Χαλκίδης: «O λωτός απαιτεί δουλειά, δεν είναι λοταρία»

Μπορεί η περιορισµένη εξάπλωση του λωτού στην ελληνική ύπαιθρο να είναι δηλωτική της αδυναµίας του, ακόµη, να πείσει τους Έλληνες αγρότες να... ξεχάσουν άλλες καλλιέργειες και να ασχοληθούν µαζί του σε ευρεία κλίµακα, όµως ως µια συµπληρωµατική λύση εισοδήµατος, φαίνεται πως κάνει τη δουλειά του. Το χαµηλό κόστος πρώτης
εγκατάστασης, η χαλαρή ενασχόληση που προϋποθέτει ως προς τις αναγκαίες καλλιεργητικές φροντίδες, όπως λένε όσοι τον καλλιεργούν, και η αυξανόµενη ζήτηση για το προϊόν σε συγκριτικά καλές τιµές, αποτελούν ένα «πακέτο» πλεονεκτηµάτων του λωτού, γνωστού και ως καρπού της «λησµονιάς», από τις αναφορές στην Οδύσσεια του Οµήρου, που δεν αφήνει αδιάφορους κάποιους παραγωγούς. Το χαµηλό κόστος πρώτης εγκατάστασης, η χαλαρή ενασχόληση που προϋποθέτει ως προς τις αναγκαίες καλλιεργητικές φροντίδες, όπως λένε όσοι τον καλλιεργούν, και η αυξανόµενη ζήτηση για το προϊόν σε συγκριτικά καλές τιµές, αποτελούν ένα «πακέτο» πλεονεκτηµάτων του λωτού, γνωστού και ως καρπού της «λησµονιάς», από τις αναφορές στην Οδύσσεια του Οµήρου, που δεν αφήνει αδιάφορους κάποιους παραγωγούς. Ένας τέτοιος «πυρήνας» ανάπτυξης φυτειών του εξωτικού φυτού, που γίνεται προσπάθεια το τελευταίο χρονικό διάστηµα να διευρυνθεί και µε άλλους παραγωγούς, έχει αρχίσει να διαµορφώνεται στην περιοχή της Ηµαθίας, µε επίκεντρο την Κουλούρα και δορυφόρους κάποια γύρω χωριά της. «∆ιαθέτω µια από τις πρώτες φυτείες µε 12 στρέµµατα λωτού, ενώ το παράδειγµά µου άρχισαν να το ακολουθούν και άλλοι παραγωγοί τόσο στο χωριό µας, την Κουλούρα, όσο και σε διπλανούς οικισµούς, όπως ο Παλιός Πρόδροµος, η Λυκογιάννη, τα ∆ιαβατά και η Μελίκη», αναφέρει στην Agrenda ο παραγωγός Τάσος Χαλκίδης.


Γνωστός και για την ενεργό συνδικαλιστική του δράση στον πρωτογενή τοµέα, µέσω και του θεσµικού του ρόλου, ως προέδρου του Αγροτικού Συλλόγου Βέροιας, ο συνοµιλητής µας σηµειώνει ότι «τα τελευταία 14 χρόνια που ασχολούµαι µε την καλλιέργεια του λωτού, χωρίς ιδιαίτερη φροντίδα και κόστος, αν µη τι άλλο δεν έχασα ποτέ τα χρήµατά µου». Η «εκπαίδευση» του ελληνικού κοινού στην κατανάλωση του λωτού, κυρίως µέσω των αλυσίδων σούπερ µάρκετ που έχουν τοποθετήσει τα τελευταία χρόνια το προϊόν στα ράφια τους, έχει αυξήσει τη ζήτηση κι αυτό βοηθά, κατά τον κ. Χαλκίδη, στη σχετικά εύκολη απορρόφηση της εγχώριας παραγωγής. «Φέτος είχαµε µεγαλύτερη ζήτηση καθώς ήρθαν περισσότεροι έµποροι και η διάθεση της παραγωγής έγινε γρήγορα και µε τιµές που κυµάνθηκαν από 28 έως και 40 λεπτά το κιλό, ανάλογα µε το µέγεθος και την ποιότητα του καρπού», είπε χαρακτηριστικά, για να προσθέσει πως «βάσει του κόπου και των εξόδων που κάνουµε, θα έλεγα ότι παίρνουµε ένα εισόδηµα καλύτερο από άλλες καλλιέργειες».

Εδώ και 14 χρόνια ούτε ένα ράντισμα


Όπως εξηγεί ο Τάσος Χαλκίδης, συγκριτικά µε άλλες καλλιέργειες που αξιοποιούνται από τους παραγωγούς στην Ηµαθία, όπως για παράδειγµα το ροδάκινο, τα κόστη παραγωγής στο λωτό είναι πολύ – πολύ µικρότερα. «Σκεφτείτε ότι όλα αυτά τα χρόνια, που καλλιεργώ τη φυτεία, δεν έχει εντοπιστεί ασθένεια, µε αποτέλεσµα να µην χρειαστεί να ραντίσω τα δέντρα ούτε µια φορά, όταν στα ροδάκινα απαιτούνται τουλάχιστον 6 επεµβάσεις φυτοπροστασίας κάθε καλλιεργητική σεζόν», τονίζει.

