Γενοκτονία Μικρασιατικού Ελληνισμού: Ανάμεσα στη λήθη και τη μισαλλοδοξία;

Του Γιάννη Τελλίδη*
14 Σεπτεμβρίου 1922. Στα δέκα χρόνια πριν από την ημερομηνία που σηματοδοτεί την μικρασιατική καταστροφή ο απολογισμός των νεκρών ανέρχεται σε μεταξύ 500.000 κ 1.000.000. Ο αφανισμός των χριστιανικών πληθυσμών (Ελλήνων, Αρμενίων και άλλων) της Τουρκίας ήταν το βασικό σχέδιο της επέλασης των Νεότουρκων που ξεκίνησε το 1909 με την πραξικοπηματική ανάληψη από τους ίδιους της εξουσίας στην τότε Οθωμανική Τουρκία. Το σχέδιό τους «Η Τουρκία για τους Τούρκους» δεν διαφέρει σε τίποτε από άλλα (μεταγενέστερα ή ακόμα και σύγχρονα της εποχής μας) άκρως εθνικιστικά κινήματα που στηρίζονται στη μισαλλοδοξία. 

Πλείστες οι καταγεγραμμένες μαρτυρίες των προσφύγων από τότε. Πλείστες επίσης και οι γιορτές ή οι διαλέξεις στα σχολεία για τα γεγονότα και τις επιπτώσεις τους. Πέραν της πίκρας, της απύθμενης λύπης που φέρνει η μνήμη, και της αβάσταχτης σιωπής που ακολουθεί την αφήγηση αυτών που τα έζησαν, οι πρώτες (τουλάχιστον για όσους από εμάς ήμασταν ωτακουστές τους ως παιδιά, εγγόνια ή/και ανίψια τους) μού έκαναν πάντα εντύπωση γιατί περιστασιακά ενείχαν κάποιες στιγμές ανθρωπιάς και αξιοπρέπειας – μια οικογένεια Τούρκων που έκρυψε μια οικογένεια Ελλήνων κατά την διάρκεια της επέλασης των Νεότουρκων στρατευμάτων ή το λίγο φαγητό και νερό που κρυφά ένας Τούρκος έδωσε σε κάποιους Έλληνες στρατιώτες αιχμαλώτους.[1] Ενδεικτική αυτών είναι η μαρτυρία του Βασίλη Διαμαντόπουλου, μέλους του δικαστικού γραφείου της Στρατιωτικής Διοίκησης του Αϊδινίου, πριν την επίθεση Τούρκικων στρατευμάτων σε ολιγάριθμες ελληνικές δυνάμεις ανατολικά του Αϊδινίου τις πρώτες πρωινές ώρες της 3ης προς 4η Αυγούστου 1922:

«[Στο] σημείο αυτό οι στρατιώτες των φυλακίων ελληνικών και τούρκικων στις δυο όχθες του ποταμού Μαίαντρου, οι μεν απέναντι των δέ, υπηρετούσαν οι ίδιοι πολύ καιρό και κατά κάποιο τρόπο είχαν μεταξύ των συνεννοηθεί και δεν είχαν αιτίες να χτυπιούνται. Είχαν πιάσει φιλίες, συναντιώνταν στα νερά του ποταμού, όπου κατέβαιναν για τις ανάγκες των, τα λέγανε μεταξύ των και ζούσαν έτσι κάπως ειρηνικά και φιλικά. Τις τελευταίες μέρες του Ιούλη οι τούρκοι στρατιώτες είπαν στους δικούς μας ότι αυτοί φεύγουν και ότι θα τους αντικαταστήσουν στρατιώτες άλλων τμημάτων και συνεπώς να προσέξουν και να μη επιχειρήσουν τα καθημερινά κατα τις ώς τότε συνήθειές τους, μήπως οι νέοι και άγνωστοι τούρκοι στρατιώτες τούς χτυπήσουν. Αποδείχτηκε ότι ή αντικατάσταση των τούρκικων δυνάμεων έγινε με άλλες ενισχυμένες για να γίνει η επίθεση».


Επίσης:

«Οι τούρκοι κάτοικοι [σ.σ. του Νυμφαίου] δεν μας κακοποίησαν, όπως είχε συμβεί στη Σμύρνη . Και τούτο, γιατί όπως ακούσαμε, οι έλληνες του Νύμφαιου δεν είχαν φύγει μαζί με τον ελληνικό στρατό και προστάτεψαν τον τούρκικο πληθυσμό αυτής της κωμόπολης από βιαιοπραγίες των υποχωρούντων ελληνικών στρατιωτικών τμημάτων»

Τέτοιες αναφορές μού έκαναν ακόμη περισσότερο εντύπωση διότι σχεδόν πάντα έλαμπαν δια της απουσίας τους από τις σχολικές γιορτές και ομιλίες, όπως επίσης έλαμπε δια της απουσίας της και οποιαδήποτε αναφορά στην (προδοτική, όπως απεδείχθη) στρατιωτική ανικανότητα εκτέλεσης και διαχείρισης ενός αποτελεσματικού αμυντικού σχεδιασμού. Ή, ακόμα πιο επίκαιρα, η αντιμετώπιση των μικρασιατών προσφύγων από τους ντόπιους Έλληνες, οι οποίοι παραπονιούνταν (το 1923) για την Αφγανιστανοποίηση της Αθήνας και του Πειραιά, αλλά και για το ότι οι άνδρες πρόσφυγες τούς έπαιρναν τις δουλειές, ενώ οι γυναίκες πρόσφυγες ετοιμάζονταν να κλέψουν τους ντόπιους άντρες.

