Ο εορτασμός της Μεταμορφώσεως του Σωτήρος στην Ιερά Μονή Μεταμορφώσεως «Μουτσιάλη» και τον Μητροπολιτικό Ιερό Ναό Ναούσης. (ΦΩΤΟ)

Κατἀ το διήμερο 5 και 6 Αυγούστου εορτάστηκε η εορτή της Μεταμορφώσεως του Σωτήρος. Ο Σεβασμιώτατος Μητροπολίτης Βεροίας, Ναούσης και Καμπανίας κ. Παντελεήμων την παραμονή χοροστάτησε και κήρυξε το θείο λόγο στην πανηγυρίζουσα Ιερά Μονή Μεταμορφώσεως του Σωτήρος «Μουτσιάλη» στην περιοχή της Σκήτεως Βεροίας. Την
κυριώνυμο ημέρα ο Σεβασμιώτατος λειτούργησε και κήρυξε το θείο λόγο στον πανηγυρίζοντα Μητροπολιτικό Ιερό Ναό Μεταμορφώσεως του Σωτήρος Ναούσης, όπου φυλάσσεται και λίθος από το όρος Θαβώρ. Στο τέλος της θείας Λειτουργίας ο Σεβασμιώτατος, σύμφωνα με την εκκλησιαστική παράδοση, ευλόγησε τους καρπούς της αμπέλου.











Η ομιλία του Σεβασμιωτάτου στον Εσπερινό στην Ι.Μ. Μεταμορφώσεως «Μουτσιάλη».

«Νόμου καί προφητῶν σε, Χριστέ, ποιητήν καί πληρωτήν ἐμαρτύ­ρη­σαν, ὁρῶντες ἐν τῇνεφέλῃ, Μωυ­σῆς ὁ θεόπτης καί Ἠλίας ὁ ἔμπυ­ρος ἁρματηλάτης», ψάλλει ὁ ἱερόςὑμνογράφος περιγράφοντας τό θαυμαστό γεγονός τῆς τοῦ Κυρίου Με­ταμορφώσεως.

Ὁ ἀποδέκτης τοῦ θείου νόμου, ὁ προφήτης Μω­υ­­σῆς, καί ἡ κρηπίς τῶν προ­φητῶν, ὁπροφήτης Ἠλί­ας, παρίστανται ὡς μάρτυρες τοῦ θαύματος πού ἀποκαλύπτεται ἐνώ­πιον τῶν μα­θητῶν καί ἀπο­στόλων τοῦ Κυρίου.

Ὁ Χριστός, πού εἶχε καλύψει ἐπι­μελῶς τό μεγαλεῖο καί τή λάμψη τῆς­ θεότητός του μέ τήν ἀν­θρώ­πι­νη σάρκα, γιά νά μπορέσει νά γίνει ὁρατός ἀπό τόν ἄνθρωπο, νά τόν προσεγγίσει καί νά τόν λυτρώσει, ἀπο­­κα­λύπτει γιά λίγο τήν αἴγλη τῆς θεί­ας του φύσεως. Τήν ἀπο­κα­λύπτει γιά νά δεί­ξει στούς μαθη­τές του ὅτι δέν εἶ­ναι μόνο ἄν­θρω­πος ἀλλά καί Θεός, ὅτι εἶναι ὁ μο­νογενής Υἱός τοῦ Θεοῦ· καί ἀκόμη γιά νά τούς ἀπο­κα­λύψει τό θεῖο πρό­σωπό του πού θάἀτενί­ζουν αἰωνίως ὅσοι ἀξιω­θοῦν τῆς θείας μακαριότητος τῆς βασιλείας του.

Καί γιά νά τούς δείξει τί πραγ­μα­τικά σημαίνει αὐτή ἡ μεταμόρ­φω­σή του, ἤ μᾶλλον γιά νά τούς δεί­ξει ποιά εἶναι ἡ θεία του φύση πού δέν μποροῦν νά τήν δοῦν ὡς ἄν­θρωποι, ὁ Χρι­στός ἐπιτρέπει νά ἐμ­φανισθοῦν δύο θεό­πτες, δύο προ­­φῆτες τῆς Πα­­λαιᾶς Διαθήκης, ὁΜωυσῆς καί ὁ Ἠλίας, πού συ­νο­μιλοῦν μαζί του, ἀποδεικνύ­ον­τας δύο ἀδιαμφισβή­τη­τες ἀλή­θει­ες.

