητής και ιστορικός τέχνης της γενιάς του, που ανέτρεψε άρδην την αντίληψή μας για την αρχαία Μακεδονία σε τέτοιο βαθμό που ποτέ δεν θα υπάρξει όμοιός του».

Ακαδημαϊκή καριέρα



Ο Μανόλης Ανδρόνικος γεννήθηκε στην Προύσα της Μικράς Ασίας, στις 23 Οκτωβρίου του 1919. Ο πατέρας του και η μητέρα του κατάγονταν από τη Σάμο και την Ίμβρο, αντίστοιχα. Μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή του 1922, η οικογένεια εγκαθίσταται στη Θεσσαλονίκη και ο μικρός Μανόλης μεγαλώνει σε μία προσφυγική συνοικία της πόλης. Σε αυτήν τη φτωχική γειτονιά θα ζήσει τα μαθητικά και φοιτητικά του χρόνια, στη Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, στο τμήμα αρχαιολογίας.

Ο καθηγητής Κωνσταντίνος Ρωμαίος και μία κοπέλα χορεύτρια του κλασικού μπαλέτου, ήταν η αφορμή να ξεκινήσει η αγάπη του Ανδρόνικου για τις αρχαιολογικές ανασκαφές.

Ο ίδιος σε συνέντευξη που είχε δώσει, ανέφερε χαρακτηριστικά:

Τον πρώτο χρόνο στο πανεπιστήμιο άκουσα όλους τους καθηγητές που είχα τότε, τον Κακριδή, τον Θεοδωρακόπου­λο, τον Αποστολάκη, τον Θεοδωρίδη. Αλ­λά ανάμεσα σ’ όλους ήταν ένας παράξε­νος, θα’ λεγα δάσκαλος, ο Ρωμαίος. Ήταν κακός ομιλητής, δεν ήταν όμορφος, δεν είχε τίποτα εξωτερικά γοητευτικό. Αλλά μέσα από τη δυσκολία του λόγου του και τη μονότονη θα έλεγα διδασκαλία του, σου κάρφωνε ορισμένα πράγματα. Μας δίδασκε για τους Κούρους, κάτι που δεν το ήξερα καθόλου.
Παράλληλα, ήρθε μια άλλη περίεργη σύμπτωση: Ένας συμφοιτητής και φίλος μου, ήταν αρραβωνιασμένος με μια κοπέλα που ήταν χο­ρεύτρια κλασικού χορού. Καθώς μια μέρα μελετούσαμε με τον Γιώργο στα εκμαγεία και ήρθε να τον πάρει, μας είπε τι πόνο έχει το χέρι του γλύπτη και μας εξήγησε με το ίδιο της το κορμί τι σημαίνει χαρά, πόνος, λύπη, ενθουσιασμός. Μας τα έδειξε και στα αρχαία αγάλματα. Αυτή η περίεργη συγκυρία μ’ έκανε να βλέπω με άλλο μάτι και τα αρχαία αγάλματα και να ακούω και με άλλο αυτί τη διδασκαλία του Ρωμαίου. Ακόμη μια συγκυρία, ήταν ότι ο Ρωμαίος από την πρώτη κιόλας χρονιά με πήρε μαζί του στην ανασκαφή της Βεργίνας. Αυτό μπορώ να πω ότι σφράγισε τη ζωή μου.
Από το 1938, τότε με το δάσκαλο μου, τον Ρωμαίο, πηγαίναμε στη Βεργίνα στην ανασκαφή του ανακτόρου δύο φορές το χρόνο. Αυτές ήταν οι πρώτες αρχαιολογι­κές μου εμπειρίες, μαζί με τις εμπειρίες που είχα και από τη διδασκαλία του στο πανεπιστήμιο, αλλά και από όσα μας έλεγε στα ξενύχτια που κάναμε στο μικρό προσ­φυγικό σπίτι της Βεργίνας, όπου έμενε.
Αποφοιτά από το Πανεπιστήμιο το 1941 και διορίζεται φιλόλογος σε Γυμνάσιο, στο ακριτικό Διδυμότειχο. Κατά την διάρκεια του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, διαφεύγει στη Μέση Ανατολή και κατατάσσεται στον Ελληνικό Στρατό. Ως λοχίας του 8ου τάγματος της ΙΙ ταξιαρχίας, παίρνει μέρος σε πολεμικές επιχειρήσεις κατά του Άξονα και στέλνεται στην Παλαιστίνη, να φυλάει αιχμαλώτους.

