Παυλίδης: «Γι' αυτό διαλύθηκαν τα Ξύλινα Σπαθιά»

Είναι ο μεγαλύτερος Έλληνας ροκάς, ο οποίος γεννήθηκε και μεγάλωσε στη Βέροια. Είναι ο Βασιλιάς της σκόνης, είναι ο Δειλιέν, ο λαθρεπιβάτης, το αερικό, ο βροχοποιός… Με τα τραγούδια του μεγαλώσαμε, ερωτευτήκαμε, επαναστατήσαμε, συγκινηθήκαμε και μαζί του αλλάζουμε γιατί, όπως μου επαναλάμβανε στην κουβέντα μας, αν δεν αλλάζαμε στη ζωή
μας, θα ήταν τρομακτικό. Είναι ο Παύλος Παυλίδης που παρατηρεί έξω και μέσα του, ξέρει να ακούει και μιλάει με εικόνες, τόσο ξεκάθαρα όσο και ποιητικά, όπου, όσο και για ό,τι επιλέγει. Διαβάστε την πρόσφατη συνέντευξη που έδωσε στο «Αθηνόραμα»:

Ο Διπλανός Ουρανός και η Πυρκαγιά σ’ ένα Σπιρτόκουτο, οι δυο σου τελευταίοι δίσκοι, σαν να γεννήθηκαν σχεδόν μαζί.
Ήταν ηχογραφημένοι την ίδια περίοδο. Μου αρέσει να υπάρχει συγκεκριμένο ύφος σε κάθε δουλειά. Ο Ουρανός μοιάζει περισσότερο με μελοποιημένη ποιητική συλλογή, είναι πιο ήσυχος και αφηγηματικός, ενώ στο «Σπιρτόκουτο» εστιάζω περισσότερο στη μουσική. Είναι σαν ένας διπλός δίσκος που η μια πλευρά κυκλοφόρησε με διαφορά ενός χρόνου απ’ την άλλη.

Οι τελευταίοι σου δίσκοι, πάντως χαρακτηρίζονται από πιο αγαπησιάρικα κομμάτια.
Σίγουρα το στοιχείο του έρωτα και των ανθρώπινων σχέσεων είναι στο επίκεντρο. Τις τελευταίες δυο δεκαετίες μπορώ πιο εύκολα να αναφερθώ εκεί, ενώ τη δεκαετία του ’90 η ανάγκη μου να μιλήσω γι’ αυτά ήταν σε δεύτερη μοίρα. Στο «Διπλανό ουρανό» υπάρχει κι ένα τραγούδι που λέγεται «Ο έρωτας», ξεκάθαρα. Άλλο ένα είναι «Η θάλασσα». Σαν να θέλω να ξεμπερδεύω μ’ αυτά τα δυο σύμβολα. Νομίζω ότι χόρτασα πια. Αισθάνομαι ότι κλείνω έναν κύκλο αναφοράς.

Ξέρεις τι κύκλο θ’ αρχίσεις;
Όχι, ποτέ δεν ήξερα. Με το συγκρότημα αισθάνομαι ότι οι τρεις τελευταίοι δίσκοι έχουν μια ενότητα. Έχω κρατήσει ένα ύφος κυνηγώντας περισσότερο την καθαρότητα στον ήχο. Ήθελα να αποτυπωθεί ωραία και σωστά το μουσικό γεγονός, χωρίς πολλές παρεμβάσεις και πειραματισμούς στην ατμόσφαιρα. Ήταν σαν στοίχημα κι αισθάνθηκα ότι με τον τελευταίο δίσκο το κατάφερα. Απλά τώρα θέλω ν’ αλλάξει ο στόχος, να πάει σε πιο πειραματικό ύφος.