Ἡ πρώτη εἶναι ὅτι ἡ θεία φύση τοῦ Κυρίου ἔχει ἑνωθεῖ ὑποστα­τι­κά μέ τήν ἀνθρώπινη, γι᾽αὐτό καί τόν συνοδεύουν τιμητικά οἱ δύο προφῆτες μέ τούς ὁποίους συνο­μι­λεῖ, ὅπως συνομιλεῖ κανείς μέ ἀν­θρώπους πού βρίσκονται δίπλα του.

Ἡ δεύτερη εἶναι ὅτι στό πρόσωπο τοῦ Χριστοῦ δέν καταργεῖται ὁ πα­λαιός νόμος, τόν ὁποῖοἔδωσε ὁ Θε­ός διά τοῦ Μωυσέως στούς Ἰσρα­­ηλίτες, ἀλλά συμπληρώνεται, ὅπως βεβαιώνει καί ὁ ἴδιος λέ­γο­ντας, ὅτι «οὐκ ἦλθον κατα­λῦσαι τόν νόμον ἤ τούς προφήτας ἀλλά πληρῶσαι». Δέν καταργεῖται ὁ πα­λαιός νόμος, γιατί ὁ Χριστός εἶναι αὐτός πού προ­ανήγγειλαν οἱ προ­φῆ­τες ὡς Μεσ­σία, εἶναι αὐτός γιά τόν ὁποῖο ὁ νόμος τῆς Παλαιᾶς Δια­θήκης ἔγινε παι­δαγωγός τῶν ἀν­θρώπων εἰς Χρι­στόν, ὅπως γρά­φει ὁ ἀπόστολος Παῦλος στούς Γα­λάτες «ὁ νόμος παιδαγωγός ἡμῶν γέγονεν εἰς Χρι­στόν», ὥστε νά μποροῦμε ὅλοι οἱἄνθρωποι νά ζοῦμε μέ τήν πί­στη σ᾽ αὐτόν τό θαῦ­μα ὄχι μόνο τῆς δικῆς του με­ταμορφώσεως, ἀλ­λά καί τῆς δικῆς μας, προσω­πι­κῆς μεταμορφώσεως.

Διότι ἡ πλήρωση τοῦ νόμου τοῦ Χριστοῦ κα­θι­στᾶ, ἀδελφοί μου, ἱκανό ὅποιον ζεῖ σύμφωνα μέ αὐ­τόν νόμο νά δεῖ τήν αἴγλη καί λάμψη τοῦ θείου προ­­­σώπου καί νά καταυγα­σθεῖ ἀπό τόἄκτιστο φῶς τῆς θεό­τητος, ὅπως συνέβη μέ τούς μαθη­τές τοῦ Χριστοῦ στό ὄρος Θαβώρ.

Καί αὐτό συμβαίνει, ἀδελφοί μου, γιατί ὁ Θεός ἐπιφαίνεται στόν κό­σμο χάριν τοῦ μονογενοῦς καί ἀ­γα­­πητοῦ του Υἱοῦ. Τόν ἀκοῦμε νά μᾶς διαβεβαιώνει ὁ ἴδιος γι᾽ αὐ­τό καί τίς δύο φορές πού ἐμφα­νί­ζεται στήν Καινή Διαθήκη. Τόν ἀκοῦμε στή βάπτισή του στά ρεῖ­θρα τοῦἸορδάνου. Tόν ἀκοῦμε καί στό ὄρος Θαβώρ κατά τή Με­τα­μόρ­φω­σή του, νά μᾶς βεβαιώνειὅτι «οὗτος ἐστίν ὁ Υἱός μου ὁ ἀγα­πητός».

Καί ὁ Υἱ­ός τοῦ Θεοῦ εἶναι ἀγαπη­τός στόν Πατέρα, γιατί ἀκο­λου­θεῖ πάν­το­τε τό θέλημά του, χω­ρίς νά παρεκκλίνει καθόλου ἀπό αὐτό. Καί αὐτό ἀκριβῶς εἶναι πού ζητᾶ καί ἀπό ἐμᾶς τούς ἀν­θρώπους.