Επιστρέφει από το μέτωπο και προσλαμβάνεται ως φιλόλογος στα εκπαιδευτήρια θηλέων της Αγλαΐας Σχοινά στη Θεσσαλονίκη. Εκεί γνώρισε τη φιλόλογο Ολυμπία Κακουλίδου, την οποία παντρεύτηκε το 1949 και έμειναν μαζί μέχρι το τέλος της ζωής του Μανόλη Ανδρόνικου.

Ο ίδιος μιλώντας για τη γυναίκα του, έλεγε: «Στη σχολή Σχοινά είχα μιαν άλλη τύχη. Γνώρισα τη γυναίκα μου. την Όλια, η οποία μου παραστάθηκε πάρα πολύ σε όλη την ανασκαφική προσπάθεια, γιατί μοιράστηκε μαζί μου τις ταλαιπωρίες. τουλάχιστον τις ταλαιπωρίες των πρώτων χρόνων που ήταν πολύ μεγάλες. Υπάρχει και μια ακόμα σύμπτωση, ότι διορίστηκα στην Αρχαιολογική Υπηρεσία αμέσως μετά τον γάμο μου».

Ο Ανδρόνικος υπήρξε λάτρης των τεχνών και των γραμμάτων. Αγαπούσε ιδιαίτερα τον Παλαμά, τον Σεφέρη και τον Ελύτη και υπήρξε ένα από τα ιδρυτικά μέλη του Συλλόγου «Η τέχνη».

Το 1949 διορίζεται στην Αρχαιολογική Υπηρεσία και το 1952 γίνεται καθηγητής Κλασικής Αρχαιολογίας στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο, ενώ την ίδια χρονιά αναγορεύεται διδάκτορας με τη μελέτη του «Ο Πλάτων και η Τέχνη».

Το 1954 πηγαίνει για μεταπτυχιακό στην Οξφόρδη, όπου είχε τη μεγάλη τύχη να διδαχτεί από το σερ Τζον Μπίσλεϊ, έναν από τους μεγαλύτερους αρχαιολόγους, του 20ου αιώνα και πατέρα της ελληνικής αγγειογραφίας.

Ο ίδιος είχε πει για τον δάσκαλό του: «Επρόκειτο για μια μεγαλοφυΐα και είχε όπως και ο άλλος μου δάσκαλος μια αληθινή σοφία, ήταν απλός άνθρωπος, βαθύτατα στοχαστικός και φοβερά ευαίσθητος. Πέρα από την αρχαιολογία, ήξερε φιλολογία, ποίηση και αγαπούσε την Ελλάδα».

Επιστρέφοντας από το Λονδίνο, και συγκεκριμένα το 1957, εκλέγεται υφηγητής της Αρχαιολογίας στο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης, ύστερα από τη διατριβή του «Λακωνικά ανάγλυφα». Τέσσερα χρόνια αργότερα, το 1961, εκλέγεται έκτακτος καθηγητής στη Β’ έδρα Αρχαιολογίας και το 1964 τακτικός καθηγητής στην ίδια έδρα, όπου εργάστηκε μέχρι το 1983.

