Τα «χρυσά μήλα» της Ημαθίας κατέκτησαν την Ρουμανία

Αυξητική τάση παρουσιάζει τα τελευταία 5 χρόνια η καλλιέργεια κυδωνιών στον κάμπο της Ημαθίας. Ο εξαγωγικός χαρακτήρας της καλλιέργειας έστρεψε πολλούς νέους ανθρώπους στα κυδώνια και πολλούς παλαιούς αγρότες στην αντικατάσταση των καλλιεργειών τους που δεν απέδιδαν τα αναμενόμενα. Χαρακτηριστική περίπτωση αποτελεί το Νησί Ημαθίας, όπου περισσότεροι από 30 νέοι
αγρότες ασχολούνται με τη συγκεκριμένη παραγωγή και κάθε χρόνο αυξάνουν τα στρέμματά τους, καθώς το μεγαλύτερο ποσοστό των συγκεκριμένων φρούτων καταλήγει προς τη Ρουμανία. «Στο Νησί και σε άλλες τοπικές κοινότητες όπως στο Βρυσάκι, στο Καμποχώρι και στην Κορυφή, η παραγωγή κυδωνιών αρχίζει να παίρνει μια σχετική μορφή οργανωμένης καλλιέργειας», αναφέρει ο τεχνολόγος γεωπόνος Κώστας Κουρνιάκος, που δραστηριοποιείται στην περιοχή. Αν και υπάρχουν παλιές ελληνικές ποικιλίες, αυτή που καλλιεργείται κυρίως είναι η λεγόμενη τούρκικη. «Οι νέες ποικιλίες, πάντως, όπως τα μηλοκύδωνα, έχουν λιγότερο χνούδι και γίνονται πιο στρογγυλές για να χωρούν στις συσκευασίες που φεύγουν προς το εξωτερικό», τονίζει ο κ. Κουρνιάκος και προσθέτει πως η καλλιέργεια της κυδωνιάς έχει αυξημένη στρεμματική απόδοση καθώς το 1 στρέμμα μπορεί να αποδώσει μέχρι και 5 τόνους. Η φετινή παραγωγή, ωστόσο, ήταν μειωμένη σε σχέση με πέρσι εξαιτίας προβλημάτων κατά την εποχή της ανθοφορίας. Όπως σημειώνει ο παραγωγός κ. Γιώργος Πίτσης, που διαθέτει 9 στρέμματα και 6 σε αναμονή, οι αυξημένες βροχοπτώσεις τη συγκεκριμένη περίοδο δεν ευνόησαν την καλλιέργεια στον κάμπο. Η παραγωγή του κ. Πίτση κυμάνθηκε, παρόλα αυτά, στα ίδια επίπεδα με τα περσινά, φτάνοντας τους 38 τόνους. Σε ό,τι αφορά τη ζήτηση, όπως λέει, ήταν σχετικά αυξημένη σε σχέση με το αντίστοιχο περσινό διάστημα και όλη η παραγωγή διατέθηκε στις αγορές της Ρουμανίας και της Β. Ευρώπης. Έτσι, οι προοπτικές της καλλιέργειας είναι ευοίωνες, εάν και εφόσον η εξαγωγική δραστηριότητα συνεχιστεί με τους ίδιους ρυθμούς. Στη χώρα μας, υπογραμμίζει ο παραγωγός, δεν υπάρχει αντίστοιχο καταναλωτικό ενδιαφέρον, καθώς τα κυδώνια δεν αποτελούν μέρος της συνηθισμένης διατροφής των Ελλήνων, αν και αποτελούν πηγές πολύτιμων βιταμινών, φυτικών ινών και ιχνοστοιχείων. Παρά την αύξηση της ζήτησης, οι τιμές δεν ακολούθησαν την ίδια πορεία. Φέτος, τα κυδώνια διατέθηκαν, από τον παραγωγό προς τον έμπορο, στα 25-30 λεπτά για την α’ ποιότητα και στα 15-20 λεπτά για τη β’ ποιότητα. «Σε κάποια σούπερ μάρκετ, τα κυδώνια β’ ποιότητας πωλούνται 1,99 το κιλό, αντιλαμβάνεστε λοιπόν τη διαφορά μεταξύ παραγωγού και τελικού αποδέκτη που είναι ο καταναλωτής», τονίζει ο κ. Πίτσης.