Είπες πριν ότι χόρτασες πια. Χόρτασες τον έρωτα; Υπάρχουν πολλοί που νοσταλγούν τα πιο σκληρά σου, ας το πούμε έτσι, κομμάτια.
Ο έρωτας δε χορταίνεται, το να τον περιγράφω και να τον τραγουδάω όμως ναι. Φαντάζομαι πως ορισμένοι απογοητεύονται από την προσήλωσή μου τα τελευταία χρόνια σε προσωπικές ιστορίες παρά σε κοινωνική κριτική που υπήρχε πιο ξεκάθαρα την εποχή των Ξύλινων Σπαθιών.

Στην κοινωνική ένταση, εσύ δηλαδή επιλέγεις να ενδοσκοπείς;
Πρέπει να κατανοούμε ότι οι άνθρωποι που γράφουν, αν θέλουν να είναι αληθινοί, πρέπει να περιγράφουν το μέσα τους. Και πάντοτε, αυτό που συμβαίνει γύρω μας, καθορίζει το πώς θα μιλήσουμε για τις δικές μας, ξεκάθαρα προσωπικές ιστορίες. Την τελευταία δεκαετία είναι ξαφνικά απολύτως επείγον να μιλήσουμε γι’ αυτό που συμβαίνει έξω και γύρω μας, με μια υπερβολή, νομίζω. Υπάρχει όλος αυτός ο κοινωνικός βιασμός από την οικονομική κατάσταση, και πρέπει να καταλάβουμε ότι το να μη μιλάμε μόνο για αυτό αποτελεί κι αυτό κάποιου είδους αντίσταση. Είναι σαν να προστατεύεις ένα κομμάτι, το οποίο πάει να το πάρει το ποτάμι της βίας που ζούμε. Το να σταματήσω να ενδοσκοπώ, θα το θεωρούσα ήττα! Είναι σαν να μας έχουν αρπάξει απ’ τα μαλλιά και τραβώντας μας να μας υποχρεώνουν να μιλήσουμε μόνο για την οικονομική και κοινωνική κατάσταση της χώρας. Ταυτόχρονα όμως ζούμε, υπάρχουμε, έχουμε υποχρέωση να κοιτάμε και προς τα μέσα μας. Διαφορετικά θα ήταν σαν απώλεια κάποιου είδους ελευθερίας και δικαιώματος. Σε τέτοιες εποχές όμως δυστυχώς αυτό είναι απολύτως παρεξηγήσιμο.

Η πατρότητα σε άλλαξε;
(…γέλια). Όλη μου τη ζωή αισθάνομαι ότι το μέσα μου αλλάζει. Αν δεν άλλαζε, θα ήμουν τρομοκρατημένος. Είναι κάτι πάρα πολύ σπουδαίο και σημαντικό, αλλά όχι απολύτως καθοριστικό. Υπάρχει μια χώρα μέσα στο κεφάλι μας, η οποία ανεξαρτήτως από το τι συμβαίνει στην προσωπική και οικογενειακή ζωή, έχει τους νόμους, τους κανόνες της. Δηλαδή εξακολουθώ να ζω κυρίως ταξιδεύοντας και παρατηρώντας έξω και μέσα.

Ο τελευταίος σου δίσκος, εκτός από αγάπη, έχει και αρκετή ένταση, φωτιές, τη φρίκη στις «Ακτές του παραδείσου» ή το «Τέλος του κόσμου»…
«Στις Ακτές του παραδείσου» ήθελα να μιλήσω για τα ναρκωτικά και μάλιστα τα σκληρά. Εκ των υστέρων φάνηκε να περιγράφει αυτό που συμβαίνει με το προσφυγικό, αλλά ο στόχος μου δεν ήταν τόσο μεγαλεπίβολος. Στο «Τέλος του κόσμου» είναι πολύ ξεκάθαρα τα πράγματα: Μιλάω για κάποιον που βαρέθηκε πια να κοροϊδεύει τον εαυτό του. Περιμένοντας να καταστραφούν όλα, είχε τη μεγαλύτερη δικαιολογία για να μην κάνει τίποτα. Κάτι που νομίζω ότι συμβαίνει πολύ έντονα στην εποχή μας. Είναι αρκετά κουραστικό να βλέπεις πάρα πολύ κόσμο να απενοχοποιείται κάνοντας κοινωνική κριτική. Σαν να διψούν γι’ αυτή την περιγραφή της αδικίας και το ανάθεμα στην κοινωνία που είναι τόσο σάπια κι άδικη και κουνάνε το δάκτυλο, κατά τη γνώμη μου, στο κενό. Αντί να πάρουν τη ζωή στα χέρια τους και να την πάνε όσο μπορούν πιο καλά, πιο ψηλά, πιο πέρα.