Μιλώντας ο ίδιος για την ακαδημαϊκή του πορεία, ανέφερε:
«Η δουλειά μου στο Πανεπιστήμιο είναι το ίδιο γοητευτική, όσο και η ερευνητική δουλειά στην ανασκαφή και η άλλη ερευνητική δουλειά. Με πολύ ικανοποίηση βλέπω κάθε τόσο τους παλιούς μου μαθητές να μπαίνουν στην Αρχαιολογική Υπηρεσία και προπάντων να προχωρούν σε αυτόνομη ερευνητική εργασία».
Το 1980 εκλέγεται αντεπιστέλλον μέλος της Ακαδημίας Αθηνών και το 1982 του απονέμεται το βραβείο «Ολυμπία» από το Ίδρυμα Ωνάση.

Το 1992 ο τότε Πρόεδρος της Δημοκρατίας, Κωνσταντίνος Καραμανλής, τον τιμά με τον Μεγαλόσταυρο του Φοίνικος, ενώ ο ίδιος στα χρόνια της πρωθυπουργίας του, στην αρχή της Μεταπολίτευσης, βοήθησε τον Ανδρόνικο στο έργο του με πολλούς τρόπους.

Υπήρξε ισόβιος εταίρος της Αρχαιολογικής Εταιρείας Αθηνών, επίτιμος εταίρος της Ισπανικής Εταιρείας Κλασικών Σπουδών «Pastor» και της Εταιρείας Ελληνικών Σπουδών του Λονδίνου. Επίσης, υπήρξε τακτικός εταίρος της Εταιρείας Μακεδονικών Σπουδών, του Γερμανικού Αρχαιολογικού Ινστιτούτου του Βερολίνου, της Διεθνής Ένωσης Τεχνοκριτών «AICA», του «Exlporer’s Club» της Νέας Υόρκης και της «Τέχνης» της Θεσσαλονίκης.

Διετέλεσε τη διετία 1964-1965 Πρόεδρος του Αρχαιολογικού Συμβουλίου, την τριετία 1974-1976Πρόεδρος του Κρατικού Θεάτρου Βορείου Ελλάδος, Αντιπρόεδρος του Εθνικού Ιδρύματος Ερευνών και την διετία 1968-1969 Κοσμήτωρ της Φιλοσοφικής Σχολής Θεσσαλονίκης.

Έλαβε μέρος σε πολλά διεθνή συνέδρια και πραγματοποίησε διαλέξεις σε γερμανικά Πανεπιστήμια και σχεδόν σε όλα τα Ελληνικά Πανεπιστήμια.

Εκτός από τη μητρική του γλώσσα, μιλούσε αγγλικά, γαλλικά και γερμανικά.

Ο Μανόλης Ανδρόνικος, εκτός από την ακαδημαϊκή και αρχαιολογική του καριέρα, ασχολήθηκε και με θέματα παιδείας, λογοτεχνίας και τέχνης. Πολλά άρθρα του και μελέτες δημοσιεύτηκαν σε εφημερίδες και περιοδικά και πολλά από αυτά έχουν συγκεντρωθεί σε δύο τόμους «Παιδεία ή Υπνοπαιδεία» και «Ιστορία και Ποίηση».

Πέθανε στις 30 Μαρτίου του 1992 στη Θεσσαλονίκη.

Απέναντι από το Αρχαιολογικό Μουσείο Θεσσαλονίκης, βρίσκεται προτομή του, ενώ η οδός μπροστά από το Μουσείο φέρει το όνομά του.

Στην περιοχή του Ευόσμου Θεσσαλονίκης, έχει ανεγερθεί μαρμάρινο «Μνημείο Μανόλη Ανδρόνικου» σε σχήμα αναθηματικής στήλης, με λαξευμένο τον ήλιο της Βεργίνας και χαραγμένα τα ονόματα των τριών σημαντικών πόλεων της ζωής του «Προύσα, Βεργίνα, Θεσσαλονίκη».

Προς τιμήν του το «Μουσείου Μικρασιατικού Πολιτισμού» Θεσσαλονίκης φέρει το όνομά του, καθώς και πολλά σχολεία.