Τί μᾶς ζητᾶ; Μᾶς ζητᾶ νά ζοῦ­με σύμφωνα μέ τό θέλημά του. Μᾶς ζητᾶ νά ζοῦμε σύμφωνα μέ τίς ἐν­το­λές του, διότι ἔτσι ἀποδεικνύ­ουμε τήν ἀγάπη μας πρός αὐτόν καί γινόμεθα ἄξιοι καί τῆς δικῆς του ἀγάπης. Διότι ὁ Θεός μᾶς προσ­φέρει ὡς ἀνταπό­δο­ση τῆς ὑπακοῆς μας στό θέλημά του τήν ἀγά­­πη του, γιατί θεωρεῖ τήν ὑπα­κοή μας στίς ἐντολές του ὡς ἔκ­φρα­ση τῆςἀγάπης μας πρός αὐτόν, ὅπως ὁ ἴδιος λέγει: «ὁ ἔχων τάς ἐντολάς μου καί τηρῶν αὐτάς ἐ­κεῖ­νός ἐστιν ὁ ἀγαπῶν με· ὁ δέ ἀγα­πῶν με ἀγαπηθήσεται ὑπό τοῦ πατρός μου, κἀγώἀγαπήσω αὐτόν καί ἐμφανίσω αὐτῷ ἐμαυτόν».

Νά, λοιπόν, ἀδελφοί μου, τί πρέ­πει νά κάνουμε καί ἐμεῖς, ἐάν θέ­λουμε νά ζοῦμε αὐτή τήν ἐμ­πειρία τῆς θείας Μεταμορφώ­σεως πού ἔζησαν οἱ μαθητές του στό ὄρος Θαβώρ, ἐάν θέλουμε νά ἀξιούμεθα καί ἐμεῖς νά βλέπουμε τόν Θεό, νά βλέπου­με τήν αἴγλη καί τή λάμψη τοῦ θείου φωτός, ὅπως τήν εἶδαν οἱ μα­θητές του, ὅπως τήν εἶδαν οἱ ἅγιοι τῆς Ἐκ­κλη­σίας μας, οἱ ὅσιοι καί θεοφόροι πατέρες μας.

Θά πρέπει νά ἐφαρμόζουμε τίς ἐν­τολές τοῦ Θεοῦ γιά νά μένουμε μέσα στήν ἀγάπη του καίἘκεῖνος νά μᾶς ἀξιώνει νά τόν βλέπουμε καί νά φωτίζει τή ζωή μας μέ τό φῶς τῆς θείας του χά­ριτος μετα­μορ­φώ­νο­ντάς μας σέ τέ­κνα φωτός πού θά βαδίζουμε πάντοτε μέσα στό φῶς τῆς παρουσίας του.





Η ομιλία του Σεβασμιωτάτου στον Μητροπολιτικό Ιερό Ναό Μεταμορφώσεως Σωτήρος Ναούσης.
«Οὐ σεσοφισμένοις μύθοις … ἐ­γνω­­ρίσαμεν ἡμῖν τήν τοῦ Κυ­ρίου … δύναμιν καί παρουσίανἀλλ᾽ ἐπόπται γενηθέντες τῆς ἐκεί­νου μεγαλειότητος».

Μέ αὐτά τά λόγια ἀπευθύνεται ὁ ἀπόστολος Πέτρος στούς χριστια­νούς τῆς ἐποχῆς του ἀλλά καί σέ μᾶς, ἀδελφοί μου, σήμερα γιά νά μᾶς δια­βε­βαιώ­σει ὅτι τό κήρυγμα τοῦ εὐαγγελίου καίὅσα δίδαξαν οἱ ἀπόστολοι στά ἔθνη γιά τόν Χρι­στό δέν ἦταν μύ­θοι, δέν ἦταν πα­ρα­μύθια σάν αὐτά πού ἔπλασαν οἱ διάφοροι λαοί γιά τούς ψεύτικους θεούς τους, ἀλλά ἦταν ὅσα εἶδαν ξεκάθαρα οἱ ἴδιοι, καθώς ἀξι­ώθη­καν νά ἀντικρύσουν ὄχι μόνο τήν ἀνθρώπινη φύση τοῦΧριστοῦ ἀλ­λά καί τήν αἴγλη καί τό μεγαλεῖο τῆς θεότητός του.