Γελάς καμιά φορά με τις διάφορες ερμηνείες των τραγουδιών σου;
Περισσότερο γελάω με τις παρερμηνείες που κάνω εγώ! Μ’ αρέσει ιδιαιτέρως να σατιρίζω, να παραφράζω και να κακοποιώ λίγο τους στίχους μου. Το διακωμωδώ, όπως πολλοί καλλιτέχνες. Είναι σαν εσωτερική αντίδραση, σαν να τιμωρείς το κομμάτι που σε παίδεψε τόσο. Ή να θες και λίγο να το απομυθοποιήσεις.

Μιλάς με στίχους και εικόνες. Διαβάζεις γενικώς;
Στην εφηβεία μου πέρασαν βιβλία απ’ τα χέρια μου απολύτως καθοριστικά για τον ψυχισμό μου και τον τρόπο που βλέπω τον κόσμο. Επίσης το σινεμά έπαιξε καθοριστικό ρόλο καθώς μεγάλωνα. Πρόκειται για πολλές διαφορετικές εικόνες, ιστορίες και ποιήματα, που με επηρεάζουν ασυνείδητα και τελικά συμπληρώνουν αυτό που είναι στο κεφάλι μου σαν σύννεφο και που δεν αισθάνθηκα ποτέ την ανάγκη ούτε να το ταξινομήσω, ούτε να το τακτοποιήσω. Και γενικώς δεν μου αρέσει να πολυ-τακτοποιώ μες στο κεφάλι μου τα πράγματα, ώστε να μπορούν να χοροπηδάνε πιο χαοτικά.

Ως καλλιτέχνης με ένα χάος δημιουργικό και απαραίτητο, νομίζεις ότι π.χ. θα μπορούσες να κάνεις ψυχανάλυση και να τακτοποιήσεις πράγματα;
Θα μπορούσα, σίγουρα. Δεν νομίζω ότι τα πράγματα τακτοποιούνται με την ψυχανάλυση. Καμιά φορά αναμοχλεύονται, μπορεί να σηκώσεις πράγματα κρυμμένα στο βυθό και να συμμετέχουν στο νέφος, παρά να τακτοποιούνται και να κλείνουν σαν υποθέσεις. Αλλά πιστεύω πολύ ξεκάθαρα ότι έμπνευση είναι η συμμαχία με το χάος, ακριβώς με την έννοια που συμμαχεί με το χάος ένα παιδάκι την ώρα που παίζει. Ανά πάσα στιγμή μπορεί να ανατρέψει τους κανόνες επειδή έτσι του κάπνισε και τότε να προκύψει ένα μικρό θαύμα. Έτσι μπορώ κι εγώ να είμαι δημιουργικός: Συμμαχώντας με το εσωτερικό μου χάος. Η μουσική είναι πάντοτε παρούσα και στ’ αλήθεια είναι απ’ τα πιο ευχάριστα πράγματα να ανακαλύπτω καινούρια τραγούδια, μουσικές, ατμόσφαιρες… Μ’ αρέσει να παρακολουθώ αυτό που συμβαίνει σήμερα στη μουσική