Ο αρχαιολόγος Μανόλης Ανδρόνικος και ο τάφος του Φιλίππου Β΄

Ο Μανόλης Ανδρόνικος έχει πραγματοποιήσει πολλές αρχαιολογικές ανασκαφές στη Βόρεια Ελλάδα, στη Βέροια, το Κιλκίς, τη Χαλκιδική και τη Θεσσαλονίκη, με σημαντικότερη την ανασκαφή στη Βεργίνα. Ένα έργο ζωής για τον ίδιο που είχε ξεκινήσει το 1937 ο καθηγητής Κ. Α. Ρωμαίος εκ μέρους του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης.

Στις 8 Νοεμβρίου του 1977, έμελλε να είναι η κορυφαία στιγμή της καριέρας του. Οι επίμονες ανασκαφές της ομάδας του, έφεραν στο φως ένα από τα σημαντικότερα αρχαιολογικά μνημεία, τον ασύλητο μακεδονικό τάφο ΙΙ της Μεγάλης Τούμπας. Ο Ανδρόνικος ανακοίνωσε πως το μνημείο αυτό ήταν ο τόπος ταφής του βασιλιά της Μακεδονίας Φίλιππου Β΄. Στο εσωτερικό του τάφου υπήρχαν πολυάριθμα ευρήματα, καθώς και πολλά έργα τέχνης, τα οποία εκτίθενται στη Μεγάλη Τούμπα της Βεργίνας. Η ολόχρυση λάρνακα, φυλαγμένη για αιώνες, περιείχε τα οστά του Μακεδόνα Βασιλιά Φιλίππου, πατέρα του Μεγάλου Αλεξάνδρου.

Το μνημείο το κάλυπτε ένας λόφος γνωστός και ως Μεγάλη Τούμπα. Στο εσωτερικό του υπήρχαν δύο τάφοι «της Περσεφόνης» και «του Πρίγκηπα».

Ο ίδιος ο Μανόλης Ανδρόνικος διηγήθηκε τη συγκλονιστική στιγμή της ανακάλυψης του τάφου, στο βιβλίο του «Το Χρονικό της Βεργίνας»:

