Ζαν Ρενουάρ στο φως του ολόγιομου φεγγαριού

Γράφει ο Στέλιος Μαργ. Τσακαλίδης
Το βράδυ της περασμένης Τετάρτης όσοι βρέθηκαν στο καλαίσθητο (ακόμα) πάρκο των Αγίων Αναργύρων είχαν την ευκαιρία να συστηθούν και να γνωριστούν με έναν σπουδαίο στιλίστα του παγκόσμιου κλασικού σινεμά, τον Ζαν Ρενουάρ, γιο του διάσημου Γάλλου ιμπρεσιονιστή ζωγράφου Πιερ-Ωγκύστ Ρενουάρ. Το κρύο της σεπτεμβριάτικης νύχτας ήταν πολύ, το γλυκό όμως φως της πλέριας σελήνης και η μοναδική ίσως ευκαιρία να έρθει σε επαφή με ένα μνημειώδες έργο της τέχνης του κινηματογράφου αποτελούσαν ισχυρά κίνητρα για να το υπομείνει κάποιος. 

Μεσολαβητές σε αυτή τη γνωριμία των δημοτών της Βέροιας με τον κορυφαίο Γάλλο κινηματογραφιστή και την ταινία του «Η Μεγάλη Χίμαιρα» (La Grande Illusion,1937) που προβλήθηκε στο θερινό σινεμά του Δήμου Βέροιας, οι αειφόρως εμπνευσμένοι και ενεργητικοί άνθρωποι της Κοινωφελούς Επιχείρησης Πολλαπλής Ανάπτυξης του Δήμου Βέροιας και η Ένωση Καθηγητών Γαλλικής Γλώσσας Δημόσιας Εκπαίδευσης Ν. Ημαθίας που συνδιοργάνωσαν την προβολή θερινού σινεμά στο πάρκο των Αγίων Αναργύρων και πρόσφεραν δωρεάν στους δημότες ουσιαστική και γνήσια ψυχαγωγία. 

Όσο χρήσιμο είναι να ασκούμε κριτική στην εκάστοτε Δημοτική Αρχή, να αντιπολιτευόμαστε, να απαιτούμε, να στηλιτεύουμε, άλλο τόσο σημαντικό είναι όταν λαμβάνει χώρα κάτι καλό να το σημειώνουμε, να επιδοκιμάζουμε, να επιζητούμε να οικοδομήσουμε πάνω σε αυτό, να προτείνουμε κάτι διαφορετικό, να εμβαθύνουμε. Πράγματι, να είμαστε γόνιμοι και ενεργοί και όχι στείροι και αδρανείς… και ασφαλώς να μην επιτρέπουμε στη σκέψη μας να αιχμαλωτίζεται σε προσχηματικά διλήμματα που καταφανώς υποκρύπτουν προσωπικές πικρίες και φιλοδοξίες, ανθρώπων που η κρίση τους για το εάν το ίδιο ακριβώς πράγμα είναι καλό ή κακό εξαρτάται μόνο από το εάν κατέχουν ή όχι αυτοί το οφίκιο. Πάντα ήταν ζητούμενο, όμως πολύ περισσότερο τώρα, στην περίπλοκη και δύσκολη αυτή εποχή, το αίτημα για την πραγματοποίηση όσο το δυνατόν περισσότερων δωρεάν πολιτιστικών εκδηλώσεων που θα διακονούν και θα διαχέουν το κλασικό, το αναντίλεκτα και διαχρονικά υψηλής καλλιτεχνικής αξίας πνευματικό δημιούργημα, αναδύεται πιο επίκαιρο από ποτέ.

 Σήμερα ειδικά που τα ζιζάνια του ευτελούς, του ποταπού και του κακόγουστου αναφύονται κυριαρχικά στο χώμα της ψυχής μας και τείνουν να καταπνίξουν το λεπταίσθητο, απαιτητικό και εύθραυστο λουλούδι του αληθινά ωραίου και υψηλόφρονου, η λίπανσή του με τα νάματα των κλασικών αξιών της Τέχνης και του Πνεύματος αναφαίνεται ως επιτακτική προκειμένου να επιζήσει, να θεριέψει και να ομορφύνει τη ζωή μας. 