Υπήρξε σημαντική περίοδος ελληνικής μουσικής;
Νομίζω ότι η περίοδος που ζούσε ο Χατζιδάκις και οι δεκαετίες του ΄60 και του ΄70 ήταν καταλυτικές. Έγιναν απίστευτα σημαντικοί και αξεπέραστοι δίσκοι, όπως το Χαμόγελο της Τζοκόντα, ο Μεγάλος Ερωτικός ή οι πρώτοι δίσκοι του Σαββόπουλου. Ο τρόπος που μελοποιήθηκαν κάποιοι ποιητές εκείνη την εποχή πήγε τον πήχη απίστευτα ψηλά. Και για μας που γράφουμε στίχους στα ελληνικά αυτό είναι πολύ σημαντικό. Ό,τι μπορεί σαν παιδί να άκουγες «με μπομπάρδες τρικάταρτες… μακρινή μητέρα.., ρόδο μου αμάραντο…» ήταν συγκλονιστικό. Εγώ το άκουγα παιδάκι κι έκλαιγα! Με συνέτριβε και σκορπούσε τα κομμάτια μου στον ουρανό και στη θάλασσα, αισθανόμουν ότι πετάω με τα πιο τυχερά πουλιά! Υπήρχε ένας όγκος παραγωγής και πολλοί συνθέτες με αυθεντικές δημιουργίες. Αυτό διαχωρίζει τις δύο εποχές. Το κάλπικο άρχισε από μια εποχή και μετά να είναι κυρίαρχο σε όλους τους τομείς της τέχνης. Το εύκολο κέρδος ισοπέδωσε τα πάντα. Απ’ τη δεκαετία του ’80 και μετά μπερδεύτηκε η διασκέδαση με την ψυχαγωγία και χάθηκε το σύμπαν!

Τώρα όμως που υπάρχει λιγότερη γκλαμουριά, δε μένει χώρος για να αναδειχθούν διαμαντάκια;
Βλέπεις εσύ κάποια σημαντική αλλαγή; Ίσως στην κατανάλωση ποτών και εισιτηρίων. Αλλά δεν άρχισε ξαφνικά ο κόσμος να ενδιαφέρεται για σπουδαιότερα καλλιτεχνικά προϊόντα. Απλώς δεν έχει λεφτά να σπαταλήσει. Το ότι δεν τρώει σήμερα τόσα σκουπίδια, δε σημαίνει απαραίτητα ότι δε θέλει να τα φάει. Απλά δεν μπορεί. Δεν γέμισε ξαφνικά η τηλεόραση με εκπομπές πολιτιστικού ενδιαφέροντος και εξυψωτικά πράγματα. Τα πρωινάδικα είναι ακριβώς τα ίδια και πιο σαχλά, γιατί προσπαθούν να δώσουν μια επίφαση πολιτικής κριτικής. Τα ριάλιτι ψήνουν τα παιδάκια ότι θα κερδίσουν κάποιο παράδεισο και πάλι τα βλέπουμε να επιστρέφουν καταρρακωμένα στα σπιτάκια τους συνειδητοποιώντας ότι δεν έχει να κάνει με την τέχνη όλο αυτό που τους υπόσχονται. Μετά από χρόνια πια σε κρίση, θα έπρεπε πλέον να βλέπουμε πιο ξεκάθαρα ποια καινούρια πράγματα γεννήθηκαν μέσα απ’ αυτήν. Αλλά σαν να μη συνειδητοποιήσαμε τι έγινε. Σαν απλώς να πληγωθήκαμε που δεν έχουμε την άνεση να κάνουμε τα ίδια. Βέβαια, το ελληνικό σινεμά νομίζω ότι τα τελευταία χρόνια χτύπησε τα φτερά του και πέταξε κυριολεκτικά σ’ άλλον ουρανό.