Επανεξετάζοντας πλέον την ιστορία και τις προσωπικές μου μνήμες των αφηγήσεων και μαρτυριών των παππούδων και των γιαγιάδων μου μέσα από τα «εργαλεία» του επαγγελματικού μου αντικειμένου, παρατηρώ πως η πολυπλοκότητα των γεγονότων της μικρασιατικής καταστροφής τείνει να γίνει θύμα της λήθης (ειδικά δε καθώς οι αυτόπτες μάρτυρές της αποβιώνουν) και της μισαλλοδοξίας (δηλαδή, του επιχειρήματος ότι για όλα φταίνε οι βάρβαροι/απάνθρωποι/στυγνοί Τούρκοι), για την οποία βέβαια η λήθη είναι βολική.

Για να προλάβω τους καχύποπτους (οι μισαλλόδοξοι ούτως ή άλλως δεν πείθονται ποτέ…), θα πρέπει σε αυτό το σημείο να τονίσω το αυτονόητο: η μικρασιατική καταστροφή, όπως και οι γενοκτονίες των Ποντίων και των Αρμενίων, ήταν πράξεις βάρβαρες, απάνθρωπες και στυγνές – όπως ακριβώς ήταν κι άλλες γενοκτονίες που έλαβαν χώρα σε παρόμοιες συνθήκες, (δηλ., εδραίωσης και επέκτασης ενός μονοεθνικού/μονοφυλετικού κράτους) από την διάλυση της Γιουγκοσλαβίας, μέχρι την Ρουάντα, το Σουδάν και αλλού. Το θέμα μου δεν είναι ούτε να δικαιολογήσω αυτές τις βαρβαρότητες, ούτε να τις υπερκεράσω με αφηγήσεις βαρβαρότητας εκ μέρους των Ελληνικών στρατευμάτων.

Το θέμα μου είναι πως όταν και εάν οι όποιες στιγμές ανθρωπιάς εν μέσω τέτοιας καταστροφής μάς μεταφέρθηκαν μέσα από αφηγήσεις αυτοπτών μαρτύρων ξεχασθούν, τότε θα ξεχαστεί και το γεγονός πως «ο Άλλος», «ο Διαφορετικός» δεν είναι κάτι μονολιθικό× πως και αυτός έχει αξιοπρέπεια και ανθρωπιά, όπως αυτήν που αναζητούσαν οι παππούδες μας – είτε στις προκυμαίες των μικρασιατικών παραλίων εκλιπαρώντας τα συμμαχικά πλοία να τούς επιτρέψουν να επιβιβαστούν για να γλυτώσουν από τις θηριωδίες, είτε με την άφιξή τους στην Ελλάδα. Με άλλα λόγια, με το παρόν κείμενο ελπίζω να μην ξεχασθεί ποτέ καμία από τις διαστάσεις της μικρασιατικής καταστροφής, διότι μόνον έτσι θα μπορέσει να αποτελέσει μάθημα αρετής για τις μελλοντικές γενιές (Ελλήνων και Τούρκων). Το μόνο που καταφέρνουν η μισαλλοδοξία αλλά και η απλοποίηση της ιστορίας ή η επιλεκτική μνήμη, είναι να διαιωνίζουν μίση και να υπονομεύουν ένα μέλλον το οποίο – ανάλογα με τις προσπάθειες τού καθενός – ίσως και να κρύβει μακραίωνη σταθερότητα και ασφάλεια.


* Ο Γιάννης Τελλίδης είναι Αναπληρωτής Καθηγητής Διεθνών Σχέσεων και Ειρηνευτικών Σπουδών στο Παν/μιο Kyung Hee της Νότιας Κορέας.

[1] Για περισσότερες τέτοιες μαρτυρίες, βλ. Μαγνητοφωνημένες διηγήσεις του Ιστορικού Αρχείου Προσφυγικού Ελληνισμού του Δήμου Καλαμαριάς× Φ.Δ. Αποστολόπουλος (επιμ.), Η Έξοδος. Τόμος Ά. Μαρτυρίες από τις επαρχίες των δυτικών παραλίων της Μικρασίας, Αθήνα: Κέντρο Μικρασιατικών Σπουδών, 1980× Ελένη Καρτσαγκούλη, Εκεί που τα ρόδα δεν είχαν αγκάθια, Αθήνα: ΩΡΕΣ, 1995.