Αν σήμερα αποφασίζω να σχεδιάσω από μνήμης αυτή την ιστορία, είναι γιατί καταλαβαίνω πως αξίζει τον κόπο να αναλογιστώ κι εγώ ο ίδιος τον δρόμο που έκανα και να δώσω στους άλλους τις πληροφορίες που θεωρούν χρήσιμες.
Πήρα το τσαπάκι της ανασκαφής, που έχω μαζί μου από το 1952, έσκυψα στον λάκκο και άρχισα να σκάβω με πείσμα και αγωνία το χώμα κάτω από το κλειδί της καμάρας. Ολόγυρα ήταν μαζεμένοι οι συνεργάτες μου. Συνέχισα το σκάψιμο και σε λίγο ήμουν βέβαιος. Η πέτρα του δυτικού τοίχου ήταν στη θέση της, απείραχτη, στέρια. Είναι ασύλητος! Είναι κλειστός! Ήμουν ευτυχισμένος βαθιά. Είχα λοιπόν βρει τον πρώτο ασύλητο μακεδονικό τάφο. Εκείνην τη στιγμή δεν ενδιαφερόμουν για τίποτε άλλο. Εκείνην τη νύχτα -όπως και όλες τις επόμενες- στάθηκε αδύνατο να κοιμηθώ περισσότερο από δυο τρεις ώρες. Γύρω στις 12, τα μεσάνυχτα, πήρα το αυτοκίνητο και πήγα να βεβαιωθώ αν οι φύλακες ήταν στη θέση τους. Το ίδιο έγινε και στις 2 και στις 5 το πρωί. Οπωσδήποτε, συλλογιζόμουν, μέσα στη σαρκοφάγο πρέπει να κρύβεται μια ωραία έκπληξη. Η μόνη δυσκολία που συναντήσαμε ήταν πως την ώρα που ανασηκώναμε το κάλυμμα, είδαμε καθαρά πια το περιεχόμενο και έπρεπε να μπορέσουμε να κρατήσουμε την ψυχραιμία μας και να συνεχίσουμε τη δουλειά μας, μόλο που τα μάτια μας είχαν θαμπωθεί απ’ αυτό που βλέπαμε και η καρδιά μας πήγαινε να σπάσει από συγκίνηση. Μέσα στη σαρκοφάγο υπήρχε μια ολόχρυση λάρνακα. Επάνω στο κάλυμμά της ένα επιβλητικό ανάγλυφο αστέρι με δεκάξι ακτίνες, και στο κέντρο του ένας ρόδακας. Με πολλή προσοχή και περισσότερη συγκίνηση ανασήκωσα το κάλυμμα με το αστέρι πιάνοντάς το από τις δυο γωνίες της μπροστινής πλευράς. Όλοι μας περιμέναμε να δούμε μέσα σ’ αυτήν τα καμένα οστά του νεκρού. Όμως αυτό που αντικρίσαμε στο άνοιγμά της μας έκοψε για μιαν ακόμη φορά την ανάσα, θάμπωσε τα μάτια μας και μας πλημμύρισε δέος: πραγματικά μέσα στη λάρνακα υπήρχαν τα καμένα οστά. (…) Αλλά το πιο απροσδόκητο θέαμα το έδινε ένα ολόχρυσο στεφάνι από φύλλα και καρπούς βελανιδιάς που ήταν διπλωμένο και τοποθετημένο πάνω στα οστά. Ποτέ δεν είχα φανταστεί τέτοια ασύλληπτη εικόνα.
Μπορώ να φέρω στη συνείδησή μου ολοκάθαρα την αντίδραση που δοκίμασα καθώς έλεγα μέσα μου: Αν η υποψία που έχεις, πως ο τάφος ανήκει στον Φίλιππο, είναι αληθινή -και η χρυσή λάρνακα ερχόταν να ενισχύσει την ορθότητα αυτής της υποψίας- κράτησες στα χέρια σου τη λάρνακα με τα οστά του. Είναι απίστευτη και φοβερή μια τέτοια σκέψη, που μοιάζει εντελώς εξωπραγματική. Νομίζω πως δεν έχω δοκιμάσει ποτέ στη ζωή μου τέτοια αναστάτωση, ούτε και θα δοκιμάσω ποτέ άλλοτε.
Λίγες μέρες αργότερα ο Ανδρόνικος αναγγέλλει την ανακάλυψή του στην αίθουσα της Αρχαιολογικής Εταιρείας. Ο κόσμος πλημμυρίζει την αίθουσα και φθάνει μέχρι την Πανεπιστημίου προκαλώντας κυκλοφοριακή συμφόρηση. Ο ίδιος γνωρίζει βαθιά μέσα του πως ανάμεσα τους υπάρχουν και πολλοί που αμφισβητούν την ανακάλυψή του.

Η ταυτότητα του νεκρού αμφισβητείται ακόμη και σήμερα από μερίδα αρχαιολόγων.

Ο ιστορικός Μιλτιάδης Χατζόπουλος, το 2008, υποστήριξε πως πρόκειται για τον τάφο του Βασιλιά Φιλίππου Β΄. Το 2010 επιστημονική μελέτη των οστών, υποστήριξε πως τα οστά είναι συμβατά μόνο με τον Φίλιππο Β΄.

Το μόνο σίγουρο είναι πως η σημασία των ευρημάτων είναι αναμφισβήτητη και θεωρείται μια από τις πιο σπουδαίες αρχαιολογικές ανακαλύψεις του 20ου αιώνα, σε όλο τον κόσμο.


Η ανακάλυψη του τάφου του βασιλιά Φιλίππου Β΄:


Ντοκιμαντέρ για την ανασκαφή στη Βεργίνα:

Δημοφιλείς αναρτήσεις