Πότισµα σε τακτική βάση

Και προσθέτει ότι «και σε επίπεδο κλαδέµατος, αυτό που χρειάζεται είναι ένα ελαφρύ αραίωµα, ενώ η συγκοµιδή γίνεται µε µόλις δύο χέρια, µειώνοντας και εδώ το κόστος παραγωγής. Το µόνο που δεν αλλάζει σε σχέση µε τις άλλες καλλιέργειες της περιοχής, είναι το πότισµα, το οποίο πρέπει να γίνεται σε τακτική βάση κατά τη διάρκεια του καλοκαιριού». Σε άλλες περιοχές, πάντως, όπως στη ∆ράµα, καλλιεργητές αναφέρουν ότι είναι αναγκαίο και ένα κλάδεµα, σε σύστηµα «κύπελο» κάθε αρχές άνοιξης.

Αντέχει η φυτεία πολύ περισσότερο από το ροδάκινο

Σύµφωνα µε τον κ. Χαλκίδης, ο λωτός αρχίζει να αποδίδει µια µικρή παραγωγή της τάξεως των 30 – 40 κιλών, το δέντρο, από τον τρίτο χρόνο ζωής της φυτείας, ενώ όταν φτάσει στο δέκατο έτος, η απόδοση κυµαίνεται στα 120-130 κιλά. «Και το σηµαντικό είναι πως η φυτεία αντέχει για πολύ περισσότερα χρόνια από ό,τι η αντίστοιχη του ροδάκινου», αναφέρει ο παραγωγός, σηµειώνοντας πως φέτος η συγκοµιδή που ολοκληρώθηκε πριν από λίγες ηµέρες, απέδωσε στους 7-8 καλλιεργητές του προϊόντος στην περιοχή µια συνολική παραγωγή κοντά στους 170-180 τόνους.

Στα 50 δέντρα ανά στρέμμα με κόστος 2,5 ευρώ ανά φυτό


Εδαφοκλιµατικά ο λωτός, σύµφωνα µε τη σχετική βιβλιογραφία για το προϊόν, καλλιεργείται από εύκρατες έως τροπικές περιοχές, αντέχει τις υψηλές θερµοκρασίες, ενώ το χειµώνα απαιτεί την επίδραση χαµηλών (µέχρι -15°C) θερµοκρασιών για τη διαφοροποίηση των ανθοφόρων οφθαλµών. Ευδοκιµεί σε όλα τα εδάφη, προτιµά όµως τα ηλιόλουστα µέσης σύστασης έως βαριά εδάφη.

Όργωµα πριν την εγκατάσταση

Πριν την εγκατάσταση γίνεται ένα όργωµα σε όλη την επιφάνεια του αγρού και σε βάθος 25-30 εκ. και κατά το δυνατό η ισοπέδωσή του. Ακολουθούν λίπανση του εδάφους, φρεζάρισµα, και τέλος σχεδίαση φυτεύσεως και φύτευση των δενδρυλλίων. Σε αβαθή και άγονα εδάφη και σε ποικιλίες µέσης ή και ανεπαρκούς ζωηρότητας, τα δενδρύλλια φυτεύονται σε αποστάσεις 4,5 x 4 µ.. Αντίθετα όταν η εγκατάσταση αφορά φυτά ποικιλίας µε µεγάλη ζωηρότητα, σε εδάφη βαθιά, γόνιµα και καλά αποστραγγισµένα πρέπει να χρησιµοποιούνται λιγότερο πυκνά σχήµατα εγκατάστασης, όπως είναι 5 x 5,5 µ. ή 6 x 6 µ.

Στα 2 µε 2,5 ευρώ το κόστος του φυτού


Όσον αφορά στο κόστος πρώτης εγκατάστασης της φυτείας του λωτού, ο παραγωγός µας είπε ότι η αγορά του φυτού κυµαίνεται µεταξύ 2 και 2,5 ευρώ, ενώ συνήθως επιλέγεται η αραιή φύτευση, 4 x 5 ή ακόµη και 6 x 6, που σηµαίνει γύρω στα 50 φυτά το στρέµµα, διότι «απλώνει το δέντρο καλύτερα και κατεβάζει µεγαλύτερη παραγωγή». Παρόλα αυτά υπάρχει κι η δυνατότητα εφαρµογής του συστήµατος της παλµέτας, µε πιο πυκνή φύτευση ανά στρέµµα, αλλά όπως λέει ο κ. Χαλκίδης «στην περιοχή µας δεν έχω δει κανέναν να το έχει χρησιµοποιήσει».

Συγκοµιδή Οκτώβριο-Νοέµβριο

Η συγκοµιδή πραγµατοποιείται από τον Οκτώβριο – Νοέµβριο, όπως αναφέρεται στη βιβλιογραφία, ενώ µείωση παραγωγής προκαλείται από ηλιόκαυµα και τον άνεµο. Επίσης, η υψηλή υγρασία κοντά στη συγκοµιδή προκαλεί δερµατώσεις. Για την αφαίρεση στυφότητας πριν τη συντήρηση ή διάθεση, οι καρποί διατηρούνται για 1- 3 ηµέρες σε δωµάτιο µε 90% CO2 ή µε διατήρηση σε σακούλες µε ή χωρίς προσθήκη 35% αλκοόλης σε νερό για 10 – 14 ηµέρες στους 10 -15ο C. Ή µε διατήρηση σε 0% O2. Αν συγκοµιστούν άωροι καρποί, πρώτα αφαιρείται η στυφότητα και µετά ωριµάζουν παρουσία 5 ppm αιθυλενίου. Η συντήρηση γίνεται στους 0 οC µε 5% CO2 + 2% O2 για 5 µήνες. Αντίστοιχα, στους 0 οC µέσα σε σακούλες ερµητικά κλεισµένες (τροποποιηµένη ατµόσφαιρα) για 4 µήνες.