Υπήρξε σημαντική περίοδος ελληνικής μουσικής;

Νομίζω ότι η περίοδος που ζούσε ο Χατζιδάκις και οι δεκαετίες του ΄60 και του ΄70 ήταν καταλυτικές. Έγιναν απίστευτα σημαντικοί και αξεπέραστοι δίσκοι, όπως το Χαμόγελο της Τζοκόντα, ο Μεγάλος Ερωτικός ή οι πρώτοι δίσκοι του Σαββόπουλου. Ο τρόπος που μελοποιήθηκαν κάποιοι ποιητές εκείνη την εποχή πήγε τον πήχη απίστευτα ψηλά. Και για μας που γράφουμε στίχους στα ελληνικά αυτό είναι πολύ σημαντικό. Ό,τι μπορεί σαν παιδί να άκουγες «με μπομπάρδες τρικάταρτες… μακρινή μητέρα.., ρόδο μου αμάραντο…» ήταν συγκλονιστικό. Εγώ το άκουγα παιδάκι κι έκλαιγα! Με συνέτριβε και σκορπούσε τα κομμάτια μου στον ουρανό και στη θάλασσα, αισθανόμουν ότι πετάω με τα πιο τυχερά πουλιά! Υπήρχε ένας όγκος παραγωγής και πολλοί συνθέτες με αυθεντικές δημιουργίες. Αυτό διαχωρίζει τις δύο εποχές. Το κάλπικο άρχισε από μια εποχή και μετά να είναι κυρίαρχο σε όλους τους τομείς της τέχνης. Το εύκολο κέρδος ισοπέδωσε τα πάντα. Απ’ τη δεκαετία του ’80 και μετά μπερδεύτηκε η διασκέδαση με την ψυχαγωγία και χάθηκε το σύμπαν!

Τι νιώθεις όταν ανεβαίνεις στη σκηνή;
Δεν είμαι περφόρμερ, άνθρωπος του θεάματος. Είμαι αφηγητής. Μ’ αρέσει να λέω τις ιστορίες μου. Μου είναι πολύ ξεκάθαρο ότι ανεβαίνω στο πάλκο για να πω τα λόγια που έγραψα και να τα μοιραστώ όπως ένας άνθρωπος που έχει πολύ συγκεκριμένα από κάπου να πιαστεί. Δεν πιστεύω ότι τα υπερφωτισμένα μέρη είναι τόποι για να συχνάζει κανείς. Επίσης τα τελευταία χρόνια παίζοντας με τους Β-movies ένιωσα καθαρά ότι υπάρχει μια ομαδική προσπάθεια για ένα συγκεκριμένο στόχο. Μετά από αρκετή προσπάθεια και συνύπαρξη το απολαμβάνουμε όσο ποτέ. Πλέον ζω το όνειρό μου σε σχέση με το πώς συνοδεύομαι στο πάλκο.

Γιατί όμως διαλύονται συχνά τα συγκροτήματα, όπως έγινε και με τα Ξύλινα Σπαθιά;
Τα πάντα διαλύονται παντού, χωρίς αυτό να είναι απαραίτητα κακό. Κάθε σχήμα έχει μια δυναμική και το να την ξεχειλώσεις και να την τραβήξεις μες στο χρόνο, δε σημαίνει ότι είναι κάτι ηρωικό ή σπουδαίο. Μπορεί απλώς να παγιδεύεσαι χωρίς να έχεις τη δύναμη να κάνεις το επόμενο βήμα. Το να χωρίσουν δυο άνθρωποι δεν είναι απαραίτητα κακό. Κακό είναι να είναι μαζί και να σαπίζουν. Συνεπώς ποτέ δεν αισθάνθηκα ότι είναι σπουδαίο να μη διαλύεται ένα συγκρότημα. Σπουδαίο είναι να κάνες σπουδαία πράγματα. Αν τώρα το σχήμα καταφέρει μες στο χρόνο και προχωράει είναι ευλογία. Γιατί όντως είναι κρίμα, να προσπαθείς σκληρά και να φτάνεις σ ένα σημείο που κοντεύει να πέτυχει το όνειρό σου κι όλο αυτό να καταρρέει από ασυμφωνία χαρακτήρων. Που δεν είναι κάτι το μεμπτό, είναι απλά… έτσι.

Δημοφιλείς αναρτήσεις