Αὐτή ἡ συγκλονιστική ἐμπειρία τῆς Μεταμορφώσεως τοῦ Χριστοῦ ἐπί τοῦ ὄρους Θαβώρ πού περι­γρά­φει ὁ ἀπόστολος Πέτρος χαρά­χθη­κε χωρίς ἀμφιβολία ἀνεξίτηλα στόν νοῦ καί τή ψυχή τους. Δέν ἦταν ἡ πρώτη φορά πού ὁ Χριστός ἔπαιρνε κάποιους ἀπό τούς μαθη­τές του καί ἀποσυρόταν γιά νά προ­­­σευχηθεῖ, ἀλλά ποτέ ἄλλοτε δέν βρέθηκαν μπροστά σ᾽ αὐτό τό μοναδικό γεγονός, νά δοῦν τόν δι­δάσκαλό τους νά καταυγάζεται ἀπό ἕνα οὐράνιο φῶς τόὁποῖο δέν μπο­ροῦ­σαν νά ἀντέξουν μέ τά χοϊ­κά τους μάτια καί νά τόν ἀκού­σουν νά συνομιλεῖμέ τόν Μω­υσῆ καί τόν Ἠλία. Οὔτε ποτέ ἄλ­­λο­τε εἶχαν ἀκούσει τή φω­νή τοῦ Θεοῦ νάἐπιβεβαιώνει τήν ταυτό­τητα τοῦ ἀγαπητοῦ του Υἱοῦ.

Ὅσο καί ἐάν εἶχαν πιστεύσει ὅτι ὁ Χριστός ἦταν ὁ Μεσσίας καί ὅσο καί ἐάν εἶχανἐγκαταλείψει τά πά­ντα γιά νά τόν ἀκολουθήσουν, ἀπο­δεικνύ­ο­ντας μέ τόν τρόπο αὐ­τό τήν πί­στη καί τήν ἐμπιστοσύνη τους στό πρόσωπο τοῦ διδασκάλου τους, δέν εἶχαν γίνει ποτέ μέχρι τότε θεατές ἑνός τέτοιου ὑπερφυ­σι­κοῦ καί ὑπερ­κοσμίου γεγονότος. Καί ὅσα καί ἄν εἶδαν καί ὅσα καί ἄν ἔζη­σαν στή συνέχεια βλέπο­ντας τόν δι­δάσκαλό τους ἀναστη­μένο καίἀνα­­λαμβανόμενο στούς οὐρανούς, τό φῶς τῆς Μεταμορ­φώ­σεως στό ὄρος Θαβώρ καί ἡ αἴ­γλη τῆς θείας μορφῆς του ἦταν ἀδύνατο νά ξε­χασθεῖ καί ἀποτε­λοῦ­σε πάντοτε τήν πιό ἰσχυρήἀπό­δειξη τῆς θεό­τητος τοῦ Χρι­στοῦ· ἀποτελοῦσε πά­ντοτε τήν ἀπόδειξη τῆς ἀλη­θεί­ας ὅσων τούς δίδαξε καί ὅσων δί­δασκαν καί αὐτοί στούς ἀνθρώ­πους· ἀπο­τε­λοῦσε τήν ἀπόδειξη ὅτι ὁΧρι­στός δέν ἦταν ἁπλῶς ἕνας μεγάλος δι­δά­σκα­λος ἀλλά ἦταν ὁ Θε­ός, καί τό εὐαγγέλιό του δέν ἦταν μία κα­λή καί ὠφέλιμη γιά τόν ἄ­ν­θρω­πο δι­δα­σκαλία, ἀλλά τό κή­ρυγ­μα τῆς σωτηρίας τοῦ ἀν­θρώ­που καί οἱ θεῖες ὁδηγίες γιά τήν ἐπισ­τροφή του κοντά στόν Θεό καί τή σωτη­ρία του.

Ὅμως, ἀδελφοί μου, ἡ μεγαλειό­της τοῦ Θεοῦ τῆς ὁποίας ἔγιναν ἐπόπται, ὅπως γράφει ὁἀπό­στο­λος Πέτρος, οἱ τρεῖς μαθητές στό ὄρος Θαβώρ, δέν ἀποκαλύφθηκε μό­­νο σέ ἐκείνους,ἀλλά ἀποκαλύ­πτε­ται καί στόν κάθε πιστό κατά τό μέτρο πού μπορεῖ νά τήν δεῖ.

