Κοτταρίδη: «Η χρησιμότητα του παρελθόντος»

Γράφει η Προϊσταμένη της Αρχαιολογικής Υπηρεσίας
«...Αντιμέτωπος με το αχανές μέλλον, όπου το μόνο σταθερό σημείο αναφοράς είναι η βεβαιότητα του αδήριτου βιολογικού τέλους του ίδιου σαν ατόμου, ο άνθρωπος καταφεύγει στην αναζήτηση της γνώσης του παρελθόντος. Για να αντέξει το στιγμιαίο της δικής του ύπαρξης στο διηνεκές του χρόνου, αναγκάζεται να βυθιστεί στις ρίζες. Αναζητώντας τις απαρχές, ελπίζει να αναγνωρίσει τον Προαιώνιο Λόγο… Φορέας ο ίδιος της ανεξίτηλης συλλογικής μνήμης που σφραγίζει τα ένστικτά του, με τη βιολογική αλληλουχία όλων των προγόνων καταγραμμένη στα μόρια του DNA των κυττάρων του, ο σύγχρονος ταξιδιώτης έχει την ελπίδα στους τόπους των ερειπίων, εκεί όπου η μνήμη συμπυκνώνεται και γίνεται ύλη, έστω και μόνο για μια στιγμή, να αγγίξει την ουσία της ύπαρξης. Μέσα από την αέναη εναλλαγή του εφήμερου με το αιώνιο να συνειδητοποιήσει την αδιάσπαστη συνέχεια, μέσα από την επίγνωση του αδιαλείπτως επαναλαμβανόμενου θανάτου του ατόμου να νιώσει με τον τρόπο της αφής την αθανασία του είδους…

Για να μάθει το δρόμο που ήταν να πορευτεί ανάμεσα στους ζωντανούς ο Οδυσσέας έπρεπε να ρωτήσει τους νεκρούς… οι Μύστες γνώριζαν ότι ο δρόμος της αθανασίας περνάει από την πηγή της Μνημοσύνης…

Για να μιλήσουν για το παρελθόν οι αρχαίοι κατέφυγαν στο μύθο, που ήταν γι’ αυτούς πραγματικός όσο για μας η ιστορία. Με τις Θεογονίες, τις γενεαλογίες και τους κύκλους των ηρώων καθόριζαν τις εποχές, άρθρωναν το χρόνο, ονόμαζαν το Λόγο, ερμήνευαν τις απαρχές και ανιστορούσαν την εξέλιξη του είδους. Οι ποιητές που υμνούσαν τα έργα των παλιών ανθρώπων καλούσαν τη Μούσα, να τραγουδήσει τη μνήμη… Οι Μούσες ήταν, όχι τυχαία, οι θυγατέρες της Μνημοσύνης.

Σήμερα ναός της Μνήμης είναι το Μουσείο. Τη θέση του μύθου την πήρε μεταξύ άλλων η αρχαιολογία, μια επιστήμη που αναζητά στο χώμα τα χνάρια των παλιών ανθρώπων, ταξινομεί τις εποχές και τα αντικείμενα μέσα στο χρόνο και προσπαθεί να ερμηνεύσει τις απαρχές. Ο αρχαιολόγος που επέλεξε να είναι το έλλογο διάμεσο ανάμεσα σ’ αυτούς που έφυγαν και αυτούς που είναι τώρα, αυτός που χαίρεται τη μοναδική και ανεπανάληπτη χαρά της ανακάλυψης, όταν το χώμα παραμερίζει και οι χαμένοι θησαυροί έρχονται πάλι στο φως, οφείλει όχι μόνο να προσπαθήσει να διαβάσει το ξεχασμένο μήνυμα ούτε αρκεί να μοιραστεί τη φροντίδα του σισύφειου έργου της ανάσχεσης του νόμου της φθοράς.

Πολύ περισσότερο, σε αντάλλαγμα για το προνόμιο της αφής που ζηλότυπα κρατάει, χρωστάει να γεμίσει με λόγο τη σιωπή των ερειπίων. Να μιλήσει για την εικόνα της κόρης που στοίχειωσε τον ασημένιο καθρέφτη, την προσευχή του ιερέα που δεν πρόλαβε να τελειώσει την ώρα που κάηκε ο ναός, εκείνο τα νεαρό παλικάρι που θάψανε με το βέλος στο στήθος, το βασιλιά που κοιμήθηκε κάτω από το χρυσό προσωπείο, για τη φωτιά που άναψε ο γιδοβοσκός στο ορεινό του καταφύγιο και το τσουκάλι που έσπασε γεμάτο σαλιγκάρια, όταν γίνηκε η καταστροφή, και ακόμη για το άγγιγμα του λιθοξόου που πέτρωσε στο χαμόγελο του ωραίου νέου, το χνάρι του μάστορα στον πηλό και εκείνο το ζευγάρι που νίκησε το φόβο του σεισμού κάνοντας έρωτα, για να το βρει ο Χάρος σφιχταγκαλιασμένο… Κι ακόμη να μιλήσει γι’ αυτά τα μάτια που μας κοιτάζουν έκπληκτα και σαν απορημένα μέσα από τις άδειες κόγχες τους κάθε φορά που το φως του ήλιου ταράζει την ησυχία των τάφων τους…»

Δημοφιλείς αναρτήσεις