Οι Βεροιώτες ξεπουλάνε τα ακίνητά τους για να πληρώσουν δάνεια και εφορία!

Δραματική είναι η κατάσταση της κτηματαγοράς των τελευταίων ετών στην πόλη της Βέροιας. Μέσα στην κρίση, εκατοντάδες ακίνητα πουλήθηκαν για την αντιμετώπιση φορολογικών και δανειακών υποχρεώσεων, ενώ σημαντική είναι και η υποχώρηση της ιδιοκατοίκησης στις γονικές παροχές. Σύμφωνα με έρευνα του «Βεροιώτη», οι κάτοικοι της Ημαθίας πουλάνε τα ακίνητα που έχουν στην κατοχή τους για να ζήσουν, να πληρώσουν την Εφορία, αλλά και για να απαλλαγούν από τους φόρους. Είναι χαρακτηριστικό ότι το ποσοστό ιδιοκατοίκησης στη Βέροια έχει υποχωρήσει πάρα πολύ. Αυτό σημαίνει ότι εκατοντάδες νοικοκυριά της πόλης μας πούλησαν ακόμα και το σπίτι τους για να τα βγάλουν πέρα. Εντυπωσιακό είναι το γεγονός ότι οι Βεροιώτες δεν κάνουν πλέον συμβόλαια γονικών παροχών ή κληρονομιών, ενώ υπάρχουν πολλοί που επιλέγουν την αποποίηση περιουσίας, καθώς δεν θέλουν να έχουν ακίνητα που είναι πλήρως απαξιωμένα και ταυτόχρονα επιβαρύνονται με υψηλότατους φόρους. Είναι ξεκάθαρο πλέον ότι ο γονέας δεν τολμά να μεταβιβάσει κάποιο ακίνητο στο παιδί ή τον συγγενή του. Αντίθετα προτιμά να αφήσει στους διαδόχους του την επιλογή της αποποίησης της κληρονομιάς, ώστε να διασφαλιστούν όχι μόνον από τυχόν γνωστές ή άγνωστες διεκδικήσεις του δημοσίου ή τρίτων, αλλά και από τα απρόβλεπτα και αβάσταχτα βάρη μίας ακίνητης περιουσίας. Το παράδοξο είναι ότι η απαξία των ακινήτων ζημιώνει και το ίδιο το κράτος. Ο λόγος είναι ότι η λύση που έχει βρεθεί μετακυλίει την απώλεια φορολογικών εσόδων από την υγιή οικονομική δραστηριότητα στην επιβάρυνση της κατοχής ακινήτων, χωρίς να λαμβάνεται υπόψη η φοροδοτική ικανότητα νοικοκυριών και επιχειρήσεων.
Ετσι τα έσοδα του κράτους από φόρους μεταβίβασης, υπεραξίας ακινήτων κ.λπ. έχουν υποχωρήσει παράλληλα με την υποχώρηση των τιμών και των συναλλαγών. Τα σχετικά έσοδα έχουν πέσει πολύ κάτω από τα 500-700 εκατ. ευρώ, που εκινούντο ακόμα και τις εποχές που οι αντικειμενικές αξίες ήταν στο 1/3 των αγοραίων. Τότε στην πράξη το 11% του φόρου μεταβίβασης μετατρεπόταν σε ένα 3%-4%, αλλά τα έσοδα ήταν δεκαπλάσια, φθάνοντας στο 1,1 δισ. ευρώ το 2007.