Γιατί δεν πρέπει να φοβίζει την Εκκλησία, το ενδεχόμενο χωρισμού από το Κράτος

Γράφει ο δικηγόρος 
Χρήστος Αποστολίδης
Επανέρχεται κατά καιρούς στην επικαιρότητα το ζήτημα των σχέσεων Κράτους – Εκκλησίας. Προκαλεί πράγματι ερωτηματικά η ανάγκη που επιβάλει να τίθεται επί τάπητος ένα τέτοιο κρίσιμο ζήτημα, σε μια χρονική συγκυρία που η χώρα μας βρίσκεται αντιμέτωπη με πολύ σοβαρότερες εκκρεμότητες και όταν πρόκειται περί ενός προβλήματος νομικά περίπλοκου και δυσεπίλυτου. Η Εκκλησία δεν έχει να φοβάται απολύτως τίποτε από το ενδεχόμενο χωρισμού από το Κράτος, όσο και εάν εκ πρώτης όψεως κάτι τέτοιο ακούγεται σοβαρό, κυρίως στον οικονομικό τομέα, και ικανό να προκαλέσει έντονες δυσλειτουργίες, που συνεπάγονται ανατροπή της δεδομένης και γνωστής μέχρι σήμερα καθεστηκυίας τάξης. Αντίθετα, έχοντας στην διάθεσή της χρόνο και κυρίως βούληση και διάθεση να οργανώσει το αύριο, μπορεί να προετοιμαστεί επαρκώς για την επόμενη ημέρα του χωρισμού από την Πολιτεία, όποτε και εάν αυτή λάβει χώρα. 

Η εκμετάλλευση της ιδιαίτερα αξιόλογης κινητής και ακίνητης εκκλησιαστικής περιουσίας, η οποία μπορεί να μην ανέρχεται στα δυσθεώρητα ύψη που οι πολέμιοι της Εκκλησίας θέλουν να την παρουσιάζουν, ωστόσο δεν συνιστά επ’ ουδενί λόγο και αμελητέα ποσότητα, είναι το κλειδί για την αυριανή οικονομική επιβίωσή της, υπό την αναγκαία προϋπόθεση βέβαια η εκμετάλλευση αυτή να λάβει χώρα με καθαρά επιχειρηματική λογική και προσέγγιση. 
     
Σκεφτείτε την εκ των πραγμάτων σταδιακή μετεξέλιξη της Εκκλησίας σε έναν οικονομικά αυτόνομο οργανισμό, που θα δραστηριοποιείται για παράδειγμα στην εκπαίδευση, διατηρώντας σχολεία όλων των βαθμίδων και πανεπιστήμια, στην υγεία (νοσηλευτικές μονάδες, μονάδες φροντίδας ηλικιωμένων κλπ), στο χώρο των μέσων μαζικής ενημέρωσης (τηλεόραση, ραδιόφωνο, διαδίκτυο, εφημερίδες, περιοδικά), στον κατασκευαστικό κλάδο, καθώς επίσης και στον τραπεζικό τομέα. Κατόπιν αυτού αναλογιστείτε τη δύναμη και την απήχηση που θα αποκτήσει η Εκκλησία, στοιχεία που ειλικρινά αμφιβάλω αν έχουν συνεκτιμηθεί από τους υποστηρικτές του χωρισμού, οι οποίοι μάλλον ορέγονται μια Εκκλησία αδύναμη και φτωχή, έρμαιο στις επιθυμίες των εκάστοτε κυβερνώντων. 
     
Κομβική βέβαια παράμετρος για την επίτευξη των παραπάνω αποτελεί η στελέχωση των οικονομικών υπηρεσιών της Εκκλησίας από εξειδικευμένους και έμπειρους από την αγορά επαγγελματίες, στους οποίους θα τεθούν συγκεκριμένοι στόχοι οικονομικής βιωσιμότητας και αποτελεσματικότητας. Φυσικά ο σκοπός δεν είναι ψυχρά κερδοσκοπικός, άλλωστε είναι προφανές ότι δεν πρόκειται για μία κεφαλαιουχική εταιρία, αλλά πρωτίστως για έναν πνευματικό – φιλανθρωπικό οργανισμό, που είναι ανάγκη να επιτύχει την οικονομική του αυτάρκεια, ώστε να καταφέρει να υλοποιήσει τους σκοπούς του και να εξασφαλίσει την αυριανή του ύπαρξη και ωφέλιμη για το κοινωνικό σύνολο πορεία. 
     
Συμπερασματικά, το ενδεχόμενο ενός χωρισμού Κράτους – Εκκλησίας και η αναπόφευκτη συνέπεια να παύσει η κρατική μισθοδοσία των ιερέων δεν πρέπει σε καμία περίπτωση να φοβίζει. Η Εκκλησία είναι ένας Θεανθρώπινος οργανισμός με απαρασάλευτη πορεία δύο χιλιάδων και πλέον ετών, που θα συνεχίσει να πορεύεται τον δρόμο της στηριζόμενη τόσο στην ορθή και συνετή αξιοποίηση των περιουσιακών της στοιχείων, όσο και στην πλειάδα των εθελοντών που προσφέρουν με αγάπη στις ποικίλες φιλανθρωπικές, πνευματικές, κατηχητικές, προνοιακές δράσεις της.