Τέτοια κλασική αξία είναι το φιλμ του Ρενουάρ «Η Μεγάλη Χίμαιρα» που παρακολουθήσαμε την περασμένη Τετάρτη και που είχε ξαναπροβληθεί από το θερινό σινεμά του Δήμου Βέροιας. Πολύ περισσότερο εμβληματικό το αριστούργημα του Γάλλου μαιτρ, η ταινία «Ο Κανόνας του Παιχνιδιού» (La règle du jue, 1939) που ευχόμουν να συγκαταλεγόταν στο φετινό πρόγραμμα προβολών. Βεβαίως όλες οι ταινίες ήταν ενδιαφέρουσες και αξιόλογες. Και ασφαλώς ένα σύγχρονο έργο μπορεί να πληροί τα κριτήρια ενός πραγματικού αριστουργήματος και να αξίζει να προβληθεί. Εννοείται πως θέση στην καθημερινότητά μας έχει και μια απλώς διασκεδαστική ταινία, μια ανούσια ίσως εμπορική επιτυχία. Διαφορετικά εξοκέλλουμε σε πνευματικό ρατσισμό, σε στείρο καλλιτεχνικό συντηρητισμό. 

Από προσωπική πείρα όμως πιστεύω πως τις τελευταίες είναι πολύ πιο εύκολο κάποια στιγμή να τις δεις. Για σκεφτείτε όμως να περάσει μια ζωή και να μην δεις τον «Κανόνα του Παιχνιδιού». Να περάσει μια ζωή και να μην γνωρίσεις το έργο του Λουίς Μπουνιουέλ (ακόμα θυμάμαι την υπέροχη και καυστική «Βιριδιάνα» που είδαμε πέρυσι), το έργο του Σεργκέι Αϊζενστάιν, του Φριτς Λανγκ, του Όρσον Ουέλς, του Μαξ Οφίλς, του Φεντερίκο Φελίνι, του Ελία Καζάν και όλων των μεγάλων δημιουργών. Όλοι λίγο-πολύ συζητούμε για τις ταινίες του Θόδωρου Αγγελόπουλου, του Νίκου Κούνδουρου, του Ροβήρου Μανθούλη, του Αλέξη Δαμιανού και πολλών άλλων σπουδαίων Ελλήνων σκηνοθετών. Έχουμε όμως δει τις ταινίες τους; Τις δώσαμε την ευκαιρία να επιδράσουν στο πνεύμα μας; Να μας σημαδέψουν με το αισθητικό τους αποτέλεσμα; Να μας εμπνεύσουν; Να μας παιδεύσουν; 

Ευκταίο θα ήταν η ΚΕΠΑ του Δήμου Βέροιας να επικεντρωθεί με μελλοντικές πολιτιστικές της δράσεις στο σινεμά των μεγάλων αυτών δημιουργών και να μας προσφέρει αυτή την υψηλού επιπέδου και πολύπλευρη καλλιτεχνική απόλαυση που αποκομίζει κανείς από τη συνάντησή του με τα αριστουργήματα του παγκόσμιου κινηματογράφου. Ευχής έργον θα ήταν ο Δήμος Βέροιας μέσω της Επιχείρησης Πολιτισμού να αναλάβει με τους ανθρώπους της έναν πιο δυναμικό και εξωστρεφή ρόλο στη διαμόρφωση του πνευματικού υπόβαθρου των δημοτών. Να μην είναι απλώς επιτυχημένοι διεκπεραιωτές πολιτιστικών γεγονότων, να είναι για τους δημότες εμπνευστές και οραματιστές. Είναι ανάγκη σε αυτούς ειδικά τους αντίξοους καιρούς η Επιχείρηση Πολιτισμού να τολμήσει να επωμιστεί συστηματικά, μεθοδικά και μακρόπνοα το ρόλο του πνευματικού μύστη για το σύνολο των δημοτών που θα τους εισαγάγει στο άδυτο του τόσο οικείου μα και τόσο άγνωστου χώρου των σπουδαίων επιτευγμάτων του ανθρώπινου πνεύματος, θα τους καθοδηγήσει με ασφάλεια και γνώση, μακριά από το αναξιοπρεπές και το τιποτένιο, στην επιδίωξη του αληθινά ωραίου και ουσιώδους, στις βεροιώτικες πλατείες και στα βεροιώτικα πάρκα όπου η διαλεκτική σχέση Δήμου και δήμου στο μαγικό πεδίο του πολιτισμού εμπλουτίζεται, νοηματοδοτείται και μετουσιώνεται σε μια υπόγεια, μυστική, άφατη διαδρομή κατά την οποία ο καλλιεργημένος δημότης γίνεται χρηστός πολίτης.

Στέλιος Μαργ. Τσακαλίδης
Δικηγόρος

Δημοφιλείς αναρτήσεις