Οἱ τρεῖς μαθητές ἔπρεπε νά δοῦν «κα­θώς ἠδύναντο» τό μεγαλεῖο τῆς Θεότητος, ὥστε νά κηρύξουν στά ἔθνη, ὁ Θεός ὅμως ἐπιτρέπει σέ κάθε πιστό νά διακρίνει αὐτό τό μεγαλεῖο στό μέτρο τῶν δυνατο­τή­των του, στό μέτρο τῆς καθαρό­τη­τος τῆς ψυχῆς του καί τῆς πί­στεώς του.

Τό διαπιστώνουμε αὐ­τό στή ζωή τῆς Ἐκκλησίας μας, στή ζωή τῶν ἁγίων τῆς Ἐκκλη­σί­ας μας,ἀπό τόν πρωτομάρτυρα καί ἀρχιδιάκονο Στέφανο μέχρι τόν ἀπόστολο Παῦ­λο, ἀλλά καί σέὅλους τούς ἁγίους πού ἀξιώθηκαν καί ἀξιώνονται νά κα­ταυγασθοῦν ἀπό τό ἄκτιστο φῶς τῆς θείας χάριτος καί νά ζή­σουν οὐράνιες ἐμπειρίες.

Ἀλλά ἀκόμη καί ἐμᾶς, ἀδελφοί μου, πού ἀπέχουμε πολύ ἀπό τήν καθαρότητα τῶν ἁγίων, ὁΘεός μᾶς ἀξιώνει νά δοῦμε τό μεγαλεῖο τῆς θεότητός του μέσα ἀπό τά μυ­στήρια τῆςἘκκλησίας. Διότι μέ­σα ἀπό αὐτά ὁ ἄρτος καί ὁ οἶνος πού προσφέρουμε στόν Θεό γίνε­ται σῶ­­μα καί αἷμα Χριστοῦ, τό ὁ­ποῖο ὄχι μόνο βλέπουμε ἀλλά καί με­τα­λαμβάνουμε συμμε­τέ­χοντας στό μυστήριο τῆς θείας Εὐχαρι­στί­ας.

Καί ἀκόμη μᾶς ἀξιώνει νά βλέ­πουμε τό μεγαλεῖο καί τή δύναμη τοῦ Θεοῦ μέσα ἀπό τά θαύ­ματα τῶν ἁγίων τῆς Ἐκκλη­σίας μας. Νά βλέπουμε τό μεγαλεῖο καί τή δύ­ναμη τοῦ Θεοῦ μέσαἀπό τά θαύ­ματα πού ἐπιτελεῖ στίς ψυ­χές τῶν ἀνθρώπων καί τίς ἀλ­λοιώνει ὥστε ἀκόμη καί οἱμε­γαλύτεροι ἁμαρ­τω­λοί νά μποροῦν νά γίνουν οἱ μεγαλύτεροι ἅγιοι.

Καί ὅλα αὐτά συμβαίνουν, ἀρκεῖ ἐμεῖς, ἀδελ­φοί μου, νά ἔχουν ἀνοιχτά τά μά­τια τῆς ψυχῆς μας καί νά θέλουμε νά δοῦμε τό με­γα­λεῖο τῆς θεό­τη­τος. Ἀρκεῖ νά εἴ­μαστε ἕτοιμοι νάἀκολουθήσουμε τόν Χριστό στό ὄρος Θαβώρ, ὅπως οἱ μαθητές του, καί νά τόν ἀφή­σουμε νάἀπο­κα­λύψει στή ψυχή μας ὅ,τι ἐκεῖνος νομίζει ὅτι μπο­ροῦμε νά δοῦμε καί νά κατα­νο­ή­σουμε.Ἀρκεῖ νά εἴμα­στε πρό­θυμοι νά τόν ἀφήσουμε νά ἐνερ­γήσει στήν ψυχή μας τό θαῦ­μα τῆς κα­λῆς ἀλλοιώσεώς μας. Ἀλλά κυ­ρί­ως, ἀρκεῖ νά τόν παρα­κα­λοῦμε καί ἐμεῖς μαζί μέ τόν ἱερόὑμνογράφο τοῦ ἀπο­λυτικίου τῆς σημερινῆς ἑορ­τῆς, νά λάμψει καί σέ μᾶς τό ἀίδιο φῶς του καί νά φω­τίσει τίς ψυχές μας καί τόν κό­σμο. Νά τόν παρακαλοῦμε διαρκῶς καί σέ ὅλη μας τή ζωή «Λάμ­ψον καί ἡμῖν τοῖς ἁμαρ­­τω­­λοῖς τό φῶς σου τό ἀί­διον». Ἀμήν.